Νέα δεδομένα έρχονται για το κόστος μετακίνησης και τους οδηγούς σε ολόκληρη την Ευρώπη λόγω καινούργιας ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Από το 2028, οι τιμές των καυσίμων αναμένεται να κινηθούν ανοδικά, όχι λόγω διεθνών κρίσεων ή φορολογικών αποφάσεων, αλλά εξαιτίας της πλήρους εφαρμογής του δεύτερου ευρωπαϊκού συστήματος εμπορίας εκπομπών CO₂, γνωστού ως ETS2.
Με το νέο σύστημα ETS2, από το 2027 οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην εμπορία καυσίμων, από τα διυλιστήρια έως τα πρατήρια, θα υποχρεώνονται να προμηθεύονται δικαιώματα εκπομπών CO₂ για τις ποσότητες βενζίνης, πετρελαίου ή φυσικού αερίου που διαθέτουν στην αγορά. Το πρόσθετο αυτό κόστος δύσκολα μπορεί να απορροφηθεί από τις ίδιες τις εταιρείες, με αποτέλεσμα να μετακυλίεται σταδιακά στον καταναλωτή, μέσω της τιμής στην αντλία ή του λογαριασμού θέρμανσης.
Τυπικά, το ETS2 τίθεται σε ισχύ από το 2027, ωστόσο, οι πραγματικές οικονομικές συνέπειες για τους καταναλωτές τοποθετούνται χρονικά ένα έτος αργότερα, όταν το κόστος θα αρχίσει να αποτυπώνεται στις τελικές τιμές. Το νέο αυτό πλαίσιο επεκτείνει τη λογική του υπάρχοντος συστήματος ρύπων, που εδώ και χρόνια αφορά την ηλεκτροπαραγωγή και τη βαριά βιομηχανία, στους τομείς των οδικών μεταφορών και της θέρμανσης.
Οι εκτιμήσεις για το extra κόστος επιβάρυνσης
Ως προς το ύψος της επιβάρυνσης, οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι στις πρώτες φάσεις εφαρμογής του μέτρου, από το 2027, οι τιμές των καυσίμων ενδέχεται να αυξηθούν κατά 10 έως 15 λεπτά ανά λίτρο, με ορισμένα σενάρια να ανεβάζουν την επιβάρυνση έως και τα 30 λεπτά. Σε βάθος χρόνου και ανάλογα με την πορεία των τιμών των δικαιωμάτων εκπομπών, η πρόσθετη επιβάρυνση θα μπορούσε έως το 2035 να προσεγγίσει ακόμη και τα 50 λεπτά ανά λίτρο.
Αναλυτικότερα, σύμφωνα με εκτιμήσεις διεθνούς συμβουλευτικής εταιρείας BIP, η ετήσια πρόσθετη επιβάρυνση για τα καύσιμα κίνησης μπορεί να ανέλθει στα 250 έως 300 ευρώ ανά νοικοκυριό, ενώ για τη θέρμανση το αντίστοιχο κόστος υπολογίζεται μεταξύ 500 και 600 ευρώ. Παρότι σε θεσμικό επίπεδο δεν πρόκειται για «νέο φόρο», στην πράξη το αποτέλεσμα θα είναι παρόμοιο, καθώς η επιβάρυνση θα ενσωματωθεί άμεσα στην τελική τιμή.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε μια περίοδο όπου οι τιμές των καυσίμων παραμένουν ήδη σε υψηλά επίπεδα. Για την Ελλάδα, το πρόβλημα αποκτά μεγαλύτερη ένταση, καθώς συγκαταλέγεται διαχρονικά στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το υψηλότερο ποσοστό φορολογίας στην τελική τιμή των καυσίμων. Κάθε νέα επιβάρυνση, επομένως, γίνεται πιο έντονα αισθητή, ιδιαίτερα για τα νοικοκυριά που βασίζονται στο αυτοκίνητο για τις καθημερινές τους μετακινήσεις.
Σε ευρωπαϊκή κλίμακα, το συνολικό κόστος που εκτιμάται ότι θα προκύψει από την εφαρμογή του ETS2 σε μετακίνηση και θέρμανση μπορεί να φτάσει έως και τα 20 δισ. ευρώ μέχρι το 2030, ανάλογα με την εξέλιξη των τιμών των δικαιωμάτων εκπομπών. Στην ελληνική περίπτωση, οι μεγαλύτερες πιέσεις αναμένονται εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων, όπου το αυτοκίνητο παραμένει βασικό μέσο μετακίνησης, αλλά και σε περιοχές που εξακολουθούν να εξαρτώνται από το πετρέλαιο θέρμανσης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το υγραέριο, το οποίο εξακολουθεί να έχει ισχυρή παρουσία στην εγχώρια αγορά. Οι σχετικές μελέτες δείχνουν ότι το LPG διατηρεί έως και 40% χαμηλότερο συνολικό κόστος χρήσης σε σύγκριση με άλλα καύσιμα. Παρ’ όλα αυτά, το μέλλον του εμφανίζεται αβέβαιο, καθώς η ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική φαίνεται να περιορίζει σταδιακά τον ρόλο των εναλλακτικών καυσίμων, όπως και των βιοκαυσίμων, τα οποία μετατίθενται ουσιαστικά για μεταγενέστερο στάδιο, μετά το 2035.
