Oι εξελίξεις του Σαββατοκύριακου στη Βενεζουέλα ήταν το επιστέγασμα της έντασης που επικρατεί μεταξύ Βενεζουέλας και ΗΠΑ εδώ και δύο δεκαετίες, με τη Βενεζουέλα να καλλιεργεί αντι-αμερικανικές συμμαχίες σε όλο τον κόσμο, από τη Ρωσία και την Κίνα έως την Κούβα και το Ιράν και την Ουάσινγκτον να κατηγορεί ανοικτά την κυβέρνηση του Μαδούρο ως παράνομη μετά τις κατηγορίες της αντιπολίτευσης για νοθεία στις προεδρικές εκλογές του Ιουλίου 2024 και ως την κύρια υπεύθυνη πίσω από το Καρτέλ των Ήλιων, μια ξένη τρομοκρατική οργάνωση σύμφωνα με τις ΗΠΑ.
Επιπλέον, ο Ντόναλτ Τραμπ κατά την προεκλογική του καμπάνια ανέφερε συχνά ότι ο Μαδούρο άδειασε τις φυλακές του, για να γεμίσει τις Ηνωμένες Πολιτείες με εγκληματίες.
Μέσα σε αυτό το κλίμα οι ΗΠΑ από τις αρχές Σεπτεμβρίου πραγματοποίησαν πλήγματα εναντίον 20 βενεζουελανών πλοίων ύποπτων για λαθρεμπόριο ναρκωτικών στην Καραϊβική και τον Ειρηνικό, ενώ τις τελευταίες εβδομάδες αμερικανικά μαχητικά δραστηριοποιούνταν μόλις λίγα δεκάδες χιλιόμετρα από τις ακτές της Βενεζουέλας.
Η ένταση αυτή κορυφώθηκε αυτό το Σαββατοκύριακο, όταν οι ΗΠΑ πραγματοποίησαν μια μεγάλης κλίμακας επιχείρηση στη Βενεζουέλα κατά τη διάρκεια της νύχτας, αιχμαλωτίζοντας τον πρόεδρο Νικολάς Μαδούρο και τη σύζυγό του.
Για τον κόσμο των αγορών τα ερωτήματα είναι δύο. Το πρώτο είναι αν θα διαταραχθούν οι αγορές πετρελαίου και το δεύτερο αν η τρέχουσα ένταση οδηγήσει σε μια ευρύτερη σύγκρουση. (σ.σ:Ως οικονομική στήλη δεν θα ανοίξουμε το θέμα για τη νομιμότητα των πρόσφατων γεγονότων στη Βενεζουέλα ή το πόσο περίεργο πραγματικά ακούγεται ότι θα ελέγχουν οι ΗΠΑ τη Βενεζουέλα μέχρι να εκδημοκρατιστεί... Άλλωστε στο άρθρο «Οι business του Μαδούρο με Κίνα και Ρωσία στο στόχαστρο του Τραμπ» δίνουμε αρκετή τροφή για σκέψη για το ποιο είναι το πραγματικό διακύβευμα γύρω από τα γεωπολιτικά γεγονότα των τελευταίων μηνών.
Αυτό που έχει σημασία για τις αγορές είναι ότι η «θερμή» κατάσταση στη Βενεζουέλα εξελίχθηκε γρήγορα χωρίς τον κίνδυνο μιας ευρύτερης πολεμικής περιφερειακής σύγκρουσης. (σ.σ: Κάτι που φυσικά έχει τεράστια σημασία και για όσους θέτουν ως μέγιστη προτεραιότητα τις ανθρώπινες ζωές).
Αυτό που έχει επίσης σημασία είναι ότι δεν θα επηρεαστούν ιδιαίτερα οι τιμές του πετρελαίου, πέραν ίσως μιας βραχυπρόθεσμης πεπερασμένης ανόδου.
Ανοδική αλλά πεπερασμένη η βραχυπρόθεσμη αντίδραση της αγοράς
H ανατροπή της κυβέρνησης είναι απίθανο να διαταράξει τις αγορές πετρελαίου, καθώς το έθνος της Νότιας Αμερικής παράγει μόνο περίπου 800.000 βαρέλια πετρελαίου την ημέρα - κάποιους μήνες φτάνει και το ένα εκατομμύριο - ήτοι κάτι λιγότερο από το 1% της συνολικής παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου. Τουτέστιν, η Βενεζουέλα δεν είναι τόσο σημαντική για την αγορά πετρελαίου όσο ήταν στην εποχή πριν από τον Ούγκο Τσάβες.
Εξάγει περίπου τη μισή παραγωγή της, ήτοι πέριξ των 400.000 - 500.000 βαρελιών την ημέρα και οι περισσότεροι όγκοι εξαγωγών κατευθύνονται στην Κίνα, άμεσα ή έμμεσα, ενώ οι εισαγωγές των ΗΠΑ έχουν μειωθεί κάτω από τα 100.000 βαρέλια/ημέρα τους τελευταίους μήνες.
Επιπλέον, τα γεγονότα διαδραματίζονται μια στιγμή που η παγκόσμια αγορά πετρελαίου χαρακτηρίζεται από υπερπροσφορά - ο OPEC+ αύξησε την παραγωγή μετά από χρόνια περικοπών και οι ΗΠΑ παράγουν πάνω από 13,8 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα, επίπεδο ρεκόρ - ενώ την ίδια στιγμή η ζήτηση είναι σχετικά ασθενής, ένα μοτίβο που αναμένεται να παραμείνει ενεργό για όλο το πρώτο τρίμηνο του έτους. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι η αγορά πετρελαίου κατέγραψε το 2025 τη μεγαλύτερη ετήσια πτώση της εδώ και πέντε χρόνια.
Εν ολίγοις, αν και τα όσα συμβαίνουν στη Βενεζουέλα αποτελούν ένα τεράστιο γεωπολιτικό γεγονός και θα περίμενε κανείς να ωθήσουν προς τα πάνω τις τιμές του πετρελαίου, η υπερβολική ποσότητα πετρελαίου στην αγορά και η μικρή δυναμικότητα παραγωγής και εξαγωγών της Βενεζουέλας θα «φρενάρουν» γρήγορα την όποια άνοδο.
Ακόμα λοιπόν και αν αντανακλαστικά οι αγορές πετρελαίου αντιδράσουν ανοδικά στα γεγονότα του Σαββατοκύριακου, η άνοδος αυτή αναμένουμε να είναι μικρή και βραχυπρόθεσμη. Άλλωστε οι αγορές είχαν ήδη προβλέψει μια ένταση με τη Βενεζουέλα που θα διατάρασσε τις εξαγωγές πετρελαίου.
Διαφορετική η μακροπρόθεσμη εικόνα
Όσον αφορά όμως τον μακροπρόθεσμο αντίκτυπο τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά και υποδεικνύουν ακόμα χαμηλότερες τιμές για το πετρέλαιο.
Βλέπετε, μπορεί η παραγωγή της Βενεζουέλας να είναι μόλις το 1% της παγκόσμιας, αλλά η χώρα διαθέτει τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, που εκτιμώνται σε περίπου 303 δισεκατομμύρια βαρέλια.
Οι ΗΠΑ λοιπόν αποκτούν έλεγχο πάνω σε αυτή τη μεγάλη ενεργειακή δεξαμενή και προφανώς οι αμερικανικές εταιρείες θα αναλάβουν την επανεκκίνηση της παραγωγής αλλά και τις νέες υποδομές. Άλλωστε ο ίδιος ο Ντόναλτ Τραμπ το Σάββατο στη συνέντευξη Τύπου δήλωσε ότι οι αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες θα επενδύσουν δισεκατομμύρια δολάρια για την ανοικοδόμηση του ενεργειακού τομέα της Βενεζουέλας. (σ.σ: Σημειωτέον ότι σύμφωνα με την ίδια συνέντευξη, προς το παρόν το εμπάργκο στο πετρέλαιο της Βενεζουέλας εξακολουθεί να ισχύει).
Αν και το πετρέλαιο της Βενεζουέλας έχει βαριά οξύτητα, εντούτοις είναι κατάλληλο για την παραγωγή ντίζελ. Υπενθυμίζουμε δε ότι ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας προειδοποίησε ότι οι αγορές μεσαίων αποσταγμάτων, συμπεριλαμβανομένου του ντίζελ, είναι ήδη περιορισμένες.
Αν, λοιπόν, μια νέα κυβέρνηση της Βενεζουέλας οδηγήσει σε άρση κυρώσεων, επιστροφή των ξένων επενδύσεων στη χώρα και αύξηση της παραγωγής, οι εξαγωγές θα μπορούσαν να πλησιάσουν τα 3 εκατομμύρια βαρέλια μεσοπρόθεσμα και πολύ μεγαλύτερα νούμερα μακροπρόθεσμα.
