Το δύσκολο παζάρι για το βιομηχανικό ρεύμα - Γιατί «παγώνει» το ιταλικό μοντέλο και πού ποντάρει το ΥΠΕΝ

Το δύσκολο παζάρι για το βιομηχανικό ρεύμα - Γιατί «παγώνει» το ιταλικό μοντέλο και πού ποντάρει το ΥΠΕΝ

Σε κρίσιμο σταυροδρόμι βρίσκεται η συζήτηση για τα μέτρα στήριξης της ελληνικής βιομηχανίας αναφορικά με το ενεργειακό κόστος, καθώς το πολυσυζητημένο «ιταλικό μοντέλο» απομακρύνεται από την ενεργή ατζέντα και το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας αναζητά λύσεις εντός των αυστηρών ορίων που θέτει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Η «κόκκινη κάρτα» από τις Βρυξέλλες στο ιταλικό μοντέλο που είχε προτείνει ο ΣΕΒ, υποχρεώνει την Αθήνα να επαναχαράξει τη στρατηγική της, επαναφέροντας στο προσκήνιο τον μηχανισμό αντιστάθμισης του έμμεσου κόστους άνθρακα. Πρόκειται για το βασικό εργαλείο μέσω του οποίου σήμερα στηρίζονται περίπου 60 ενεργοβόρες βιομηχανίες, αλλά και για έναν μηχανισμό με αυξανόμενους περιορισμούς.

Όπως ξεκαθάρισε χθες και ο υπουργός Ενέργειας Στάυρος Παπασταύρου, η λύση που επεξεργάζεται η Αθήνα θα είναι πλήρως ευθυγραμμισμένη με το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, αποκλείοντας λύσεις που θα μπορούσαν να προσκρούσουν σε νέες απορρίψεις από την Κομισιόν.

Σύμφωνα με καλά πληροφορημένες πηγές, η στρατηγική του ΥΠΕΝ κινείται σε δύο παράλληλους άξονες: αφενός να διατηρηθεί ή και να ενισχυθεί το ύψος των αντισταθμίσεων, αφετέρου να διευρυνθεί η περίμετρος των δικαιούχων. 

Η Κομισιόν εμφανίζεται αμετακίνητη στη βασική της αρχή περί μη συσσώρευσης ενισχύσεων, απορρίπτοντας κάθε σενάριο συνδυασμού διαφορετικών εργαλείων στήριξης για το ίδιο επιλέξιμο κόστος. Αυτός είναι και ο λόγος που το ιταλικό μοντέλο δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην Ελλάδα, παρά τις πολιτικές πιέσεις και τη μακρά συζήτηση των τελευταίων μηνών.

Η ελληνική πλευρά επισημαίνει ότι ήδη διαθέτει περίπου 287 εκατ. ευρώ ετησίως για την αντιστάθμιση άνθρακα, ποσό σημαντικά υψηλότερο από τα 165 εκατ. ευρώ της Ιταλίας, παρά το γεγονός ότι η γειτονική χώρα διαθέτει πολλαπλάσια βιομηχανική βάση. Σε αυτό το πλαίσιο, η Κομισιόν θεωρεί ότι τυχόν πρόσθετη στήριξη θα οδηγούσε σε υπέρβαση των επιτρεπόμενων ορίων.

Σε αντίθεση με την Ελλάδα, η Βουλγαρία, η οποία δεν έχει υιοθετήσει μηχανισμό αντιστάθμισης, εμφανίζεται πιο «ευέλικτη» ως προς την αξιοποίηση του πλαισίου CISAF, χωρίς τον κίνδυνο να κατηγορηθεί για υπέρβαση των ορίων κρατικών ενισχύσεων. Αντίθετα, η Ελλάδα βρίσκεται στην ίδια πλευρά του τραπεζιού με τη Γερμανία, που επίσης βασίζεται σε εκτεταμένες αντισταθμίσεις για τη στήριξη της βιομηχανίας της, γεγονός που, σύμφωνα με πληροφορίες, έχει προκαλέσει το τελευταίο διάστημα προστριβές με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Το παράδοξο για την ελληνική πλευρά είναι ότι το ίδιο το «πρασίνισμα» του ενεργειακού μίγματος λειτουργεί εις βάρος της βιομηχανίας. Η απολιγνιτοποίηση έχει μειώσει τον εθνικό συντελεστή εκπομπών CO₂ από το 0,73 στο 0,58, περιορίζοντας το ανώτατο ποσό των αντισταθμίσεων.

