Η ανακύκλωση φωτοβολταϊκών στην Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές δυσκολίες, με βασικότερο εμπόδιο τη χαμηλή συμμόρφωση πολλών εταιρειών στην υποχρέωση καταβολής εισφορών για τη διαχείριση των αποβλήτων. Παρότι η αγορά των ΑΠΕ αναπτύχθηκε ραγδαία τα τελευταία περίπου 15 χρόνια, η οργάνωση ενός ολοκληρωμένου μηχανισμού διαχείρισης των πάνελ που ολοκληρώνουν τον κύκλο ζωής τους βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο.
Από το 2020, όταν ξεκίνησε να λειτουργεί το σύστημα εναλλακτικής διαχείρισης «Φωτοκύκλωση Α.Ε.» για τα απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού, έχουν συγκεντρωθεί περίπου 500 τόνοι παλαιών φωτοβολταϊκών πλαισίων που οδηγήθηκαν σε επεξεργασία. Ωστόσο, σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς, οι πραγματικές ανάγκες διαχείρισης αποβλήτων φωτοβολταϊκών στη χώρα προσεγγίζουν ήδη τους 2.500 τόνους, γεγονός που δείχνει το σημαντικό κενό που εξακολουθεί να υπάρχει.
Όπως επισήμανε σε πρόσφατη ενημέρωση δημοσιογράφων ο γενικός διευθυντής της Φωτοκύκλωσης, Δημήτρης Χριστογιαννόπουλος, η αποτελεσματική ανάπτυξη ενός οργανωμένου συστήματος ανακύκλωσης προϋποθέτει τη συμμετοχή όλων των υπόχρεων παραγωγών στο μοντέλο χρηματοδότησης της διαχείρισης. Η πλήρης ένταξη των εταιρειών στο σύστημα θεωρείται κρίσιμη τόσο για τη βιωσιμότητα των διαδικασιών όσο και για την επέκταση της σχετικής υποδομής.
Η ευρωπαϊκή οδηγία για τα απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού, σε συνδυασμό με τον ελληνικό νόμο 4819/2021, υποχρεώνει τους παραγωγούς να συμμετέχουν σε εγκεκριμένα συστήματα εναλλακτικής διαχείρισης και να καταβάλλουν σχετικές εισφορές για την ανακύκλωση των προϊόντων τους.
Σύμφωνα με στοιχεία της εταιρείας, η συμμετοχή των υπόχρεων εταιρειών παραμένει περιορισμένη. Από περίπου 340 επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον κλάδο, μόνο περίπου 40 έχουν ενταχθεί στο σύστημα, γεγονός που δημιουργεί σημαντικό χρηματοδοτικό κενό για τη διαχείριση των αποβλήτων.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο εμφανές αν ληφθούν υπόψη τα στοιχεία ανάπτυξης της αγοράς. Μόνο το 2023 εγκαταστάθηκαν περίπου 2,6 εκατομμύρια φωτοβολταϊκά πάνελ, ενώ μόλις ένα μικρό ποσοστό αυτών συνοδεύτηκε από χρηματοδότηση που προορίζεται για τη μελλοντική τους ανακύκλωση.
Ένας κύκλος ζωής 20–25 ετών
Το θέμα αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι η μέση διάρκεια ζωής των περισσότερων φωτοβολταϊκών πάνελ κυμαίνεται μεταξύ 20 και 25 ετών. Με δεδομένο ότι οι πρώτες μεγάλες εγκαταστάσεις στην Ελλάδα ξεκίνησαν πριν από δύο δεκαετίες, τα επόμενα χρόνια αναμένεται να εμφανιστούν αυξανόμενες ποσότητες εξοπλισμού που θα πρέπει να αποσυρθεί και να ανακυκλωθεί.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο ήδη αναπτύσσονται εξειδικευμένες μονάδες επεξεργασίας, καθώς τα πάνελ περιέχουν υλικά με σημαντική αξία, όπως γυαλί, αλουμίνιο, πυρίτιο και μικρές ποσότητες μετάλλων που μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν. Η αξιοποίηση αυτών των υλικών δεν μειώνει μόνο το περιβαλλοντικό αποτύπωμα, αλλά δημιουργεί και μια νέα δραστηριότητα γύρω από την κυκλική οικονομία της ενέργειας.
