Από τη δεκαετία του ’80 και τη δημιουργία της Amita, μέχρι τις σημερινές επενδύσεις σε νέες γεύσεις και κατηγορίες, η έρευνα και ανάπτυξη αποτελεί έναν από τους καθοριστικούς πυλώνες της Coca-Cola Τρία Έψιλον.
Το ελληνικό Κέντρο Έρευνας & Ανάπτυξης (R&D Centre) λειτουργεί εδώ και δεκαετίες ως εργαστήριο καινοτομίας, συμβάλλοντας όχι μόνο στην εγχώρια αγορά, αλλά και στη συνολική στρατηγική της Coca-Cola HBC στην Ευρώπη.
Σε έναν Όμιλο που διαθέτει μεγάλα ερευνητικά κέντρα σε χώρες όπως το Βέλγιο και οι ΗΠΑ, η Ελλάδα διατηρεί έναν διακριτό ρόλο. Το ελληνικό R&D δεν ανταγωνίζεται τους διεθνείς κόμβους, αλλά συμπληρώνει το παγκόσμιο δίκτυο καινοτομίας, εστιάζοντας στην εξέλιξη προϊόντων, την προσαρμογή γεύσεων και την ενίσχυση υφιστάμενων brands.
Η επένδυση των 350.000 ευρώ και το αποτύπωμα
Πρόσφατα, ο Όμιλος Coca-Cola HBC ανακοίνωσε επένδυση ύψους 350.000 ευρώ για την αναβάθμιση του ελληνικού R&D Centre. Πρόκειται για μια στοχευμένη κίνηση που ενισχύει τον χαρακτήρα της ελληνικής μονάδας ως περιφερειακού κόμβου καινοτομίας για το λεγόμενο «24/7 χαρτοφυλάκιο» του Ομίλου, δηλαδή προϊόντα που καλύπτουν διαφορετικές στιγμές κατανάλωσης μέσα στην ημέρα.
Η επένδυση αφορά την εγκατάσταση προηγμένου τεχνολογικού εξοπλισμού και σύγχρονων υποδομών, που επιτρέπουν περισσότερες δοκιμές, ταχύτερη ανάπτυξη νέων γεύσεων και καλύτερη προσαρμογή στις τάσεις της αγοράς τροφίμων και ποτών.
Οι κατηγορίες στις οποίες επικεντρώνεται το Κέντρο περιλαμβάνουν χυμούς, εμφιαλωμένο νερό, σνακ, αλλά και premium αλκοολούχα ποτά, έναν τομέα στον οποίο η Coca-Cola Τρία Έψιλον έχει ενισχύσει την παρουσία της με brands όπως Finlandia, Gin Mare και Jack Daniel’s.
Σύμφωνα με στελέχη της εταιρείας, η στρατηγική δεν προβλέπει τη δημιουργία εντελώς νέων κατηγοριών, αλλά την εξέλιξη των υφιστάμενων μέσω νέων γεύσεων και καινοτόμων προσεγγίσεων, με στόχο τα νέα προϊόντα να έχουν τοποθετηθεί στην αγορά έως το καλοκαίρι του 2026.
Από την Amita στο ευρωπαϊκό χαρτοφυλάκιο
Η παρουσία της έρευνας και ανάπτυξης της Coca-Cola στην Ελλάδα ξεκινά ήδη από το 1983, με τη δημιουργία της Amita, του πρώτου συσκευασμένου χυμού που κυκλοφόρησε στην ελληνική αγορά. Η επιτυχία του προϊόντος αποτέλεσε ορόσημο για τον κλάδο και έθεσε τις βάσεις για τη μετέπειτα ανάπτυξη του R&D στη χώρα.
Από το 2016 και μετά, η δραστηριότητα του ελληνικού R&D Centre διευρύνθηκε σημαντικά, καλύπτοντας προϊόντα του ευρύτερου Ομίλου Coca-Cola HBC. Σήμερα, τα προϊόντα που σχεδιάζονται ή εξελίσσονται στην Ελλάδα απευθύνονται σε έξι αγορές: Ελλάδα, Κύπρο, Ιρλανδία, Σερβία, Ιταλία και Αλβανία, επιβεβαιώνοντας τον διεθνή χαρακτήρα του Κέντρου.
Μεταξύ των brands που υποστηρίζονται περιλαμβάνονται οι Amita, Fruice, Deep River Rock Water, Λανίτης και Next, ενώ παράλληλα το ελληνικό R&D συνεχίζει να συμβάλλει στη διαχρονική εξέλιξη εμβληματικών εγχώριων προϊόντων όπως Amita Motion, Frulite, Avra και Tsakiris Chips.
Ο ρόλος του R&D στην κερδοφορία
Η αξία του R&D για την Coca-Cola HBC είναι στρατηγική. Η έρευνα και ανάπτυξη λειτουργεί ως καταλύτης για την κερδοφορία, καθώς επιτρέπει στον Όμιλο να ανανεώνει το χαρτοφυλάκιό του, να ανταποκρίνεται στις μεταβαλλόμενες προτιμήσεις των καταναλωτών και να διατηρεί ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε ώριμες και απαιτητικές αγορές.
Σε αυτό το πλαίσιο, το ελληνικό R&D Centre δεν αποτελεί απλώς μια υποστηρικτική δομή, αλλά έναν κρίσιμο κρίκο στην αλυσίδα καινοτομίας της Coca-Cola HBC, με αποτύπωμα που ξεπερνά τα σύνορα της χώρας.
