Μπορεί η τιμή του Brent να μην έχει επιστρέψει στα 126 δολάρια το βαρέλι, επίπεδο που είχε αγγίξει στις 30 Απριλίου, και σήμερα να κινείται γύρω στα 85 δολάρια, όμως το πραγματικό κόστος της παρατεταμένης πολεμικής σύγκρουσης ΗΠΑ-Ιράν είναι σωρευτικό και δεν αποτυπώνεται μόνο στην πορεία του «μαύρου χρυσού».
Κάθε ημέρα αβεβαιότητας και διατάραξης της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ προσθέτει ένα επιπλέον ασφάλιστρο κινδύνου στις μεταφορές, στα ασφάλιστρα, στην ενέργεια, στον πληθωρισμό, καθώς επίσης και στις προσδοκίες για τα επιτόκια και στις αποτιμήσεις των μετοχών.
Ο μηχανισμός μετάδοσης του φόβου στην πραγματική οικονομία λειτουργεί ως εξής: όσο η ένταση συντηρείται, τόσο το ρίσκο αυξάνεται, οι θαλάσσιες μεταφορές ακριβαίνουν, οι ναυτιλιακές μετακυλίουν το κόστος και την ίδια ώρα οι traders ενσωματώνουν υψηλότερο risk premium στις τιμές του πετρελαίου και του LNG. Αποτέλεσμα είναι να αυξάνεται το κόστος για τις αεροπορικές εταιρείες, τη βιομηχανία και τα logistics, ενώ το αυξημένο κόστος ενέργειας μεταδίδεται παντού μέσω των καυσίμων, των μεταφορών και εντέλει μέσω των ακριβότερων τιμών στα ράφια.
Στην περίπτωση που οι ενεργειακές πιέσεις περάσουν στον γενικότερο πληθωρισμό, κάτι που αντικατοπτρίζεται στη μέτρηση του δομικού πληθωρισμού, τότε οι κεντρικές τράπεζες είτε αυξάνουν τα επιτόκια είτε τα διατηρούν υψηλά για μεγάλο χρονικό διάστημα, προκειμένου να ανακόψουν τον καλπασμό της ακρίβειας. Για τις αγορές, τέλος, επιδεινώνονται οι συνθήκες ρευστότητας αφού ακριβαίνει το κόστος του χρήματος, ενώ όσο αυξάνεται η πιθανότητα να παραμείνουν ψηλά τα επιτόκια, αλλάζουν και οι προσδοκίες για τα εταιρικά κέρδη.
Αυτό που θα πρέπει να τονιστεί είναι πως δεν υπάρχει ένας ενιαίος «λογαριασμός» που… πληρώνουν οι αγορές, αλλά πολλοί μικροί λογαριασμοί που κάθε μέρα μεγαλώνουν και επιφέρουν πλήγμα στο επενδυτικό κλίμα. Ας δούμε πιο αναλυτικά κάθε πεδίο:
Ασφάλιστρα πολέμου: Τα λεγόμενα war risk premiums για διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ κυμαίνονται για τα VLCCs (δεξαμενόπλοια πολύ μεγάλου τύπου) μεταξύ 2,5 εκατ. και 7,5 εκατ. δολαρίων, φτάνοντας έως τα 14 εκατ. δολάρια για πλοία που σχετίζονται με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Τα συγκεκριμένα πλοία είναι αξίας 100-150 εκατ. δολαρίων και ένα επιπλέον κόστος της τάξης του 3%-5% αναλογεί σε δεκάδες εκατομμύρια ανά διέλευση.
Ναύλα: Η άνοδος των ναύλων δεν οφείλεται μόνο στο γεγονός ότι οι πλοιοκτήτες ζητούν υψηλότερη αμοιβή για να περάσουν από μια εμπόλεμη περιοχή. Οφείλεται κυρίως στο ότι η ίδια η αγορά χάνει διαθέσιμη χωρητικότητα. Κάποια πλοία παραμένουν εκτός αγοράς μέχρι να αποκλιμακωθεί η ένταση, άλλα καθυστερούν τις αναχωρήσεις τους ή περιμένουν ασφαλέστερες συνθήκες διέλευσης. Στις θαλάσσιες μεταφορές δεν χρειάζεται να βυθιστεί ούτε ένα πλοίο για να εκτοξευθούν τα ναύλα. Αρκεί να αυξηθεί η αβεβαιότητα.
Πετρέλαιο: Τι να πει κανείς για το πετρέλαιο, τις τιμές της ενέργειας και τις τιμές των καυσίμων στα πρατήρια. Οι αγορές τιμολογούν όχι μόνο τα σημερινά βαρέλια αλλά και τον κίνδυνο για τους επόμενους μήνες και κάπως έτσι συντηρείται η ακρίβεια. Στον απόηχο της νέας κλιμάκωσης της έντασης και μέσα σε λίγες ημέρες η τιμή του Brent εκτινάχθηκε κατά 25%.
LNG: Έχουμε ξαναπεί ότι περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου LNG διέρχεται από τα Στενά, με το Κατάρ να αποτελεί τον μεγαλύτερο εξαγωγέα παγκοσμίως. Όσο διαρκεί η ένταση, τόσο επιβαρύνονται οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας και κατ’ επέκταση οι λογαριασμοί για βιομηχανίες και νοικοκυριά.
Πληθωρισμός: Όλα γύρω μας ακριβαίνουν αλλά είναι πολύ σημαντικό ο ενεργειακός πληθωρισμός να μην αναθερμάνει το μεγάλο πληθωριστικό κύμα που όλοι φοβόντουσαν στην αρχή του πολέμου, καθώς σε αυτό το σενάριο η ακρίβεια και οι αυξήσεις των επιτοκίων μπορούν να οδηγήσουν σε παγκόσμια ύφεση.
Επιτόκια: Είναι ξεκάθαρο ότι Fed και ΕΚΤ έχουν αλλάξει ρότα και βλέπουν πλέον πιο πιθανό το σενάριο νέων αυξήσεων, ιδιαίτερα στην περίπτωση που συνεχιστεί η ένταση για εβδομάδες. Οι αγορές από την πλευρά τους αναθεωρούν τις προσδοκίες για τα επιτόκια και αυξάνονται οι αποδόσεις των ομολόγων. Μία από τις επιπτώσεις είναι πως όσο τα ομόλογα πληρώνουν περισσότερα, τόσο οι επενδυτές εγκαταλείπουν τον χρυσό και τις μετοχές.
Μετοχές: Το γεωπολιτικό σοκ μετατρέπεται σε αλλαγή αποτιμήσεων σε όλο το φάσμα των χρηματιστηρίων. Οι υψηλότερες αποδόσεις των ομολόγων και το αυξημένο γεωπολιτικό ρίσκο ανεβάζουν το risk premium των μετοχών. Τις μεγαλύτερες πιέσεις δέχονται κλάδοι όπως των αεροπορικών εταιρειών και των ενεργοβόρων βιομηχανιών.
Επομένως, κάθε επιπλέον ημέρα αποκλεισμού των Στενών δεν κοστίζει μόνο μερικά δολάρια στο βαρέλι του πετρελαίου, αλλά επιβαρύνει σωρευτικά κάθε κρίκο της αλυσίδας της παγκόσμιας οικονομίας. Ένα πρόσθετο βάρος που ενδέχεται να προκαλέσει τεράστια προβλήματα τα οποία θα κληθούν να αντιμετωπίσουν οι αγορές και οι καταναλωτές μέσα στους επόμενους μήνες.
