Τα δύο γεγονότα που βρέθηκαν στο επίκεντρο της πολιτικής ατζέντας τις τελευταίες τρεις εβδομάδες, δηλαδή οι δικογραφίες για τους “γαλάζιους” βουλευτές και υπουργούς και η υπόθεση Λαζαρίδη, έχουν ήδη κοστίσει στην κυβέρνηση μια ανοδική πορεία, που κατέγραφε εν μέσω των γεωπολιτικών αναταράξεων στον Περσικό Κόλπο και του πολέμου στο Ιράν.
Το Μέγαρο Μαξίμου αναμένει τις επόμενες δημοσκοπήσεις ώστε οι απώλειες να καταγραφούν, με τον πρωθυπουργό, ωστόσο, να δίνει το περίγραμμα της στάσης που θα ακολουθήσει για την ανατροπή αυτής της εικόνας. Στάση, που εν πολλοίς συγκροτεί και το “προεκλογικό αφήγημα” για τη Νέα Δημοκρατία, με δεδομένο ότι η χώρα έχει εισέλθει σε μια άτυπη προεκλογική περίοδο, με τις κάλπες να βρίσκονται πλέον μερικούς μήνες μακριά.
Έως σήμερα, για τον Κυριάκο Μητσοτάκη τα μείζονα που πρότασσε η κυβέρνηση ήταν η οικονομία, με στόχο η θετική της πορεία να οδηγήσει στη μείωση των φόρων και την ενίσχυση των εισοδημάτων, η ισχυροποίηση της χώρας αμυντικά και διπλωματικά και η διασφάλιση της πολιτικής σταθερότητας, που ο ίδιος έχει χαρακτηρίσει ως “ατού”, κυρίως στις παρούσες συνθήκες, ενισχύοντας και το αφήγημα της αυτοδυναμίας της ΝΔ.
Η κυβερνητική ατζέντα πλέον διευρύνεται και γίνεται σαφές ότι για τον κ. Μητσοτάκη, η επόμενη ημέρα περιλαμβάνει κάτι πολύ ευρύτερο, την ίδια τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος και του κράτους. Και πάνω σε αυτό, επιχειρείται να τεθούν οι νέες “διαχωριστικές γραμμές” της κυβέρνησης με την αντιπολίτευση.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης βάζει πλέον ξεκάθαρα απέναντί του το ΠΑΣΟΚ και τον Νίκο Ανδρουλάκη. Στη προ ημερησίας συζήτηση στη Βουλή επέμεινε να αναφέρεται σχεδόν αποκλειστικά στον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ενώ χθες στην Κρήτη, ουσιαστικά έβαλε σε αντιδιαστολή την δική του πρόταση για την “Ελλάδα του 2030”, όπως λέει, με την πρόταση της Χαριλάου Τρικούπη, που ο ίδιος περιέγραψε ως επιστροφή στο 1980. Και ο “τίτλος” αυτός περιλαμβάνει μια σειρά θεμάτων, από το ύφος της πολιτικής αντιπαράθεσης έως το Σύνταγμα της χώρας, την τοξικότητα του λόγου που διατυπώνει η αντιπολίτευση σε αντιδιαστολή με την προγραμματική πρόταση της κυβέρνησης, όπως λένε κυβερνητικά στελέχη.
Από το Ηράκλειο της Κρήτης, ο κ. Μητσοτάκης για παράδειγμα, ανέδειξε την πολιτική συνεννόηση απέναντι στην τοξικότητα και με αφορμή μια σύσκεψη για την λειψυδρία, σημείωσε ότι κυβέρνηση και αυτοδιοίκηση κάθισαν γύρω από ένα τραπέζι, “αφήσαμε στην άκρη δήθεν ανταγωνισμούς και αχρείαστη τοξικότητα και συζητήσαμε για τα προβλήματα του τόπου” είπε, υπογραμμίζοντας ότι “αυτό συνιστά και μια σημαντικότατη πολιτική διαφοροποίηση σήμερα μεταξύ μιας κυβέρνησης η οποία μπορεί να έχει τα προβλήματά της, να έχει κάνει τα λάθη της αλλά τελικά έχει το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον και την προσοχή της στραμμένη στο αποτέλεσμα”, θέτοντας το αποτέλεσμα των κυβερνητικών παρεμβάσεων ως το βασικό κριτήριο για τους πολίτες.
