Σάββας Χαραλαμπίδης, Γενικός Διευθυντής Gilead Sciences Ελλάδας, Κύπρου & European Distributor Markets & Αντιπρόεδρος Δ.Σ. Pharma Innovation Forum (PIF)
Η καινοτομία στην υγεία ως επένδυση για την ελληνική οικονομία

Η καινοτομία στην υγεία ως επένδυση για την ελληνική οικονομία

Σάββας Χαραλαμπίδης, Γενικός Διευθυντής Gilead Sciences Ελλάδας, Κύπρου & European Distributor Markets & Αντιπρόεδρος Δ.Σ. Pharma Innovation Forum (PIF)

Γιατί η βιώσιμη φαρμακευτική πολιτική είναι προϋπόθεση ανάπτυξης και όχι δαπάνη

Σε μια οικονομία που δοκιμάζεται από διαδοχικές κρίσεις, η υγεία δεν είναι «κέντρο κόστους» αλλά στρατηγικό περιουσιακό στοιχείο. Κάθε βελτίωση στην πρόσβαση, κάθε ταχύτερη υιοθέτηση καινοτόμων θεραπειών, κάθε μείωση των καθυστερήσεων μεταφράζεται σε παραγωγικές ώρες που δεν χάνονται, σε νοσηλείες που αποτρέπονται και σε δημοσιονομικές πιέσεις που αποκλιμακώνονται στην πράξη. Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να περιορίσουμε τη φαρμακευτική δαπάνη, αλλά να τη μετατρέψουμε σε αναπτυξιακή απόδοση.

Ωστόσο, η ελληνική φαρμακευτική πολιτική εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την καινοτομία με όρους διαχείρισης κόστους. Το clawback, ένας μηχανισμός που θεσπίστηκε ως προσωρινό μέτρο κρίσης, έχει εξελιχθεί σε σταθερό δημοσιονομικό «σωσίβιο». Όμως όσο περισσότερο επενδύουμε σε νέες θεραπείες, τόσο αυξάνονται και οι υποχρεωτικές επιστροφές — δημιουργώντας ένα παράδοξο σύστημα που τιμωρεί την επιτυχία και αποθαρρύνει την πρόοδο.

Η εικόνα αυτή δεν οφείλεται μόνο στα επίπεδα των επιστροφών, αλλά στη συνολική έλλειψη προβλεψιμότητας. Οι τιμές των φαρμάκων στη χώρα μας ξεκινούν χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, όμως το ρυθμιστικό περιβάλλον παραμένει ασταθές, μεταβάλλοντας κανόνες και υποχρεώσεις σχεδόν κάθε χρόνο. Σε μια περίοδο όπου οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επαναπροσδιορίζουν τη σχέση βιωσιμότητας και πρόσβασης, η Ελλάδα κινδυνεύει να εμφανίζεται ως αγορά με αυξημένο ρίσκο για επενδύσεις και περιορισμένη ικανότητα απορρόφησης καινοτομίας.

Η φαρμακευτική καινοτομία, αντίθετα, θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως μοχλός ανάπτυξης. Κάθε ασθενής που θεραπεύεται έγκαιρα δεν αποτελεί «κόστος», αλλά ενεργό μέλος της κοινωνίας και της οικονομίας. Οι νέες θεραπείες μειώνουν νοσηλείες, περιορίζουν χρόνιες επιβαρύνσεις και ενισχύουν την παραγωγικότητα. Αυτά είναι απτά οφέλη που επιστρέφουν πολλαπλάσια στην οικονομία — κάτι που καμία «λογιστική εξίσωση» δεν μπορεί να αποτυπώσει. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα της βιωσιμότητας: όχι το άθροισμα των επιστροφών, αλλά η απόδοση της επένδυσης στην υγεία.

Η μεταρρύθμιση της φαρμακευτικής πολιτικής, επομένως, δεν μπορεί να περιορίζεται σε «διορθώσεις» ή ετήσιες υποσχέσεις μείωσης του clawback. Χρειάζεται νέο οικονομικό πλαίσιο, ένα σύμφωνο εμπιστοσύνης μεταξύ Πολιτείας και βιομηχανίας. Ένα πλαίσιο με σαφείς, μακροπρόθεσμους κανόνες, όπου η εξέλιξη της φαρμακευτικής δαπάνης συνδέεται με την πορεία του ΑΕΠ, με τους δημογραφικούς δείκτες και με μετρήσιμα αποτελέσματα υγείας — όχι με οριζόντιες, απρόβλεπτες παρεμβάσεις.

