Το μεγάλο «business» του ποδοσφαίρου
Shutterstock
Shutterstock

Το μεγάλο «business» του ποδοσφαίρου

Η πρόσφατη έκθεση της Deloitte για το παγκόσμιο ποδοσφαιρικό οικοσύστημα, Deloitte Football Money League (DFML) 2026, ξεπερνά τα στενά πλαίσια της λίστας με τους πλουσιότερους συλλόγους του πλανήτη. Αποτελεί το βαρόμετρο της παγκόσμιας ποδοσφαιρικής βιομηχανίας. Μιας βιομηχανίας που περνάει σε ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης.

Παλαιότερα τα έσοδα των ποδοσφαιρικών συλλόγων, βασίζονταν πάνω στα εισιτήρια των γηπέδων. Ακολούθησαν τα έσοδα από τους χορηγούς και τους διαφημιζόμενους στις αγωνιστικές φανέλες και στους αγωνιστικούς χώρους. Μετά ήρθε η εποχή των τηλεοπτικών δικαιωμάτων. Σύμφωνα με την έκθεση, σήμερα βρισκόμαστε στο στάδιο της μετάβασης από το παραδοσιακό ποδόσφαιρο των «τηλεοπτικών δικαιωμάτων» σε ένα νέο μοντέλο υβριδικής ψυχαγωγίας, όπου οι ομάδες λειτουργούν ως πολυεθνικοί «κολοσσοί» περιεχομένου, εμπορίου και εκμετάλλευσης ακινήτων.

Η έκθεση βασίζεται στα οικονομικά στοιχεία των είκοσι κορυφαίων ποδοσφαιρικών συλλόγων πλανήτη, που είναι: 

η Real Madrid με έσοδα 1,16 δισ., 

η FC Barcelona με 974,8 εκατ., 

η FC Bayern Munich με 860,6 εκατ., 

η Paris Saint-Germain με  837 εκατ., 

η Liverpool με 836,1 εκατ., 

η Manchester City με 829,3 εκατ., 

η Arsenal με 821,7 εκατ.

η Manchester United με 793,1 εκατ.

η Tottenham Hotspur με 672,6 εκατ.,

η Chelsea με 584,1 εκατ.,

η Inter με 537,5 εκατ.,

η Borussia Dortmund με 531,3 εκατ.,

η Atlético Madrid με 454,5 εκατ.,

η Aston Villa με 450,2 εκατ.,

η AC Milan με 410,4 εκατ.,

η Juventus με 401,7 εκατ.,

η Newcastle United με 398,4 εκατ.

η VfB Stuttgart με 296,3 εκατ.,

η SL Benfica με 283,4 εκατ. και 

η West Ham United  με 276 εκατ.

 

Η πιο εντυπωσιακή διαπίστωση της έκθεσης για το 2026, είναι η συνολική αύξηση των εσόδων των 20 κορυφαίων συλλόγων, που έφτασε στα 12,4 δισ. ευρώ. Αυτό το μέγεθος αντιπροσωπεύει μια αύξηση της τάξης του 11% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, παρά το γεγονός ότι ο πληθωρισμός και η αβεβαιότητα στις αγορές θα μπορούσαν να είχαν ανακόψει την πορεία αυτή. 

Τα τελευταία χρόνια, το «χρυσό αυγό» του ποδοσφαίρου ήταν τα τηλεοπτικά δικαιώματα (broadcasting). Με τις μάχες για την απόκτησή τους από τα τηλεοπτικά κανάλια να μνημονεύονται στη διεθνή βιβλιογραφία ως κορυφαία μαθήματα για διαπραγματεύσεις και μάρκετινγκ. Ωστόσο, η έκθεση του 2026 επιβεβαιώνει μια ιστορική στροφή. Τα εμπορικά έσοδα από χορηγίες, πωλήσεις προϊόντων, συνεργασίες με brands και από εξωαγωνιστικές δραστηριότητες αποτελούν πλέον το 43% των συνολικών εσόδων των ποδοσφαιρικώ συλλόγων, αγγίζοντας τα 5,3 δισ. ευρώ.

Αυτό συμβαίνει γιατί οι σύλλογοι έχουν αντιληφθεί ότι η τηλεοπτική αγορά έχει φτάσει σε ένα σημείο «κορεσμού». Με τη προσφορά αγωνιστικού θεάματος να υπερβαίνει ίσως τη ζήτηση. Λόγω των υπερβολικά πολλών αγώνων που μεταδίδονται από όλα τα πρωταθλήματα, τις συλλογικές και εθνικές ποδοσφαιρικές διοργανώσεις. 

