Με ένα σαφές μήνυμα ότι ο ελληνικός τουρισμός δεν μπορεί πλέον να πορεύεται μόνο με την αδράνεια της επιτυχίας, αλλά χρειάζεται σχέδιο, προσανατολισμό και συνειδητές επιλογές, ο πρόεδρος του ΣΕΤΕ, Γιάννης Παράσχης, έδωσε τον τόνο στο φετινό Συνέδριο του Συνδέσμου.
Μιλώντας σε μια συγκυρία όπου οι αριθμοί επιβεβαιώνουν τη δυναμική του κλάδου, αλλά ταυτόχρονα αποκαλύπτουν τα όριά του, ο κ. Παράσχης σκιαγράφησε τις προκλήσεις, τους στόχους και τους άξονες πάνω στους οποίους καλείται να κινηθεί ο ελληνικός τουρισμός τα επόμενα χρόνια. Όπως τόνισε, «δεν μας αρκεί να παρακολουθούμε τις εξελίξεις. Θέλουμε ο ελληνικός τουρισμός να προηγείται».
O πρόεδρος του ΣΕΤΕ περιέγραψε τη χρονιά που κλείνει ως απαιτητική, αλλά και επιτυχημένη. Τα στοιχεία είναι ενδεικτικά, καθώς όπως είπε υπάρχει αύξηση 4% στις αφίξεις και 9% στις ταξιδιωτικές εισπράξεις, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, εξέλιξη που, όπως υπογράμμισε, στηρίζει την επιδίωξη για ποιοτικότερο τουρισμό. Παράλληλα, η επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου κερδίζει έδαφος και νέες μορφές εμπειρίας αναδύονται.
Ωστόσο, πίσω από τη θετική συνολική εικόνα, πολλές επιχειρήσεις λειτουργούν «στα όρια», πιεζόμενες από αυξημένα κόστη, ρυθμιστικά βάρη, ελλείψεις προσωπικού και ένα διεθνές περιβάλλον έντονης αβεβαιότητας. «Αυτή η διπλή πραγματικότητα είναι και το σημείο εκκίνησης της συζήτησής μας», τόνισε χαρακτηριστικά στο συνέδριο του ΣΕΤΕ.
Tourism Ahead: Η πυξίδα του αύριο
Με περισσότερες από 40 εκατ. αφίξεις και προβλέψεις για ταξιδιωτικές εισπράξεις άνω των 22,5 δισ. ευρώ το 2025, ο ελληνικός τουρισμός έχει ξεπεράσει, σύμφωνα με τον κ. Παράσχη, όλες τις εκτιμήσεις και τους στόχους που είχαν τεθεί μέχρι σήμερα. Αυτή η νέα βάση εκκίνησης επιβάλλει και το επόμενο βήμα, ήτοι τον καθορισμό μιας «πυξίδας για το αύριο».
«Η πορεία που σχεδιάζουμε σήμερα είναι ένας χάρτης για επιχειρήσεις, προορισμούς, θεσμούς και εργαζόμενους», ανέφερε, εξηγώντας ότι το φετινό Συνέδριο εστιάζει στις βασικές προκλήσεις της επόμενης ημέρας.
Γεωπολιτική αβεβαιότητα και ευρωπαϊκή στρατηγική
Πρώτος άξονας, το γεωπολιτικό και γεωοικονομικό περιβάλλον. Πόλεμοι, ανακατατάξεις στις αγορές, πληθωριστικές πιέσεις, δασμοί, προστατευτισμός και αυξημένοι έλεγχοι στις μετακινήσεις δεν είναι, όπως είπε, αφηρημένες έννοιες. «Μεταφράζονται σε αυξομειώσεις κρατήσεων, σε ρίσκο, σε ανάγκη για ανθεκτικότητα».
Στο πλαίσιο αυτό, στάθηκε ιδιαίτερα ο κ. Παράσχης στο γεγονός ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο διαμορφώνεται για πρώτη φορά μια ολοκληρωμένη στρατηγική για τον τουρισμό, ενώ χαρακτήρισε «ευτυχή συγκυρία» την ανάθεση του χαρτοφυλακίου Βιώσιμων Μεταφορών και Τουρισμού στον Απόστολο Τζιτζικώστα. «Ως ΣΕΤΕ, θα αξιοποιήσουμε πλήρως αυτή τη δυνατότητα, με τεκμηριωμένες προτάσεις και σταθερή παρουσία στον ευρωπαϊκό διάλογο», ανέφερε.
Καινοτομία και τεχνολογία: από επιλογή σε αναγκαιότητα
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην καινοτομία και τις νέες τεχνολογίες. Η τεχνητή νοημοσύνη, η ανάλυση δεδομένων και τα έξυπνα εργαλεία διαχείρισης δεν αποτελούν πλέον υπόσχεση για το μέλλον, αλλά καθημερινότητα για τις ανταγωνιστικές επιχειρήσεις. Το κρίσιμο ερώτημα, όπως το έθεσε, είναι «αν θα επιλέξουμε να καθοδηγήσουμε αυτή την αλλαγή ή θα την ακολουθήσουμε εκ των υστέρων».
Αναφορικά με την βιώσιμη ανάπτυξη, ο κ. Παράσχης είπε ότι οι ιδιωτικές επενδύσεις των τελευταίων ετών έχουν αναβαθμίσει το τουριστικό προϊόν, όμως χωρίς σύγχρονες μεταφορές, δίκτυα και περιβαλλοντικές υποδομές, «κανένα τουριστικό προϊόν δεν μπορεί να διατηρήσει για πολύ την αξία του». Ο κ. Παράσχης συνέδεσε άμεσα τη βιωσιμότητα με την κοινωνική αποδοχή του τουρισμού, επισημαίνοντας ότι αυτή εξαρτάται από τη διαχείριση της πίεσης στους προορισμούς και την καθημερινότητα των κατοίκων. Παράλληλα, έκανε ειδική μνεία στην πρωτοβουλία METRON Sustainable Tourism, που μετατρέπει τη βιωσιμότητα σε μετρήσιμη πρακτική.
Οι άνθρωποι του τουρισμού στο επίκεντρο
Εξίσου κρίσιμος είναι ο παράγοντας ανθρώπινο δυναμικό. Η έλλειψη προσωπικού, οι νέες δεξιότητες και η εκπαίδευση δεν αποτελούν τεχνικό ζήτημα, αλλά «στρατηγικό διακύβευμα» για την ποιότητα και τη βιωσιμότητα του κλάδου. «Αν θέλουμε να προσελκύσουμε και να κρατήσουμε ικανά στελέχη, πρέπει να επενδύσουμε σε καλύτερες συνθήκες εργασίας και σε μια νέα κουλτούρα συνεργασίας», υπογράμμισε ο πρόεδρος του ΣΕΤΕ.
