7ος χρόνος, ημέρα 2230η
Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 2021

Το Χάρβαρντ στρατολογεί short sellers στην μάχη κατά της κλιματικής αλλαγής

Το Χάρβαρντ στρατολογεί short sellers στην μάχη κατά της κλιματικής αλλαγής

Οι περισσότεροι μεγάλοι διαχειριστές κεφαλαίων, συμφωνούν πως πρέπει να ακολουθήσουν τον δρόμο της συμφωνίας του Παρισιού και μέχρι το 2050 να έχουν φτιάξει χαρτοφυλάκια μηδενικών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Κανείς όμως δεν φαίνεται να γνωρίζει πως θα γίνει αυτό, και οι διαφωνίες περισσεύουν, ειδικά όσον αφορά στα carbon offsets. Μέσα σε όλα αυτά, ο διευθυντής επενδύσεων του πανεπιστημίου του Χάρβαρντ ταράζει τα νερά και προτείνει την επιστράτευση των short sellers.

Χωρίς αμφιβολία, ζούμε πλέον την εποχή της κυριαρχίας των κριτηρίων και της φιλοσοφίας ESG στις χρηματιστηριακές αγορές και στον κόσμο των επενδύσεων. Ειδικά όσον αφορά στα θέματα περιβάλλοντος, όλο και περισσότερες επιχειρήσεις νοιώθουν την πίεση των επενδυτών και της κοινής γνώμης και πριν κάνουν οποιαδήποτε επιχειρηματική κίνηση την περνούν μέσα από πολλαπλά τεστ, προσπαθώντας να βεβαιωθούν πως οι αγορές και ο κόσμος θα την «εγκρίνουν» και θα την θεωρήσουν φιλική προς το περιβάλλον και χρήσιμη στον αγώνα κατά της κλιματικής αλλαγής.

Ελάχιστες επιχειρήσεις τολμούν να πάνε κόντρα στο ρεύμα και να αψηφήσουν την επικρατούσα λογική, και όσες το κάνουν, όπως πολύ πρόσφατα η μεγάλη αμερικανική πετρελαϊκή εταιρεία ExxonMobil, βρίσκονται σύντομα μπροστά σε δυσάρεστες εκπλήξεις.

Στα πλαίσια της έντασης των προσπαθειών για την προστασία του περιβάλλοντος και για την μάχη κατά της κλιματικής αλλαγής, η τελευταία τάση στην βιομηχανία διαχείρισης επενδυτικών χαρτοφυλακίων, είναι η στροφή προς τα χαρτοφυλάκια μηδενικών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (net zero).

Ο στόχος είναι, σε συνδυασμό με τις αποφάσεις της συμφωνίας του Παρισιού για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, τα επενδυτικά χαρτοφυλάκια να «αντιπροσωπεύουν» μηδενικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου μέχρι το 2050. Με αυτό τον στόχο φαίνεται πως συμφωνούν πολλά μεγάλα ονόματα στον χώρο της διαχείρισης κεφαλαίων, όπως η Blackrock που είναι η μεγαλύτερη όλων, η βρετανική Aberdeen Standard, η ομάδα που διαχειρίζεται την περιουσία του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ και πολλοί άλλοι.

Το πρόβλημα είναι όμως πως αυτή την στιγμή δεν υπάρχει σαφής ορισμός για το τι ακριβώς σημαίνει «χαρτοφυλάκιο μηδενικών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου», και όπως είναι φυσικό, δεν υπάρχει ξεκάθαρος δρόμος για την επίτευξη του στόχου. Οι περισσότεροι διαχειριστές αναφέρουν ορισμένες γενικές αρχές πάνω στις οποίες θα βασιστεί η πορεία προς τον μεγαλεπήβολο στόχο του 2050, αλλά υπάρχουν πολλές διαφωνίες, κυρίως σχετικά με τον ορισμό συγκεκριμένων κριτηρίων για την αξιολόγηση της προόδου κάθε διαχειριστή κεφαλαίων αλλά και σχετικά με ορισμένες έννοιες που ο καθένας προσπαθεί να τις «προσαρμόσει» με τον τρόπο που τον συμφέρει.

Ένα πεδίο συνεχών και σημαντικών διαφωνιών είναι τα λεγόμενα «carbon offsets» ή αλλιώς «carbon credits», χρηματοοικονομικά εργαλεία που δίνουν την δυνατότητα στον κάτοχό τους να υποστηρίξει πως μειώνει την επιβάρυνση που προκαλούν στο περιβάλλον οι δραστηριότητές του. Αυτό συμβαίνει γιατί αυτό το εργαλείο αντιπροσωπεύει μία δραστηριότητα φιλική προς το περιβάλλον, όπως π.χ. μία εκτεταμένη αναδάσωση σε τροπικά δάση που έχουν καταστραφεί.

Πολλές μεγάλες επιχειρήσεις, με δραστηριότητες στην εξόρυξη και επεξεργασία ορυκτών καυσίμων, αγοράζουν εργαλεία «αντιστάθμισης άνθρακα» και με αυτό τον τρόπο καλύπτουν τις υποχρεώσεις μείωσης των συνολικών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό των μεγάλων παραδοσιακών αυτοκινητοβιομηχανιών, οι οποίες μέχρι πρόσφατα αγόραζαν εργαλεία αντιστάθμισης άνθρακα από την Tesla, η οποία είχε μεγάλο περίσσευμα, ως πρωτοπόρος στην κατασκευή ηλεκτρικών αυτοκινήτων. Ένα είδος τέτοιων εργαλείων είναι και τα δικαιώματα εκπομπής ρύπων που διαπραγματεύονται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το πρόβλημα με αυτά τα εργαλεία είναι πως δίνουν την δυνατότητα σε πολλές επιχειρήσεις να εμφανίζουν πλασματική βελτίωση των επιδόσεων τους χωρίς να μειώνουν σημαντικά τις ρυπογόνες δραστηριότητές τους, ενώ αρκετά συχνά εκφράζονται αμφιβολίες για το κατά πόσο αυτά τα εργαλεία αντιπροσωπεύουν πραγματικά φιλικές προς το περιβάλλον δραστηριότητες, καθώς δεν υπάρχει εύκολος τρόπος ελέγχου.

