Η άνοδος των πρώτων υλών απειλεί την οικοδομή

Η άνοδος των πρώτων υλών απειλεί την οικοδομή

Η ευφορία που έχει προκαλέσει το τελευταίο διάστημα η ανάκαμψη της οικοδομής συνοδεύεται πλέον από προβληματισμό. Κάθε παράγοντας κόστους γνωρίζει συνεχείς αυξήσεις, σπρώχνει προς τα πάνω τις τιμές και απειλεί να φρενάρει τη ζήτηση, την ώρα που αυτή έχει αναθερμανθεί. Κατασκευαστές που έχουν ξεκινήσει οικοδομές βλέπουν τους προϋπολογισμούς τους να τινάζονται στον αέρα, με κίνδυνο να μη μπορούν να τις ολοκληρώσουν και να υποστούν συντριπτικές απώλειες. Ταυτόχρονα ανατρέπονται και οι προϋπολογισμοί αγοραστών που έχουν συνάψει στεγαστικά δάνεια και τώρα βλέπουν τις τιμές των κατοικιών να τραβούν την ανηφόρα με αποτέλεσμα να καλούνται να βάλουν βαθύτερα το χέρι στην τσέπη, χωρίς να είναι βέβαιο ότι θα τα καταφέρουν.


Κατασκευαστές ενημερώνουν αγοραστές ότι τα κόστη των προς ανέγερση κατοικιών τους είναι απολύτως ενδεικτικά, καθώς η αγορά βιώνει μια από τις μεγαλύτερες ανατιμήσεις στις πρώτες ύλες. Ταυτόχρονα, τεχνικές εταιρείες εξηγούν ότι η προσφορά που δίνουν στους αυριανούς τους πελάτες θα είναι δεσμευτική, μόνο εφόσον τους προκαταβάλουν το 50% της αξίας για την αγορά πρώτων υλών.


Κάθε τι σπρώχνει προς τα πάνω τις τιμές, η κούρσα είναι άγνωστο που θα σταματήσει, και η ζήτηση για την αγορά ακινήτων τίθεται εν αμφιβόλω μέχρις ότου ξεκαθαρίσει το τοπίο και τα κόστη επανέλθουν σε μια ισορροπία.


Είχε προηγηθεί το προηγούμενο διάστημα μια απότομη αύξηση στην αξία της γης κάτι που εντάθηκε με την πανδημία. Σε δεύτερο στάδιο, άρχισαν να ανεβαίνουν τα ποσοστά της αντιπαροχής.

Με τη βοήθεια των τραπεζών που έχουν αρχίσει και πάλι να χορηγούν στεγαστικά δάνεια τροφοδοτώντας τη ζήτηση, οι τιμές πήραν ανοδική τροχιά. Στην εξίσωση ωστόσο έρχεται ο πληθωρισμός των οικοδομικών υλικών ο οποίος –λόγω της ενεργειακής κρίσης- τρέχει με διπλάσια ταχύτητα συγκριτικά με τον κανονικό πληθωρισμό. Ο Σεπτέμβριος έκλεισε με τα καύσιμα της οικοδομής να ακριβαίνουν κατά 24,8% και τον σίδηρο του οπλισμού να ακριβαίνει κατά 17% ενώ αντίστοιχα ποσοστά ανατιμήσεων καταγράφηκαν και στους χαλκοσωλήνες.

Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Ακριβότερη εκσκαφή, ακριβότερα μπετά, ακριβότερα υδραυλικά, ακριβότερα ηλεκτρολικά, ακριβότερα αλουμίνια. Όταν ο πληθωρισμός της οικοδομής τρέχει για τον Σεπτέμβριο με 5,1%, όταν ο Οκτώβριος είναι κατά γενική ομολογία δυσκολότερος, όταν οι μηχανικοί αναθεωρούν προς τα πάνω το κόστος κατασκευής βάζοντας τον πήχη στα 1300-1400 ευρώ κατά μέσο όρο, εγείρεται προφανώς το ερώτημα. Μπορεί –και ως πότε- να σηκώσει η αγορά κόστος νεόδμητου ακινήτου σε αυτά τα ύψη; Διότι με τα σημερινά δεδομένα, νεόδμητο ακίνητο με τιμή χαμηλότερη από τα 2000 ευρώ δύσκολα θα μπορεί να βρεθεί στην ελληνική επικράτεια κάτι που εντείνει τον προβληματισμό στους κατασκευαστές οι οποίοι έχουν ακόμη νωπές τις μνήμες από την προηγούμενη κρίση. Το ερώτημα είναι προφανές: επενδύεις σε ένα οικόπεδο κινδυνεύοντας να μείνουν ένα δύο διαμερίσματα απούλητα και να «εγκλωβιστεί» κεφάλαιο εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ;

Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που δημοσιεύτηκαν χθες αποτυπώνουν αυτό που ήταν κοινό μυστικό για όσους ασχολούνται με οικοδομικά υλικά. Το πετρέλαιο κίνησης βρίσκεται για έναν ακόμη μήνα στην κορυφή των αυξήσεων με θετική μεταβολή της τάξεως του 24,8%. Στις επόμενες θέσεις, γίνεται ιδιαίτερα αισθητή η αύξηση στις τιμές των μετάλλων. Ο σίδηρος οπλισμού εμφανίζεται ακριβότερος κατά 17% σε σχέση με πέρυσι ενώ οι χαλκοσωλήνες –βασικό υλικό και για ύδρευση και για θέρμανση- έχουν ανατιμηθεί κατά 15,7%. Ακολουθούν οι χάλκινοι αγωγοί με ποσοστό ανατίμησης της τάξεως του 15,7% ενώ τα θερμαντικά σώματα έχουν ακριβύνει κατά 8,7%. Εκτός από τα νεόδμητα, επηρεάζεται βέβαια και ένας άλλος τομέας της κτηματαγοράς που γνωρίζει άνθηση το τελευταίο διάστημα: οι επισκευές και οι ενεργειακές αναβαθμίσεις των ακινήτων. Δεν είναι τυχαίο ότι στο νέο εξοικονομώ το υπουργείο Περιβάλλοντος θα υποχρεωθεί να αυξηθεί τα πλαφόν των παρεμβάσεων. Έχει ήδη λάβει το μήνυμα από την αγορά ότι στο πρόγραμμα που «τρέχει» αυτή την περίοδο σε επίπεδο υλοποίησης, παρατηρούνται προβλήματα υλοποίησης καθώς άλλες τιμές υπολόγιζαν όσοι εντάχθηκαν στο πρόγραμμα και άλλες βλέπουν τώρα στην αγορά με αποτέλεσμα τα νούμερα να μην βγαίνουν.