Η επόμενη μέρα προϋποθέτει τρία συγκεκριμένα βήματα:

  1. Αναθεώρηση του δημόσιου προϋπολογισμού υγείας ώστε να αντικατοπτρίζει τις πραγματικές ανάγκες του πληθυσμού και τη δημογραφική γήρανση. Η χώρα δεν μπορεί να σχεδιάζει πολιτική πρόσβασης με βάση ιστορικές «οροφές» που δεν συνομιλούν με την επιδημιολογία του σήμερα.
  2. Θεσμική σταθερότητα και προβλεψιμότητα για τη βιομηχανία. Οι εταιρείες σχεδιάζουν επενδύσεις με ορίζοντα πενταετίας και όχι εξαμήνου. Χωρίς σταθερό κανονιστικό περιβάλλον, η κλινική έρευνα συρρικνώνεται και οι νέες θεραπείες φτάνουν στους ασθενείς με καθυστέρηση.
  3. Συμμετοχική διακυβέρνηση με διαφάνεια δεδομένων. Πολιτεία, γιατροί, ασθενείς και βιομηχανία χρειάζονται κοινό πίνακα ελέγχου: benchmarking, HTA με σαφή χρονοδιαγράμματα, real-world evidence, και προνοητικά εργαλεία όπως το Horizon Scanning. Ένα «Σχήμα Μεταβατικής Αποζημίωσης» για καινοτόμες θεραπείες μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα, εφόσον στηρίζεται σε επαρκείς πόρους και καθαρούς κανόνες.

Παράλληλα, η Πολιτεία οφείλει να απεγκλωβίσει κρίσιμες κατηγορίες από λογικές «δημοσιονομικού αυτοματισμού». Η κάλυψη φαρμάκων χαμηλής τιμής από δημόσιους πόρους, η ταχύτερη διεκπεραίωση των διαδικασιών αποζημίωσης, και η αποσύνδεση της διαπραγμάτευσης από το ποσοστό clawback (ώστε κεντρικό κριτήριο να παραμένει η κλινική αξία) είναι κινήσεις που διορθώνουν στρεβλώσεις χωρίς να επιβαρύνουν δυσανάλογα το σύστημα.

Η εμπειρία των τελευταίων ετών απέδειξε ότι η φαρμακευτική πολιτική δεν μπορεί να είναι «λογιστική πράξη». Η βιωσιμότητα δεν προκύπτει από το άθροισμα των επιστροφών, αλλά από την ισορροπία εμπιστοσύνης. Αν η Πολιτεία προσφέρει σταθερότητα, η βιομηχανία μπορεί να προσφέρει όχι μόνο καινοτόμα φάρμακα, αλλά και απασχόληση, έρευνα, εξαγωγές — δηλαδή πραγματική ανάπτυξη.

Η Ελλάδα έχει τα συστατικά για να το πετύχει: ισχυρό επιστημονικό δυναμικό, εταιρείες με διεθνή παρουσία και θεσμούς που μπορούν να στηρίξουν ένα πιο ώριμο πλαίσιο συνεργασίας. Αυτό που λείπει είναι η κοινή γλώσσα. Ένα νήμα που θα ενώσει τις προθέσεις όλων σε κοινό σχέδιο, με στόχο όχι απλώς να μειώσουμε την υπέρβαση, αλλά να αυξήσουμε την απόδοση του συστήματος.

Η φαρμακευτική καινοτομία δεν είναι εχθρός του προϋπολογισμού — είναι επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο της χώρας. Κάθε μέτρο πολιτικής που δεν το αναγνωρίζει, καθυστερεί την πρόοδο και υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα. Η υγεία δεν είναι «δαπάνη» που πρέπει να περιοριστεί, αλλά επένδυση που πρέπει να αποδίδει — για τους ασθενείς, για την οικονομία, για την κοινωνία.