Το αγκάθι της εισφοροδιαφυγής
Η εκτεταμένη εισφοροδιαφυγή περιορίζει σήμερα τη δυνατότητα ανάπτυξης της εφοδιαστικής αλυσίδας ανακύκλωσης. Στην Ελλάδα λειτουργούν τρεις μονάδες επεξεργασίας φωτοβολταϊκών αποβλήτων, σε Κρήτη, Δυτική Μακεδονία και Στερεά Ελλάδα, με συνολική δυναμικότητα περίπου 10.000 τόνων ετησίως. Ωστόσο, χωρίς επαρκή χρηματοδότηση και σταθερό πλαίσιο λειτουργίας, η δημιουργία νέων εγκαταστάσεων που εξετάζεται από επενδυτές παραμένει προς το παρόν σε αναμονή.
Στο τραπέζι βρίσκονται και προτάσεις για τον περιορισμό της εισφοροδιαφυγής. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται η διασύνδεση των τελωνείων με το Εθνικό Μητρώο Παραγωγών Αποβλήτων, ώστε να ελέγχεται η υποχρέωση συμμετοχής στο σύστημα ανακύκλωσης. Μια παρόμοια πρακτική εφαρμόστηκε πρόσφατα στην Ισπανία, οδηγώντας σε σημαντική αύξηση της συμμόρφωσης των εταιρειών.
Παράλληλα εξετάζεται το ενδεχόμενο η εισφορά ανακύκλωσης να καταβάλλεται υποχρεωτικά πριν από τη σύνδεση ενός φωτοβολταϊκού συστήματος στο δίκτυο, κατά τη διαδικασία ηλεκτροδότησης από τον ΔΕΔΔΗΕ ή τον ΑΔΜΗΕ.
Ένα πρόβλημα που θα διογκωθεί
Η πρόκληση αναμένεται να ενταθεί τα επόμενα χρόνια. Με δεδομένο ότι η μέση διάρκεια ζωής ενός φωτοβολταϊκού πλαισίου φτάνει τα 25–30 χρόνια και ότι η μαζική ανάπτυξη των εγκαταστάσεων στην Ελλάδα ξεκίνησε μετά το 2010, ο μεγάλος όγκος αποβλήτων προβλέπεται να εμφανιστεί μετά το 2035. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, έως το 2055 τα φωτοβολταϊκά απόβλητα στη χώρα ενδέχεται να ξεπεράσουν το 1 εκατομμύριο τόνους, ενώ μόνο την περίοδο 2030–2033 αναμένεται να προκύψουν περίπου 200.000 τόνοι.
Ιδιαίτερα σύνθετο θεωρείται και το ζήτημα των λεγόμενων «ιστορικών αποβλήτων», δηλαδή των φωτοβολταϊκών που εγκαταστάθηκαν πριν από τη δημιουργία του συστήματος διαχείρισης το 2020. Τα πάνελ αυτά εκτιμάται ότι φτάνουν περίπου τους 300.000 τόνους. Για τις εγκαταστάσεις πριν από το 2012 το κόστος ανακύκλωσης επιβαρύνει τους χρήστες, ενώ για την περίοδο 2012–2020 υπεύθυνοι θεωρούνται οι παραγωγοί ή οι εισαγωγείς – εφόσον εξακολουθούν να υφίστανται. Σε αντίθετη περίπτωση, το βάρος μεταφέρεται και πάλι στους ιδιοκτήτες των εγκαταστάσεων.
Για την περαιτέρω ανάπτυξη ενός αποτελεσματικού συστήματος, βασική προϋπόθεση είναι – όπως επισημαίνει ο κ. Χριστογιαννόπουλος– η πλήρης συμμετοχή όλων των υπόχρεων παραγωγών στο σύστημα χρηματοδότησης της ανακύκλωσης, ώστε να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα και η λειτουργικότητα του μοντέλου.
Σημαντικό ρόλο αναμένεται να παίξει και η απόφαση του Ελληνικού Οργανισμού Ανακύκλωσης για τον καθορισμό της ελάχιστης εισφοράς ανακύκλωσης για τα φωτοβολταϊκά πάνελ, η οποία εκτιμάται ότι θα συμβάλει στη διαμόρφωση ενός πιο σταθερού και σαφούς πλαισίου για την αγορά.
Η διαχείριση των φωτοβολταϊκών αποβλήτων, όπως δείχνουν τα στοιχεία, δεν αποτελεί πλέον μια δευτερεύουσα περιβαλλοντική παράμετρο, αλλά μια κρίσιμη πρόκληση για τη βιωσιμότητα της ενεργειακής μετάβασης.