Αντίθετα, η εμπορική εκμετάλλευση της παγκόσμιας βάσης οπαδών μέσω του e-commerce και των ψηφιακών πλατφορμών, φαίνεται να μην εμφανίζει όρια. Ετσι ομάδες όπως η Ρεάλ Μαδρίτης και η Μπάγερν Μονάχου ηγούνται αυτής της τάσης, διαφοροποιώντας τα έσοδά τους, ώστε να μην εξαρτώνται από τις διαθέσεις και πιέσεις των τηλεοπτικών παρόχων. Για παράδειγμα η Ρεάλ εμφάνισε έσοδα 594 εκατ. ευρώ από εμπορικές δραστηριότητες, 335 εκατ. ευρώ από τηλεοπτικά δικαιώματα και 233 εκατ. ευρώ από εισιτήρια των ποδοσφαιρικών αγώνων.

Ουσιαστικά το οικονομικό έτος 2025 σηματοδότησε την πλήρη δικαίωση των συλλόγων που επένδυσαν σε υποδομές. Τα έσοδα από τις ημέρες των αγώνων, τα λεγόμενα Matchday, εκτοξεύθηκαν, καθώς τα γήπεδα δεν είναι πλέον απλώς χώροι διεξαγωγής ποδοσφαιρικών αγώνων 90 λεπτών, αλλά προορισμοί αναψυχής, διασκέδασης και ελεύθερου χρόνου. Έτσι οι δυο σύλλογοι με τα καλύτερα γήπεδα της Ευρώπης, η Ρεάλ Μαδρίτης και η Τόττεναμ, εμφανίζουν έσοδα που ξεπερνούν τα 150-200 εκατ. ευρώ ετησίως μόνο από τις γηπεδικές εγκαταστάσεις τους. Έσοδα που βασίζονται στη στρατηγική των 365 ημερών λειτουργίας. Λειτουργίας η οποία προβλέπει συναυλίες, συνέδρια, επιχειρηματικές συναντήσεις, εστιατόρια υψηλής γαστρονομίας και VIP εμπειρίες, που μετατρέπουν το ακίνητο / γήπεδο σε μια διαρκή πηγή εσόδων και μάλιστα άμεσης ρευστότητας.

Το ποδόσφαιρο παύει να είναι ένα «άθλημα που φέρνει έσοδα». Μετατρέπεται σε μια επιχειρηματική «πλατφόρμα με άθλημα». Οι νικητές της επόμενης δεκαετίας στο χώρο των ποδοσφαιρικών συλλόγων, δεν θα είναι απαραίτητα αυτοί με τις περισσότερες νίκες στο γήπεδο, τα περισσότερα κύπελλα στην τροπαιοθήκη τους ή τις πιο εντυπωσιακές μεταγραφές. 

Αλλά αυτοί που θα καταφέρουν να μετατρέψουν τον οπαδό – φίλο τους, σε «χρήστη» ενός ευρύτερου οικοσυστήματος υπηρεσιών. Όχι μόνο εντός του γηπέδου, αλλά και μέσω υπηρεσιών τηλεοπτικής ροής OTT / Over The Top platforms και υπηρεσιών ηλεκτρονικού εμπορίου στην άλλη άκρη της γης. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι μεγάλες ποδοσφαιρικές δυνάμεις δίνουν αγώνες προετοιμασίας σε «άγουρες» ποδοσφαιρικές αγορές όπως είναι οι αραβικές χώρες, η Κίνα, η Ιαπωνία, η Αυστραλία, αλλά και οι ΗΠΑ, μεγεθύνοντας με αυτόν τον τρόπο το γεωγραφικό εκτόπισμα του «brand name» τους, που σε αυτήν την περίπτωση είναι το όνομα του ποδοσφαιρικού συλλόγου.  

Κλασσικά παράδειγμα, οικονομικής επιτυχίας που δεν συνοδεύεται απαραίτητα από αντίστοιχες αγωνιστικές επιτυχίες, αποτελούν ποδοσφαιρικοί σύλλογοι της Premier League όπως είναι η Tottenham, η Newcastle, η West Ham, αλλά και η Manchester United τα τελευταία χρόνια. Δηλαδή σύλλογοι οι οποίοι βρίσκονται σταθερά στις τοπ είκοσι ομάδες της FIFA, επειδή έχουν επενδύσει στη δημιουργία ολοκληρωμένων εμπορικών οικοσυστημάτων, στα οποία το εμπορικό σήμα, δηλαδή το «έμβλημα των συλλόγου» λειτουργεί ως βάση για την ανάπτυξη πλατφόρμας πολλαπλών δραστηριοτήτων που οδηγούν σε περισσότερα έσοδα. Σε μια χώρα που το ποδόσφαιρο είχε πεθάνει πριν από σαράντα χρόνια στα χέρια των χούλιγκανς και στα τραγικά γήπεδα. Εκεί όπου «the game died and was reborn», «το άθλημα πέθανε και αναγεννήθηκε», όπως έλεγε με υπερηφάνεια η κορυφαία Βρετανίδα πρωθυπουργός Μάργκαρετ Θάτσερ.