Απέναντι στην κυβέρνηση, ο κ. Μητσοτάκης βάζει την αντιπολίτευση, που όπως είπε, “επιμένει ουσιαστικά μόνο να μηδενίζει ή να αφορίζει, να ξέρει τι δεν θέλει αλλά να μην μπορεί να πει με καμία ακρίβεια τι είναι αυτό το οποίο θέλει”. Επαναφέροντας την έλλειψη συγκροτημένης πολιτικής αντιπρότασης από την αντιπολίτευση, ο κ. Μητσοτάκης θα καταδεικνύει τη Νέα Δημοκρατία ως τη μοναδική πολιτική δύναμη που μπορεί να διαμορφώσει τις συνθήκες στη χώρα για να ανταποκριθεί στις προκλήσεις του μέλλοντος. “Αυτή ακριβώς είναι και η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε ένα κόμμα το οποίο έχει σχέδιο για την Ελλάδα του 2030 και σε κάποιους οι οποίοι ενδεχομένως να θέλουν να μας γυρίσουν πίσω στην Ελλάδα του 1980” είπε χαρακτηριστικά, κάνοντας ένα ακόμη βήμα σε αυτό, που πριν από λίγες ημέρες περιέγραψε ως “φυγή προς τα εμπρός”, λέγοντας “εμείς δεν θέλουμε να γυρίσουμε πίσω, θέλουμε να πάμε μπροστά”.
Σε αυτό το επιχείρημα, για το Μέγαρο Μαξίμου, καταλυτικό ρόλο θα διαδραματίσει η Συνταγματική Αναθεώρηση. Εκεί θα επιχειρηθεί να αναδειχθεί αυτή η “διαχωριστική γραμμή”, με τη ΝΔ να εμφανίζεται αποφασισμένη να αλλάξει ριζικά από τον εκλογικό νόμο, με μείωση του αριθμού των βουλευτών και τη λειτουργία της κυβέρνησης, με το ασυμβίβαστο υπουργού-βουλευτή, έως κρίσιμα για την κοινωνία θέματα, όπως τα ιδιωτικά πανεπιστήμια ή την άρση μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, με την αντιπολίτευση ουσιαστικά να μην δεσμεύεται για την στάση της απέναντι σε τέτοιες αλλαγές.
Η κυβέρνηση βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή. Η αυριανή συζήτηση για τις άρσεις ασυλίας 11+2 βουλευτών της ΝΔ, που υπό άλλες συνθήκες θα ήταν μια τυπική διαδικασία, με δεδομένο το αποτέλεσμα της, λαμβάνει πλέον άλλες διαστάσεις, με σειρά κορυφαίων στελεχών να εκφράζουν επιφυλάξεις για την στάση που θα τηρήσουν, παρά τη σαφή κατεύθυνση που έδωσαν και οι εμπλεκόμενοι, αλλά και ο πρωθυπουργός, ζητώντας να δοθεί το πράσινο φως ώστε να ελεγχθούν από τη δικαιοσύνη.
Οι διεργασίες συνεχίζονται με στόχο να περιοριστούν οι διαφοροποιήσεις, με την κυβέρνηση, πάντως, να μη θέτει ζήτημα κομματικής πειθαρχίας. Το κλίμα στην κοινοβουλευτική ομάδα της ΝΔ είναι βαρύ, με δεκάδες βουλευτές να σημειώνουν ότι συνάδελφοί τους οδηγούνται στη δικαιοσύνη χωρίς να υπάρχουν στοιχεία εναντίον τους. Η συνεδρίαση της ΚΟ την ερχόμενη εβδομάδα θα δώσει τον τόνο για την συνέχεια, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να προτάσσει από το βήμα της, την Συνταγματική Αναθεώρηση ως την απάντηση της ΝΔ στη μάχη με το “βαθύ κράτος” και την προοπτική της επόμενης ημέρας.