Αυτή την εποχή βρίσκονται σε εξέλιξη αρκετές προσπάθειες δημιουργίας μεγάλης οργανωμένης αγοράς για την διαπραγμάτευση αυτών των εργαλείων αντιστάθμισης, στα πρότυπα των χρηματιστηριακών αγορών εμπορευμάτων. Μία από αυτές, εξελίσσεται κάτω από την ηγεσία του Mark Carney (πρώην διοικητή της Τράπεζας της Αγγλίας) και του Bill Winters (διευθύνοντος συμβούλου της τράπεζας Standard Chartered). Ο Carney υποστηρίζει πως η δημιουργία αυτής της αγοράς είναι εξαιρετικά κρίσιμη αν θέλουμε να πετύχουμε τους στόχος της συμφωνίας του Παρισιού, και πως θα πρέπει να μεγαλώσει πολύ γρήγορα και να φθάσει σε μέγεθος τα 100 δισεκατομμύρια δολάρια το 2030, από 300 εκατομμύρια που ήταν το 2018..

Απ’ ότι φαίνεται πάντως, οι διαφωνίες είναι πολύ μεγάλες, ακόμα και εντός της ομάδας, ενώ και οι εξωτερικές φωνές αμφισβήτησης δεν είναι λίγες. Η βασική ένσταση (αρκετά λογική) είναι πως δεν είναι δυνατόν να φτάσουμε στον στόχο των μηδενικών εκπομπών βασιζόμενοι κυρίως στην χρήση αυτών των εργαλείων γιατί κινδυνεύουμε να πετύχουμε ένα εικονικό θρίαμβο, καθώς οι ρύποι στην πραγματικότητα δεν θα έχουν μειωθεί.

Ο Richard Slocum, ηγετικό στέλεχος της ομάδας που διαχειρίζεται την περιουσία του πανεπιστημίου Χάρβαρντ, ύψους άνω των 40 δις δολαρίων, έκανε προ ημερών μία ενδιαφέρουσα πρόταση, σε μία συνέντευξή του στο Bloomberg. Αναγνωρίζοντας τα προβλήματα με τα εργαλεία αντιστάθμισης άνθρακα και την δυσκολία που αντιμετωπίζει ένας διαχειριστής ο οποίος δεν μπορεί να κρίνει την «ποιότητα» κάθε τέτοιου εργαλείου που έχει χρησιμοποιήσει μία εισηγμένη εταιρεία, σκέφθηκε έναν πιο απλό τρόπο μέσω του οποίου θα μπορεί ένα επενδυτικό χαρτοφυλάκιο να πλησιάσει προς τον στόχο των μηδενικών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Το short selling. Ο Slocum προτείνει την «επιβράβευση» όποιου επενδυτή δανειστεί μετοχές εταιρειών που επιβαρύνουν το περιβάλλον και τις πουλήσει μέσα στο χρηματιστήριο.

Σύμφωνα με τον Slocum, ο επενδυτής, που στην περίπτωση αυτή είναι πλέον short seller, θα πρέπει να επιβραβευθεί διότι στην ουσία στριμώχνει την «εχθρική» προς το περιβάλλον εταιρεία και την αναγκάζει να προχωρήσει πιο γρήγορα στα απαραίτητα βήματα προς την σωστή κατεύθυνση. Κατά συνέπεια, αυτή η κίνηση θα πρέπει να μεγαλώνει τις επιδόσεις του χαρτοφυλακίου στον δρόμο προς το net zero. Δεδομένης της έλλειψης, προς το παρόν, συγκεκριμένων κανόνων για την αξιολόγηση των χαρτοφυλακίων, η πρόταση του Slocum είναι αρκετά ενδιαφέρουσα, και ίσως φέρει αποτέλεσμα, πιέζοντας τις «κακές» επιχειρήσεις. Από την άλλη μεριά βέβαια, είναι και αρκετά επικίνδυνη, διότι μπορεί να οδηγήσει σε υπέρμετρες πιέσεις προς επιχειρήσεις που ίσως βρεθούν στο στόχαστρο των περιβαλλοντικών ακτιβιστών επενδυτών.

Ανεξάρτητα πάντως από το αν αυτή η πρόταση προχωρήσει, και μόνο το γεγονός πως έχει γίνει, δείχνει την μεγάλη δυσκολία στην υιοθέτηση ενιαίων κανόνων στην μέτρηση των «περιβαλλοντικών» επενδύσεων που κάνουν οι μεγάλοι διαχειριστές χαρτοφυλακίου. Αν οι μεγάλοι παγκόσμιοι διαχειριστές θέλουν πραγματικά να δημιουργήσουν ένα λειτουργικό πλαίσιο μετάβασης προς τα χαρτοφυλάκια «μηδενικών εκπομπών», θα πρέπει να συνεννοηθούν σύντομα μεταξύ τους.