«Μαρίκα, φάγανε τον Κένεντι!»

«Μαρίκα, φάγανε τον Κένεντι!»

Της Μαρίας Μουρελάτου

Υπάρχει συνδετικός κρίκος ανάμεσα στη δολοφονία Κένεντι, τον ποδοσφαιρικό αγώνα Άγιαξ - Παναθηναϊκού στο «Γουέμπλεϊ» και τον γάμο μιας Κεφαλονίτισσας το 1950; Η απάντηση είναι παραδόξως καταφατική και βρίσκεται στις ιστορίες των ανθρώπων που γεννήθηκαν σε ένα ελληνικό χωριό τον 20ό αιώνα.

Ένας Ελληνας και δύο Ελληνίδες, χάρισαν στον «Φ» ιστορίες της ζωής τους με αφορμή το Istorima, την εξαιρετική πρωτοβουλία από το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος, που θα καταγράψει τις προφορικές ιστορίες των ανθρώπων της Ελλάδας, σε κάθε πόλη και κάθε χωριό, για τα επόμενα 4 χρόνια, προσλαμβάνοντας 1.500 νέους από όλη τη χώρα, από 18 έως 35 ετών (σ' αυτή την ηλικιακή ομάδα σημειώνεται η υψηλότερη ανεργία), οι οποίοι, αφού εκπαιδευτούν, θα συλλέξουν ιστορίες από τον τόπο τους, συμβάλλοντας στη δημιουργία ενός μεγάλου αρχείου προφορικών ιστοριών, οι οποίες αλλιώς θα χάνονταν μέσα στον χρόνο. «Αυτή είναι μια κληρονομιά που θέλουμε να αφήσουμε», λένε από το Istorima, διευκρινίζοντας ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένη θεματολογία στη διάσωση - ιστορία είμαστε όλοι μας.

Στη δική της ιστορία, η 67χρονη Κατερίνα μάς λέει ότι, κάποτε, για την επικοινωνία με τον έξω κόσμο υπήρχε ένα τηλέφωνο στο σπίτι του παπά, δύο τρανζίστορ με μπαταρία και για ΜΜΕ η... Χωροφυλακή. Στην αυγή της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι, όχι πολύ καιρό πριν, άνθρωποι στην ελληνική επαρχία γεννήθηκαν, μεγάλωσαν και πέθαναν χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα! Ή, πάλι, ότι, όπως ο Ηρόδοτος, ο πατέρας της Ιστορίας, αναγκάστηκε να περάσει από την Αλικαρνασσό στη Σάμο για να σωθεί από την τυραννία του Λυγδάμεως, έτσι και το 1969, ένας νέος 18 χρονών αναγκαζόταν να πάρει το αεροπλάνο με προορισμό τον Καναδά για να σωθεί από την... ελληνική δικτατορία και την ανεργία της ελληνικής υπαίθρου. Σήμερα το λέμε brain drain, τότε το λέγαν ξενιτιά.