Αν η μείωση εφαρμοζόταν άμεσα, το «κούρεμα» θα έφτανε τα 40 εκατ. ευρώ ετησίως. Για να αποφευχθεί ένα απότομο σοκ, συμφωνήθηκε κλιμακωτή εφαρμογή έως το 2030, με μεσοσταθμική απώλεια περίπου 17 εκατ. ευρώ τον χρόνο. Ωστόσο, ακόμη και αυτό το ποσό θεωρείται ιδιαίτερα βαρύ για τη βιομηχανία, σε μια περίοδο που το ενεργειακό κόστος παραμένει έως και 40% υψηλότερο σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Μπροστά σε αυτή την πίεση, το ΥΠΕΝ επιχειρεί να ανοίξει έναν νέο δίαυλο διαπραγμάτευσης, προβάλλοντας το επιχείρημα της περιφερειακής αγοράς. Η λογική είναι ότι η ελληνική τιμή ρεύματος επηρεάζεται άμεσα από τις διασυνδέσεις και το πιο «βαρύ» ανθρακικό αποτύπωμα χωρών όπως η Βουλγαρία και η Ρουμανία.

Αν η Κομισιόν αποδεχθεί μια τέτοια περιφερειακή προσέγγιση, ο εθνικός συντελεστής θα μπορούσε να κινηθεί υψηλότερα, ακόμη και κοντά στο 0,8, ενισχύοντας ουσιαστικά τον μηχανισμό αντιστάθμισης. Πρόκειται για ένα σενάριο που θα παρείχε πενταετή σταθερότητα, χωρίς νέες επενδυτικές υποχρεώσεις για τις επιχειρήσεις.

Ωστόσο, η λύση αυτή  θα μπορούσε να μειώσει τα περιθώρια ενίσχυσης για τις βιομηχανίες των γειτονικών χωρών, προκαλώντας αντιδράσεις στη Σόφια και το Βουκουρέστι.

Σημειώνεται ότι τα περιθώρια επέκτασης του μηχανισμού παραμένουν περιορισμένα, καθώς ο κατάλογος των επιλέξιμων βιομηχανιών ορίζεται σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παρ’ όλα αυτά, το τελευταίο διάστημα καταγράφεται μια πιο ευέλικτη στάση από τις Βρυξέλλες απέναντι σε τεκμηριωμένα αιτήματα κρατών-μελών. Με δεδομένο ότι περίπου 15 χώρες εφαρμόζουν αντίστοιχα καθεστώτα και ότι οι πιέσεις από τον επιχειρηματικό κόσμο είναι διαχρονικές και διασυνοριακές, το ενδεχόμενο διεύρυνσης της περιμέτρου το επόμενο διάστημα παραμένει ανοιχτό.

Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι οι ίδιες πηγές άφησαν ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων παρεμβάσεων και extra πιθανών μέτρων, χωρίς σαφή αναφορά στο αν αυτές θα αφορούν ειδικά τους ενεργοβόρους ή συνολικά τη βιομηχανία.

Στο μεταξύ, η ενεργοβόρος βιομηχανία εκπέμπει σήμα κινδύνου, επισημαίνοντας ότι η συζήτηση κινείται πλέον στο επίπεδο της αποφυγής απωλειών και όχι της ουσιαστικής ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας.

Σε ό,τι αφορά το πότε θα υπάρξουν ανακοινώσεις, οι ίδιες πηγές αρκούνται στη γενική αναφορά ότι αυτές τοποθετούνται στο άμεσο χρονικό διάστημα.