Η ανακοίνωση αποχώρησης του Κιρ Στάρμερ, λίγες ημέρες πριν από τη δέκατη επέτειο του δημοψηφίσματος για το Brexit, δεν είναι ακόμη ένα επεισόδιο πολιτικής φθοράς. Είναι η επιβεβαίωση ότι η Βρετανία εξακολουθεί να πληρώνει τον λογαριασμό μιας ιστορικής επιλογής, την οποία κανείς δεν μπόρεσε να διαχειριστεί χωρίς να «καεί».
Αν ο Άντι Μπέρναμ περάσει την πόρτα της Ντάουνινγκ Στριτ, η χώρα θα έχει τον έβδομο πρωθυπουργό της μέσα σε μία δεκαετία. Για ένα κράτος που οικοδόμησε την αυτοεικόνα του πάνω στη θεσμική συνέχεια και την κοινοβουλευτική σοβαρότητα, αυτό είναι σύμπτωμα απορρύθμισης.
Η σύγκριση είναι αποκαλυπτική. Από το 1979 έως το 2016, σε σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, η Βρετανία άλλαξε πέντε πρωθυπουργούς: Θάτσερ, Μέιτζορ, Μπλερ, Μπράουν, Κάμερον. Μετά το Brexit, η ίδια εναλλαγή συμπυκνώθηκε σε δέκα χρόνια: Μέι, Τζόνσον, Τρας, Σούνακ, Στάρμερ και, πιθανότατα, Μπέρναμ.
Ο Βρετανός πολιτικός στοχαστής Βάλτερ Μπάτζετ, στο κλασικό έργο του «The English Constitution», διέκρινε τα «αξιοπρεπή» μέρη του πολιτεύματος, εκείνα που εμπνέουν σεβασμό, από τα «αποτελεσματικά», εκείνα που πραγματικά κυβερνούν. Το βρετανικό θαύμα ήταν ότι, έστω και με τριβές, αυτά τα δύο συνυπήρχαν. Σήμερα, το τελετουργικό παραμένει, αλλά η αποτελεσματικότητα έχει τραυματιστεί.
Το Brexit δεν υπήρξε απλώς πολιτική απόφαση. Υπήρξε μια υπόσχεση: έλεγχος, ευημερία, εθνική ανάκτηση. Δέκα χρόνια μετά, η υπόσχεση δεν βιώνεται ως δικαίωση. Όπως το Suez το 1956 ανάγκασε την αυτοκρατορική Βρετανία να δει τα όρια της ισχύος της, έτσι και το Brexit αποκάλυψε τη σύγκρουση ανάμεσα στη μνήμη μιας μεγάλης δύναμης και στην πραγματικότητα μιας χώρας που αναζητεί νέο ρόλο.
Γι’ αυτό το επιχείρημα ότι «το Brexit δεν απέτυχε, απλώς εφαρμόστηκε λάθος» ακούγεται όλο και πιο αδύναμο. Όταν μία επιλογή δοκιμάζεται επί δέκα χρόνια, με διαφορετικούς ηγέτες και παράγει διαρκή κρίση, δεν ελέγχονται μόνο οι διαχειριστές. Ελέγχεται και η αρχική υπόθεση.
Ο μόνος πολιτικά ενισχυμένος είναι ο Νάιτζελ Φάρατζ. Το Reform UK προηγείται, ενώ Εργατικοί και Συντηρητικοί καθηλώνονται. Εκείνος που διαμόρφωσε το αφήγημα δεν χρειάστηκε να διαχειριστεί τις συνέπειές του. Άλλοι το έκαναν και πλήρωσαν το τίμημα. Ίσως η κάθαρση επέλθει, μόνο όταν αυτοί που προκάλεσαν το BREXIT, πληρώσουν το τίμημα, κυβερνώντας.
Για τον Μπάτζετ που αναφέραμε παραπάνω, η κοινωνία ήταν μία σύμβαση μεταξύ ζώντων, νεκρών και αγέννητων. Αυτό ήταν και το βρετανικό μάθημα επί αιώνες στον υπόλοιπο κόσμο: οι θεσμοί δεν επιβιώνουν επειδή έχουν ιστορία. Επιβιώνουν μόνο όταν αναπαράγουν εμπιστοσύνη, αποτελεσματικότητα και σοβαρότητα. Όταν αυτά χαθούν, η ιστορία μόνη της δεν μπορεί να λειτουργήσει. Ίσως μόνο ως φάρσα.
*Ο Νίκος Λυσιγάκης είναι Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων του Παν.Μακεδονίας
