Το ευρώ και οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι «πιέζουν» τη Λαγκάρντ
(AP Photo/Harry Nakos)
(AP Photo/Harry Nakos)

Το ευρώ και οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι «πιέζουν» τη Λαγκάρντ

Το περίφημο plan B, στο οποίο αναφέρθηκε η Κριστίν Λαγκάρντ από το βήμα του Νταβός και με φόντο την επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ της ΕΕ και των ΗΠΑ, συζητείται ολοένα και περισσότερο στον ουρανοξύστη της Γκροσμαρκτχάλε στη Φρανκφούρτη. Οι νέες συνθήκες που διαμορφώνουν οι πολιτικές του Ντόναλντ Τραμπ καθιστούν επιτακτική την ανάγκη να βρίσκονται σε πλήρη εγρήγορση οι κεντρικοί τραπεζίτες της Ευρωζώνης, παρά το γεγονός ότι θεωρείται δεδομένο ότι τα επιτόκια θα παραμείνουν αμετάβλητα τον Φεβρουάριο.

Θα μειώσει ξανά τα επιτόκια η Λαγκάρντ τον Μάρτιο για να αποσοβήσει τους κινδύνους που απορρέουν από την εκούσια αποδυνάμωση του δολαρίου; Μπορούν οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι να επηρεάσουν τη στρατηγική της ΕΚΤ σε ό,τι αφορά τη νομισματική πολιτική; Αυτά είναι τα πιο σοβαρά ερωτήματα που απασχολούν την επενδυτική κοινότητα ενόψει της συνεδρίασης της ΕΚΤ την ερχόμενη Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου. 

Σε μία πρώτη ανάγνωση τα οικονομικά στοιχεία των τελευταίων εβδομάδων έχουν κάνει πολύ πιο εύκολη τη δουλειά της Λαγκάρντ, υπό την έννοια ότι δικαιολογούν πλήρως τη διατήρηση των επιτοκίων στα υφιστάμενα επίπεδα. Διότι η οικονομία της Ευρωζώνης δείχνει να αναπτύσσεται ικανοποιητικά (τουλάχιστον με τους ρυθμούς που μας έχει συνηθίσει) και ο πληθωρισμός κυμαίνεται πέριξ του στόχου του 2%. Επομένως το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων μπορεί να διατηρηθεί αμετάβλητο στο 2% ενδεχομένως και καθ’ όλη τη διάρκεια του 2026. 

Μακάρι όμως να ήταν τόσο απλά τα πράγματα. Βλέπετε, η αποδυνάμωση του δολαρίου μέσα στον τελευταίο χρόνο έχει οδηγήσει το ευρώ στα 1,20 δολάρια, χτυπώντας τα πρώτα καμπανάκια στα κεντρικά γραφεία της ΕΚΤ. Η Λαγκάρντ και πολλά από τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ανησυχούν για την άνοδο του ευρώ και η συνέχιση του ράλι θα μπορούσε να φέρει νέα μείωση των επιτοκίων στις 19 Μαρτίου. 

Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του κεντρικού τραπεζίτη της Αυστρίας (ένα από τα πιο αυστηρά «γεράκια» της ΕΚΤ), σύμφωνα με την οποία, στην περίπτωση που το ευρώ ανατιμηθεί περαιτέρω, μπορεί να ενεργοποιήσει τα αντανακλαστικά της ΕΚΤ. Ο ίδιος βέβαια έσπευσε να ξεκαθαρίσει ότι πιθανή μείωση των επιτοκίων δεν θα οφείλεται σε αυτή καθαυτή την ισοτιμία, αλλά στο γεγονός ότι η άνοδος του ευρώ μεταφράζεται σε χαμηλότερο πληθωρισμό, μία συνθήκη που σαφέστατα αποτελεί ζήτημα νομισματικής πολιτικής. 

Σε αυτό το σημείο έχει σημασία να υπενθυμίσουμε μία δήλωση του αντιπροέδρου Λουίς ντε Γκίντος. Ο απερχόμενος αξιωματούχος της ΕΚΤ είχε πει το περασμένο καλοκαίρι ότι ένα αποδεκτό επίπεδο για το ευρώ είναι τα 1,20 δολάρια, ωστόσο οτιδήποτε υψηλότερο θα περιέπλεκε τα πράγματα. Το ευρώ ανήλθε στα 1,20 δολάρια την περασμένη Τρίτη και σήμερα βρίσκεται λίγο πάνω από τα 1,19 δολάρια, αποδεικνύοντας ότι αργά ή γρήγορα οι κεντρικοί τραπεζίτες θα πρέπει να συζητήσουν σοβαρά τις επιπτώσεις του ισχυρού κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος.

Σύμφωνα με την ING, το πρόσφατο ράλι του ευρώ επηρεάζει αρνητικά τις προβλέψεις των αναλυτών της ΕΚΤ που δημοσιεύτηκαν τον Δεκέμβριο κατά περίπου 0,1 ποσοστιαία μονάδα. Από τον Δεκέμβριο, το ευρώ έχει ανατιμηθεί κατά περίπου 3,5% έναντι του δολαρίου και κατά 1,5% έναντι ενός καλαθιού νομισμάτων. Αυτό συνεπάγεται ότι αν οι προβλέψεις της ΕΚΤ γίνονταν σήμερα, θα έδειχναν εξασθένηση του πληθωρισμού κάτω από το 2% σε ολόκληρο τον τριετή ορίζοντα πρόβλεψης. 

Κατά συνέπεια, είναι εύλογο να εκφράζονται ανησυχίες αλλά και απόψεις που τάσσονται υπέρ της στήριξης της ανάπτυξης με μία νέα μείωση τον Μάρτιο.

Υπάρχει όμως και μία άλλη παράμετρος, που σχετίζεται με τη μεγάλη αβεβαιότητα που περιβάλλει τα πάντα και ειδικότερα την αύξηση των γεωπολιτικών κινδύνων. Όπως σημειώνει η ING, μέχρι σήμερα παρατηρείται σαφής αποσύνδεση μεταξύ των γεωπολιτικών και μακροοικονομικών εξελίξεων. 

Κανείς ωστόσο δεν γνωρίζει κατά πόσο αυτή η αποσύνδεση θα συνεχιστεί ή αν η μία πλευρά της εξίσωσης θα μετακινηθεί. Και ενώ είναι πιθανό να μειωθούν οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι ή η οικονομία να επιβραδύνει, η ΕΚΤ δύσκολα να δράσει επιθετικά αν οι αβεβαιότητες δεν αλλάξουν δραματικά το οικονομικό outlook. Έχει αποδειχθεί, άλλωστε, στο παρελθόν, ότι η ΕΚΤ παίρνει αποφάσεις που στηρίζουν την οικονομική δραστηριότητα μόνο όταν επιβεβαιώνονται οι ανησυχίες και σοβαρά γεωπολιτικά ή άλλα επεισόδια αρχίζουν να πλήττουν επικίνδυνα την οικονομία. 

Τέλος, τα πονταρίσματα των επενδυτών δίνουν πιθανότητες μόλις 12,7% να προχωρήσει σε μείωση των επιτοκίων η Λαγκάρντ στο 1,75% τον Μάρτιο. Οι πιθανότητες μείωσης αυξάνονται στο 25% για τον Απρίλιο και κυμαίνονται μεταξύ 30%-40% για το υπόλοιπο του έτους.