 Πέντε λέξεις και έντεκα δολάρια

«Ημουν καλός μαθητής, αλλά μετά το σχολείο στο χωριό δεν υπήρχε ορίζοντας. Μόνο τα χωράφια του πατέρα. Είχα μια θεία στο Μόντρεαλ, οπότε είχα πρόσβαση. Δεν ήταν απλή υπόθεση να πας. Επρεπε να σου στείλουν πρόσκληση, να έχεις κάπου να μείνεις, χρειάζονταν εξετάσεις από γιατρούς για μολυσματικές ασθένειες και αρτιμέλεια, αλλά και χαρτί ποινικού μητρώου από την Εισαγγελεία. Και φυσικά τα χρήματα για το εισιτήριο, 100 κάτι δολάρια, που τα κάλυψε η θεία και της τα εξόφλησα με τον πρώτο χρόνο της δουλειάς μου εκεί. Το τελευταίο βράδυ στην Ελλάδα έγινε γλέντι. «Φεύγει και σώνεται», έλεγαν όλοι. Ηρθα στην Αθήνα για να πετάξω με την ''Κανάντιαν Πασίφικ''. Δεν ήξερα πού πήγαινα, θα ‘ναι όπως εδώ νόμιζα. Ούτε τη γλώσσα ήξερα, με πέντε λέξεις από το σχολείο έφτασα, τον Νοέμβριο του ‘69, και έντεκα δολάρια κρυμμένα στα ρούχα μου. Μας παρέλαβε το Γραφείο Μετανάστευσης, δήλωσα την ειδικότητά μου για να με ειδοποιήσουν όταν βρεθεί εργασία. Στις 20 μέρες έπιασα δουλειά σε έναν Ελληνα εστιάτορα στην κουζίνα, 500 μέτρα από το σπίτι μου. Ξεκίνησα 8 Δεκεμβρίου, 12 το μεσημέρι και στις 12 το βράδυ που σχόλασα είχε -30 βαθμούς και το χιόνι έξω ήταν ένα μέτρο. Τότε είπα ''πού ήρθες να ζήσεις;''. Δύο ώρες τη μέρα μάθαινα τη γλώσσα σε σχολείο. Γνώρισα παιδιά από Ελλάδα, παίζαμε μπάλα, πηγαίναμε βόλτα στο πάρκο ή καμιά φορά σε ''μπουζουξίδικα''. Η πλειονότητα των 20άρηδων συγχωριανών μου τότε ήταν μαζί μου στο Μόντρεαλ. Μετά τον πρώτο χρόνο, άρχισα να στέλνω λεφτά πίσω στην οικογένεια. Σου έλειπε η πατρίδα συνέχεια. Οταν πιάναμε στα χέρια μας γράμμα από δικούς μας, η χαρά ήταν μεγάλη. Ζούσες για λίγο στην Ελλάδα όσο το διάβαζες. Τηλέφωνα δεν παίρναμε, ήταν ακριβά. Πήρα όμως ένα και ήταν η αιτία που γύρισα. Οταν έμαθα ότι μια συμμαθήτρια από το χωριό πέρασε στο πανεπιστήμιο, τηλεφώνησα για να τη συγχαρώ. Δεν μου επέστρεψε την κλήση, της έγραψα ένα γράμμα και έτσι αρχίσαμε να αλληλογραφούμε. Το '74 ήρθα στην Ελλάδα για να αρραβωνιαστούμε και τα Χριστούγεννα του ίδιου χρόνου γύρισα οριστικά. Με τα λίγα λεφτά που είχα μαζέψει, πήραμε τα έπιπλα και τις οικοσκευές του πρώτου μας σπιτιού στην Αθήνα, σύντομα βρήκα και δουλειά», θυμάται ο Γιώργος, 69 ετών.

