Τα κυκλαδικά νησιά είναι πόλος έλξης αμέτρητων επισκεπτών που έρχονται από την θάλασσα (και από τον αέρα στην σύγχρονη εποχή). Αυτό συμβαίνει χιλιάδες χρόνια τώρα. Από τότε που οι Κυκλάδες δεν είχαν ονομαστεί ακόμα Κυκλάδες και τα πλοία ήταν ξύλινα.
Τότε, στην μακρινή αρχαιότητα, άκμαζε ο λεγόμενος Πρωτοκυκλαδικός Πολιτισμός (3η χιλιετία π.Χ.). Άνθρωποι σκορπισμένοι στα αρχαία κυκλαδονήσια ζούσαν την ζωή τους ως ψαράδες, λατόμοι, αγρότες, κτηνοτρόφοι, ναυτικοί και κυρίως έμποροι.
Το μεγαλύτερο σε έκταση νησί των Κυκλάδων, η Νάξος, φιλοξενούσε πολλούς κατοίκους. Ήταν ένα από τα ακμάζοντα κέντρα του αρχαίου νησιώτικου πολιτισμού. Προϊστορικοί οικισμοί έχουν ανακαλυφθεί σε όλο το νησί. Ένας από αυτούς, όμως, ξεχωρίζει.
Στα Νότια του νησιού, σε έναν λόφο πάνω από τον όρμο Πανόρμου, ξεκίνησε το 1963 μια ανασκαφή. Υπό τον τότε Επιμελητή Αρχαιοτήτων Καθηγητή Χρίστο Ντούμα, η έρευνα οδήγησε στην ανακάλυψη αρχαίων ερειπίων, τα οποία χαρακτηρίστηκαν ως σύνολο προϊστορικού οικισμού. Μετά από περαιτέρω έρευνες, βέβαια, που εκτείνονται μέχρι σήμερα, οι ειδικοί κατέληξαν σε ένα νέο, σημαντικό συμπέρασμα.
Πριν από περίπου 4.500 χρόνια, στο σημερινό Κορφάρι Αμυγδαλιών της Νάξου, δηλαδή την κορυφή ενός λόφου που περιτριγυριζόταν από αμυγδαλιές, ζούσαν κάτοικοι που ανήκαν στον λεγόμενο Πρωτοκυκλαδικό πολιτισμό. Στην κορυφή αυτή, είχαν χτίσει ένα οχυρωμένο αρχιτεκτονικό σύνολο.
Περίπου είκοσι μικρά δωμάτια, περιστοιχίζονταν από ένα τείχος φτιαγμένο από μερικώς επεξεργασμένους ογκόλιθους. Το τείχος, ενισχυόταν αμυντικά με πέντε πύργους σε σχήμα πετάλου. Η είσοδος, βρισκόταν στα Βορειοανατολικά και πλαισιωνόταν από δύο συμπαγείς πύργους.
Τα μικρά ορθογώνια και τραπεζιόσχημα δωμάτια, συνδέονταν μεταξύ τους με έναν στενό διάδρομο. Από τα ευρήματα, κεραμική και πολλαπλά εργαλεία για την επεξεργασία αγροτικών προϊόντων, φαίνεται ότι σε πολλά από αυτά τα δωμάτια αποθηκεύονταν μεγάλες ποσότητες στερεών και υγρών βιοτικών υλικών. Προμηθειών με άλλα λόγια.
Ενώ στην αρχή θεωρούνταν οικισμός, τα ερείπια στο Κορφάρι Αμυγδαλιών αποτελούν ένα ενιαίο οχυρωμένο φρουριακό κτήριο. Ο οικισμός, του οποίου είναι η ακρόπολη, είναι ανεξερεύνητος. Πιθανότατα βρίσκεται ακόμα θαμμένος κάτω από το χώμα, στις πλαγιές του λόφου.
Στο μακρινό παρελθόν, οι κάτοικοί του ήταν αρκετοί. Το κοντινό νεκροταφείο υποδεικνύει την ύπαρξη του οικισμού, ο οποίος μάλλον αντιμετώπιζε συχνούς κινδύνους. Πώς το ξέρουμε αυτό; Όπως αναφέραμε προηγουμένως, μέσα στην ακρόπολη, δεν κυκλοφορούσαν απλά άνθρωποι. Αποθηκεύονταν και ταυτόχρονα φυλάσσονταν μεγάλες ποσότητες αγαθών.
Η ύπαρξη του οικισμού και η «επίστεψή» του με μια ακρόπολη τέτοιου αμυντικού και οχυρωματικού χαρακτήρα, μαρτυρεί και την ύπαρξη ιεραρχημένων κοινοτήτων ήδη από την 3η χιλιετία π.Χ. Όταν ο οικισμός απειλούνταν, η ακρόπολη ήταν το μέρος απ’ όπου τον υπερασπίζονταν, αλλά και ο χώρος προφύλαξης των ζωτικών αγαθών για την επιβίωσή τους.
Πρόκειται για μοναδική αρχιτεκτονική μορφή κτηρίου, όχι μόνο στις Κυκλάδες, αλλά και γενικότερα στον ελλαδικό χώρο. Αποτελεί σταθμό στην εξέλιξη των κοινοτήτων της εποχής και την μεταβολή τους από αγροτικές σε «αστικές».
Το τέλος του οικισμού μάλιστα, το οποίο επίσης συμπεράθηκε από τα ευρήματα των ανασκαφών, αποδεικνύει ότι ήταν ένας τόπος σημασίας και γι’ αυτό κινδύνευε συχνά. Η «πορεία» του διακόπηκε βίαια. Βρέθηκαν πολλά έντονα ίχνη φωτιάς, μια αιχμή δόρατος και εκτενές πλήθος βοτσάλων. Βοτσάλων στρογγυλεμένων, δηλαδή επεξεργασμένων, τα οποία μάλλον αποτελούν βλήματα σφενδονών (λωρίδες δέρματος ή υφάσματος με τις οποίες τότε μπορούσαν να εκσφενδονίσουν πέτρες, σήμερα τις λέμε σφεντόνες).
Το τέλος του οικισμού προκλήθηκε από μια σφοδρή και κατά μέτωπο επίθεση. Η μάχη πρέπει να ήταν σκληρή. Τα αποθέματα προμηθειών των κατοίκων κάποια στιγμή τελείωσαν. Δεν κατάφεραν να αντέξουν αυτήν την πολιορκία και το λαμπρό και μοναδικό οχυρό τους κατέρρευσε. Μέχρι να έρθει ξανά στο φως από τους αρχαιολόγους…
Βιβλιογραφία:
