Μια μοναδική ευκαιρία αναβάθμισης της ελληνικής ανώτατης παιδείας και έρευνας

Μια μοναδική ευκαιρία αναβάθμισης της ελληνικής ανώτατης παιδείας και έρευνας

Μια μοναδική ευκαιρία έχει παρουσιαστεί για τη χώρα μας από τις σφοδρές επιθέσεις του προέδρου Τραμπ εναντίον των κορυφαίων αμερικανικών πανεπιστημίων και από τις περικοπές που έχει επιβάλλει και απειλεί να συνεχίσει να επιβάλλει στα ερευνητικά κονδύλια που διαθέτει σε αμερικανικά πανεπιστήμια η κυβέρνηση των ΗΠΑ.

Μια μοναδική ευκαιρία για την αναβάθμιση της ελληνικής ανώτατης παιδείας και για τη δημιουργία υψηλής στάθμης επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας.

Μια μοναδική ευκαιρία που δε θα ξαναπαρουσιαστεί.

Η ευκαιρία αυτή είναι να προσελκυσθούν στην Ελλάδα υψηλής στάθμης επιστήμονες από τα κορυφαία πανεπιστήμια των ΗΠΑ. Έλληνες επιστήμονες, αλλά όχι μόνο. Επιστήμονες που σήμερα, με τις συνθήκες που επικρατούν στην ελληνική ανώτατη παιδεία, δεν είναι δυνατό να δελεαστούν για να επιστρέψουν.

Η πραγματικότητα είναι ότι οι κορυφαίοι Έλληνες επιστήμονες/ερευνητές που σήμερα εργάζονται στο Χάρβαρντ, στο Στάνφορντ, στο Τζονς Χόπκινς, κλπ, δεν πρόκειται ποτέ να επιστρέψουν στην Ελλάδα για δύο λόγους:

  1. Δεν υπάρχουν τα υλικά μέσα και το περιβάλλον (δηλαδή: η χρηματοδότηση) για να μπορέσουν να συνεχίσουν την έρευνα τους εδώ, και
  2. Τα ελληνικά ΑΕΙ δεν πρόκειται ποτέ να τους προσλάβουν γιατί οι καθηγητές που διδάσκουν εκεί δε θα ψηφίσουν ποτέ υπέρ της πρόσληψης τους (1).

Το 1983, όταν έγινε δεκτός στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, το 90% του διδακτικού προσωπικού είχε διδακτορικά από πανεπιστήμια των ΗΠΑ, της Βρετανίας, της Γαλλίας, κλπ. Σήμερα, το 90% έχουν διδακτορικά από ελληνικά ΑΕΙ (2). Με αποτέλεσμα τα Ελληνικά ΑΕΙ να κατατάσσονται από τη θέση 600 και κάτω στην εγκυρότερη κατάταξη των 1000 κορυφαίων ΑΕΙ του κόσμου, αυτή της Σαγκάης (Shanghai Ranking). Τα περισσότερα ελληνικά ΑΕΙ βρίσκονται εκτός της κατάταξης των 1000 κορυφαίων ΑΕΙ του κόσμου.

Το διδακτικό προσωπικό των Ελληνικών ΑΕΙ έχουν διδακτορικά από πανεπιστήμια που κατατάσσονται από τη θέση 600 και κάτω. Ποιος νομίζει ότι οι άνθρωποι αυτοί θα ψηφίσουν για να γίνουν συνάδελφοι τους επιστήμονες με διδακτορικά από το Χάρβαρντ και το Στάνφορντ και χρόνια διδασκαλίας στο Κολούμπια και το Γέιλ, και να συγκρίνονται μαζί τους καθημερινά (3); Ειδικά όταν η βελτίωση της κατάταξης (δηλαδή: της ποιότητας) του ΑΕΙ στο οποίο διδάσκουν δεν έχει κανένα αντίκτυπο στα εισοδήματα τους ή στην καριέρα τους;

Για να προσελκυσθούν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους οι άριστοι πρέπει να δημιουργηθεί κάτι νέο, κάτι καινοτόμο και ελκυστικό. Και κάτι τέτοιο περιγράφεται σε ό,τι ακολουθεί.

Η κυβέρνηση πρέπει να νομοθετήσει όσο το δυνατόν συντομότερα τη δημιουργία ενός νέου ερευνητικού και μορφωτικού ινστιτούτου. Το ινστιτούτο θα έχει δύο σχολές: βιοτεχνολογίας και πληροφορικής. Θα δέχεται κάθε χρόνο έναν περιορισμένο αριθμό μόνο μεταπτυχιακών φοιτητών και θα προσφέρει σπουδές μόνο για την απόκτηση διδακτορικού. Δε θα γίνονται δεκτοί προπτυχιακοί φοιτητές κατευθείαν από το λύκειο ή φοιτητές που θέλουν να πάρουν πτυχίο μάστερς. Με τον τρόπο αυτό θα ελαχιστοποιηθούν οι αντιδράσεις στη δημιουργία του. Η κύρια απασχόληση του ινστιτούτου θα είναι η έρευνα πολύ υψηλού επιπέδου.

Το ινστιτούτο πρέπει να είναι Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου και να μην υπόκειται στους κανόνες προσλήψεων και εργασιακών διευθετήσεων του δημοσίου.

Για την ίδρυση του, η κυβέρνηση πρέπει να δημιουργήσει ένα καταπίστευμα (trust) στο οποίο θα συνεισφέρει ένα δισεκατομμύριο ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας ή από χρηματοδοτικά εργαλεία της ΕΕ που δεν έχουν διατεθεί και θα τα χάσουμε εάν δεν τα χρησιμοποιήσουμε. Δεν είναι δύσκολο να δει κανείς το πως θα δεχτεί η ΕΕ να χρησιμοποιηθούν κεφάλαια που προορίζονταν για άλλη χρήση στη δημιουργία ενός τέτοιου ινστιτούτου, που θα έχει σκοπό να προσελκύσει στην Ευρώπη κορυφαίους ερευνητές από πανεπιστήμια των ΗΠΑ.

Το καταπίστευμα αυτό θα δοθεί εφάπαξ και η ελληνική κυβέρνηση δε θα έχει καμία άλλη οικονομική υποχρέωση προς το ίδρυμα στο μέλλον.

Το καταπίστευμα θα το διαχειρίζεται το διοικητικό συμβούλιο του ιδρύματος, το οποίο θα προσλαμβάνει διαχειριστές κεφαλαίων για τον σκοπό αυτό. Οι ετήσιες δαπάνες του ινστιτούτου θα καλύπτονται από τις αποδόσεις των επενδύσεων του καταπιστεύματος. Υπάρχουν χιλιάδες τέτοια καταπιστεύματα σε όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανόμενων των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Τα περισσότερα αμερικανικά ΑΕΙ έχουν τέτοια καταπιστεύματα. Ο τρόπος θεσμοθέτησης τους και λειτουργίας τους είναι γνωστός και αποτελεσματικός εδώ και δεκαετίες. Δε χρειάζεται να ανακαλύψουμε τον τροχό για να δημιουργήσουμε κάτι τέτοιο.

Το διοικητικό συμβούλιο του ινστιτούτου θα αποτελείται από μέλη που θα διορίζονται από μια επιτροπή εκλεκτόρων που θα αποτελείται από πρόσωπα που δεν εξαρτώνται ή επηρεάζονται από το ελληνικό πολιτικό σύστημα και την ελληνική πανεπιστημιακή κοινότητα. Τέτοιοι εκλέκτορες θα μπορούσαν να είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, επιφανείς Έλληνες επιστήμονες του εξωτερικού με διοικητικές θέσεις σε σημαντικά πανεπιστήμια, εναλλάξ οι πρόεδροι των Ιδρυμάτων Ωνάση και Νιάρχου, κλπ.

Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου πρέπει να προέρχονται, αποκλειστικά, από τις επιχειρήσεις και τον χρηματοοικονομικό κλάδο, όπως ισχύει στα κορυφαία πανεπιστήμια των ΗΠΑ. Κατά προτίμηση από Έλληνες του εξωτερικού. Το διοικητικό συμβούλιο θα προσλαμβάνει τον πρόεδρο του ινστιτούτου.

Στη θεσμοθέτηση του ινστιτούτου πρέπει να προβλεφθεί η δυνατότητα δωρεών από ευεργέτες με στόχο την μεγέθυνση του καταπιστεύματος του – όπως συμβαίνει στις ΗΠΑ. Ο κύριος ρόλος του προέδρου του ινστιτούτου θα είναι ακριβώς αυτή η μεγέθυνση του καταπιστεύματος - όπως συμβαίνει στις ΗΠΑ. Γι’ αυτό, ο πρόεδρος του ινστιτούτου πρέπει να είναι ένας επιφανής επιστήμονας με ταλέντο στις δημόσιες σχέσεις και στις «πωλήσεις» - του έργου του ινστιτούτου σε πιθανούς ευεργέτες. Όπως συμβαίνει στις ΗΠΑ.

Η έρευνα που θα παράγεται στο ινστιτούτο πρέπει να μπορεί να μετατρέπεται σε εμπορικά εκμεταλλεύσιμο προϊόν από τους καθηγητές ή/και τους φοιτητές που την διεξήγαγαν. Αυτό είναι σχετικά εύκολο και υπάρχει πλούσια διεθνής εμπειρία για το πως μπορεί να επιτευχθεί αυτό, χωρίς τις γνωστές «ελληνικές πατέντες» που καταπνίγουν κάθε σημαντική πρωτοβουλία και καινοτομία γιατί συντάσσονται και περιλαμβάνονται με υστεροβουλία και με κίνητρο την απληστία.

Ένα τέτοιο επιστημονικό ινστιτούτο θα αποτελούσε πηγή αριστείας για τη χώρα μας. Θα ήταν πρότυπο για τα ελληνικά ΑΕΙ και στοιχεία λειτουργίας του θα μπορούσαν να ενσωματωθούν σταδιακά στους κανονισμούς λειτουργίας τους και να ανέβει το επίπεδο τους. Οι απόφοιτοι του ινστιτούτου θα προσλαμβάνονται από ελληνικά ΑΕΙ και θα ανεβάζουν το επίπεδο τους. Το ερευνητικό προϊόν του ινστιτούτου θα δημιουργήσει ένα κέντρο επιχειρηματικής καινοτομίας και οικονομικής ανάπτυξης για τη χώρα μας.

Η ιδέα είναι απλή και προφανής, δεδομένης της αναταραχής που επικρατεί στα ΑΕΙ των ΗΠΑ και στην αβεβαιότητα για το μέλλον της επιστημονικής έρευνας εκεί. Το ερώτημα είναι εάν το ελληνικό πολιτικό προσωπικό και ειδικά η παρούσα κυβέρνηση έχει την πρόθεση να ασχοληθεί σοβαρά με το μέλλον της ελληνικής ανώτατης παιδείας και να καινοτομήσει, έστω και εάν αυτό σημαίνει ότι θα δυσαρεστήσει μερικές καθεστηκυίες καταστάσεις.

Οι κύριες αντιδράσεις θα έχουν αντικείμενο το οικονομικό: «γιατί να δοθούν τόσα χρήματα για τη δημιουργία ενός νέου ΑΕΙ και να μη δοθούν στα υπάρχοντα ΑΕΙ για τη βελτίωση τους;» Η απάντηση είναι απλή: γιατί είναι ο ΜΟΝΟΣ τρόπος για να δελεασθούν να επιστρέψουν στην Ελλάδα οι άριστοι των αρίστων από τα καλύτερα ΑΕΙ των ΗΠΑ και να δημιουργηθεί στη χώρα μας ένα ερευνητικό ίδρυμα παρόμοιου βεληνεκούς με εκείνα.

Επίσης, η δημιουργία του δε θα επηρεάσει τη χρηματοδότηση των ελληνικών ΑΕΙ: το καταπίστευμα θα συνεισφερθεί εφάπαξ, δε θα προέρχεται από τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Παιδείας και δε θα υπάρξει άλλη κρατική ενίσχυση στο μέλλον. Άρα, η δημιουργία του δεν αποτελεί απειλή για τους προϋπολογισμούς των ελληνικών ΑΕΙ.

Αυτό που θα αποτελούσε «απειλή» για τα ελληνικά ΑΕΙ είναι η ύπαρξη μιας κυψέλης αριστείας και αδρά αμειβόμενης επιστημονικής παραγωγής μερικά χιλιόμετρα από τα γραφεία των καθηγητών με διδακτορικά από ελληνικά ΑΕΙ. Αλλά αυτό δεν αφορά τον ελληνικό λαό. Αφορά αποκλειστικά τους ίδιους.

Κλείνοντας, να σημειώσω το εξής: οι Έλληνες πολιτικοί φουσκώνουν από περηφάνια όταν τα παιδιά τους γίνονται δεκτά στα καλά πανεπιστήμια των ΗΠΑ και τρέχουν να τα καμαρώσουν στις τελετές αποφοίτησης τους. Ιδού η ευκαιρία να δημιουργηθεί ένα τέτοιο επιστημονικό ίδρυμα και στη χώρα μας και να πηγαίνουν να καμαρώνουν τα παιδιά τους να αποφοιτούν και γονείς που δεν έχουν να πληρώσουν $65 χιλιάδες το χρόνο σε δίδακτρα και έξοδα διαβίωσης, που στοιχίζει σήμερα το μέσο αμερικανικό πανεπιστήμιο...


(1) «Το Brain Gain που δεν θα συμβεί», Liberal, 18/6/2024 (https://tinyurl.com/h3dfeeed)

(2) «Η ανεξέλεγκτα επιδεινούμενη ποιότητα των ελληνικών ΑΕΙ», The Book’s Journal, 2/2/2024 (https://tinyurl.com/54tmaux9

(3) «Οι αριθμοί που δε ψεύδονται για τα ελληνικά ΑΕΙ», The Book’s Journal, 10/2/2024 (https://tinyurl.com/mtyky3x8)


*Ο Περικλής Φ. Κωνσταντινίδης είναι διδάκτορας χρηματοοικονομικών του University of Southern California και ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της καναδικής επενδυτικής εταιρίας Syracuse Main, Inc.