 Ένας γάμος και... 10 κουμπάροι

«Κάθε άνθρωπος έχει μια ιστορία», αναφέρει χαρακτηριστικά η ιστοσελίδα του Istorima. Η 95χρονη Ευανθία ανασύρει μια ιστορία γάμου από τις αναμνήσεις μιας ολόκληρης ζωής, που πρόλαβε να δει Πόλεμο, Κατοχή, Εμφύλιο, την πρόοδο της τεχνολογίας και την άνοδο του βιοτικού επιπέδου για την ίδια και τα παιδιά της. «Γεννήθηκα το ’25, τον Δεκέμβρη, δεν ξέρω μέρα. Ο άντρας μου με πέρναγε έξι χρόνια. Γνωριζόμασταν από το χωριό. Συνεννοηθήκαμε ότι το Πάσχα ανήμερα, στα 24 μου, θα έρθει να με ζητήσει από τον αδερφό μου, ο πατέρας μου δεν ζούσε. Πράγματι, ήρθε μαζί με δύο ''προξενητάδες'' συγγενείς του που κανόνισαν για τα προικιά. Τρία χωράφια είχε η οικογένειά μου. Ζήτησαν και πήραν ένα για τα πρόβατά του, δεν ήθελε να μας στερήσει αυτό με τις ντομάτες και το άλλο με τις ελιές, για να έχουμε να φάμε. Εγιναν τα ''στερεώματα'' και ορίστηκε η ημερομηνία του γάμου για τις 22 Οκτωβρίου 1950. Ο αδερφός μου με ρώτησε αν τον θέλω κι εγώ δεν είχα αντίρρηση. Η αδερφή του άντρα μου ήταν μοδίστρα, αυτή μου έφτιαξε ένα νυφικό κι ένα πέπλο, όχι από πρώτης ποιότητος ύφασμα, καθώς δεν τα 'χαμε όλα μπόλικα τότε κι ο άντρας μου αγόρασε τα γαμήλια παπούτσια από την πόλη. Τη μέρα του γάμου, με ανέβασαν σε μια καρέκλα πριν φύγω από το σπίτι να φιλήσω τα εικονίσματα στους τοίχους. Πέρασε ο γαμπρός με την ακολουθία του, με πήραν και πήγαμε μαζί στην εκκλησία περπατώντας. Είχαμε δέκα κουμπάρους, έπρεπε ο αριθμός να είναι ζυγός, όπως το ζευγάρι. Ηταν καλεσμένο όλο το χωριό. Το τραπέζι έγινε στο σπίτι του γαμπρού, χωρίς την οικογένεια μου, με σφαχτά, τραγούδι και χορό. Το ’51 γέννησα το πρώτο μου παιδί και το ’53 μας ξεσπίτωσε ο σεισμός. Μήνες ζούσαμε κάτω από τις ελιές σε σκηνές, μαζί με άλλες οικογένειες. Ο άντρας μου στερέωσε το σπίτι κι εκεί γέννησα τα άλλα δύο μου αγόρια, το ’54 και το ’60. Θυμάμαι όταν πήρα κι εγώ τη σύνταξη αγρότισσας στα 65 μου και δεν περίμενα να του πω πια ''δώσε μου''. Είναι μεγάλο πράγμα να έχει κι η γυναίκα το χαρτζιλίκι της».
 

Πενήντα χιλιάδες τέτοια σπάνια ιστορικά κλικ από τη νεότερη Ελλάδα θα σωθούν χάρη στο Istorima, μια ιδέα που γεννήθηκε από μία συνέντευξη της δημοσιογράφου Σοφίας Παπαϊωάννου στην ιστορικό Katherine Fleming, παντρεύοντας τις ιδιότητες των δύο γυναικών, και υλοποιείται με ιδρυτική δωρεά του ΙΣΝ, στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας για την Ενίσχυση και Επανεκκίνηση των Νέων και σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Καναδά Simon Fraser.

Η Αννα-Μαρία Κοσμόγλου από τη Διαχείριση Τμ. Δωρεών του ΙΣΝ μίλησε στον «Φ» για την ουσία του έργου και τα χρονοδιαγράμματα. «Το Ιδρυμα έψαχνε να κάνει κάτι ακόμα προς την κατεύθυνση της στήριξης των νέων και η ιδέα αυτή ήταν ό,τι καλύτερο, γιατί συνδυάζει και αυτό το σπουδαίο αποτέλεσμα. Οι ιστορίες που θα μαζέψουν οι μικροί ερευνητές θα περιλαμβάνουν από συνταγές μαγειρικής μέχρι αναμνήσεις από τον τρόπο ζωής των Ελλήνων. Η πρόσκληση συμμετοχής άρχισε το φθινόπωρο σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, τώρα τρέχει για Αργολίδα, Λακωνία, Αρκαδία, Μεσσηνία, ενώ παράλληλα απ' όσους νέους έχουν επιλεγεί κι εκπαιδευτεί η καταγραφή της ιστορίας μας έχει ήδη αρχίσει».

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στον Φιλελεύθερο την 1η Φεβρουαρίου.