Βέβαια, στο σημείο αυτό να υπογραμμίσουμε ότι βάση του ιστορικού παραδείγματος του Ιράκ και του Αφγανιστάν, οι κυβερνητικές μεταβάσεις είναι αρκετά δύσκολες. Μέχρι να έχουμε λοιπόν μια κυβέρνηση στη Βενεζουέλα που θα είναι αποδεκτή από τις ΗΠΑ, καμία εταιρεία δεν θα θελήσει να δεσμευτεί να επενδύσει δισεκατομμύρια δολάρια σε μακροπρόθεσμα επιχειρησιακά σχέδια.
Ακόμα, εταιρείες όπως η Exxon Mobil, περιμένουν να εισπράξουν χρέη που οφείλει η εθνική εταιρεία πετρελαίου της Βενεζουέλας, Petróleos de Venezuela, ενώ όπως πολύ σωστά σημείωσε ο McNally της Rapidan Energy σε συνέντευξη του στο CNBC, οι παραγωγοί πετρελαίου δεν έχουν ξεχάσει την εκδίωξή τους από τη Βενεζουέλα στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν η χώρα απαλλοτρίωσε τα περιουσιακά στοιχεία ξένων πετρελαϊκών εταιρειών.
Για τις αμερικανικές εταιρείες λοιπόν το πετρέλαιο της Βενεζουέλας είναι μια περίπλοκη υπόθεση. Από την άλλη, η πρόσβαση στα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο θα ήταν «δελεαστική», κάτω πάντα από μια «κατάλληλη» κυβέρνηση.
Την ίδια στιγμή, για τον Τραμπ θα ήταν ένας καλός τρόπος να αυξηθεί η παραγωγή, άρα να πέσουν περαιτέρω οι ενεργειακές τιμές και ως εκ τούτου να ελεχθούν οι πληθωριστικές πιέσεις, παρά τη μείωση των επιτοκίων που πιέζει να υιοθετήσει η Fed και παρά τη ρευστότητα που ρίχνει στην αγορά με τα προγράμματα στήριξης.
Η απομάκρυνση λοιπόν του Μαδούρο είναι καλά νέα για τον Αμερικανό Καταναλωτή, αλλά ανάλογα με το πόσο μεγάλη θα ειναι η μακροπρόθεσμη πτώση του πετρελαίου θα δούμε πόσο καλό νέο είναι για την βιομηχανία του αμερικανικού σχιστολιθικού πετρελαίου, που παλεύει ήδη με τις σημερινές χαμηλές τιμές.
Σύμφωνα με τις πρόσφατες εκτιμήσεις της βιομηχανίας και των αναλυτών, το νεκρό σημείο για τα νέα σχιστολιθικά πηγάδια των ΗΠΑ τοποθετείται περίπου στα 70 δολάρια, με πολλούς παραγωγούς να αναφέρουν ότι χρειάζονται τιμές άνω των 65 δολαρίων/βαρέλι για να δικαιολογήσουν νέα δραστηριότητα και επενδύσεις.
Ένα άλλο ερώτημα, βέβαια, που νομοτελειακά αναδύεται είναι: Γιατί ξαφνικά τόσος θόρυβος γύρω από το πετρέλαιο; Δεν οδεύουμε σταδιακά προς τη μείωση της ζήτησης του χάρη στην ανάπτυξη των ΑΠΕ και άλλων πηγών καθαρής ενέργειας;
Το ερώτημα αυτό σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν αποδυναμώνουν την πολιτική τους για το κλίμα μόνο οι ΗΠΑ, αλλά και άλλα έθνη, όπως για παράδειγμα η Κίνα και ο Καναδάς, μήπως θα έπρεπε να απασχολήσει την επενδυτική κοινότητα όσον αφορά την ισορροπία των κατανομών μεταξύ των επενδύσεων στον ενεργειακό τομέα;
* Αποποίηση Ευθύνης: Το υλικό αυτό παρέχεται για πληροφοριακούς και μόνο σκοπούς. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να εκληφθεί ως προσφορά, συμβουλή ή προτροπή για την αγορά ή πώληση των αναφερόμενων προϊόντων. Παρόλο που οι πληροφορίες που περιέχονται βασίζονται σε πηγές που θεωρούνται αξιόπιστες, καμία διασφάλιση δε δίνεται ότι είναι πλήρεις ή ακριβείς και δεν θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.
