8ος χρόνος, ημέρα 2401η
Κυριακή, 29 Μαΐου 2022

Τα πέντε outsider που κρύβουν αποδόσεις

Τα πέντε outsider που κρύβουν αποδόσεις
Shutterstock

Η AT&T (T NYSE), είναι η δεύτερη μεγαλύτερη, μετά τη Verizon (VZ NYSE), τηλεπικοινωνιακή εταιρεία των ΗΠΑ. Όπως είχαμε δει τον περασμένο Μάιο, ο John Stankey, που ανέλαβε τη διοίκηση της εταιρείας το καλοκαίρι του 2020, αποφάσισε να κάνει αυτό που ζητούσαν επίμονα οι περισσότεροι θεσμικοί επενδυτές και να χωρίσει την εταιρεία σε δύο κομμάτια, το αμιγώς τηλεπικοινωνιακό και το τηλεοπτικό/κινηματογραφικό (Η AT&T αποφάσισε επιτέλους ποιον δρόμο θα τραβήξει - Θα την ακολουθήσουν οι επενδυτές;).

Οκτώ μήνες αργότερα, το ζητούμενο αποτέλεσμα, δηλαδή η άνοδος της μετοχής, δεν έχει επιτευχθεί. Η μετοχή έφθασε τον Δεκέμβριο στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας, ελάχιστα πάνω από τα 22 δολάρια. Στη συνέχεια έκανε μια αξιόλογη ανάκαμψη, ξεπερνώντας τα 27 δολάρια, αλλά όπως έδειξε η σημαντική της πτώση μετά την ανακοίνωση των οικονομικών της αποτελεσμάτων την 26η Ιανουαρίου, θα πρέπει πρώτα να ξεκαθαρίσει το τοπίο και να μάθουμε τον τρόπο με τον οποίον θα γίνει ο διαχωρισμός που προαναφέραμε, πράγμα που θα γίνει μάλλον μέσα στον Μάρτιο.

Χωρίς να ξέρουμε ακόμα πως ακριβώς θα γίνει ο διαχωρισμός, το πιο πιθανό για όποιον αγοράσει τώρα τη μετοχή της AT&T είναι να παραμείνει μέτοχος του τηλεπικοινωνιακού κομματιού και να αποκτήσει συμμετοχή και στο τηλεοπτικό/κινηματογραφικό. Το τηλεπικοινωνιακό θα χαρακτηρίζεται από πολύ χαμηλούς, έως μηδενικούς ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά θα δίνει καλή μερισματική απόδοση, μάλλον λίγο κάτω από 5%. Το άλλο κομμάτι, μπορεί να του προσφέρει προοπτικές ανάπτυξης αλλά μάλλον δεν θα δίνει μέρισμα. Αγοράζοντας τώρα, ένας επενδυτής που εκτιμά πως κατά τη διαδικασία του διαχωρισμού τα πράγματα θα εξελιχθούν ομαλά, προσβλέπει στον συνδυασμό της βαρετής σταθερότητας του τηλεπικοινωνιακού κομματιού με την προσδοκία ανάπτυξης του άλλου τομέα. Οι αποδόσεις μπορεί να μην είναι θεαματικές, αλλά για έναν συντηρητικό επενδυτή μπορεί να αποδειχθεί, εφόσον τα πράγματα πάνε καλά, ένας ενδιαφέρων συνδυασμός μικρού κινδύνου και αξιόλογων αποδόσεων.

Η General Motors (GM NYSE), είχε ξεκινήσει πολύ καλά το 2021, συνεχίζοντας τη δυνατή άνοδο που είχε ξεκινήσει το φθινόπωρο του 2020, καθώς άρχισε να πείθει τους επενδυτές πως έχει και αυτή ένα αξιόλογο ηλεκτρικό μέλλον (Τα ηλεκτρικά φορτηγά και τα ιπτάμενα οχήματα απογειώνουν τη μετοχή της General Motors). Έφθασε τον Μάιο τα 64 δολάρια, αλλά στη συνέχεια έπεσε θύμα της κρίσης των μικροεπεξεργαστών που της μείωσαν την παραγωγή, και των προβλημάτων στις μπαταρίες του ηλεκτρικού της μοντέλου Bolt. Έτσι τον Αύγουστο έπεσε κάτω από τα 50 δολάρια. Προς το φθινόπωρο η αγορά άρχισε να την ξαναβλέπει με καλό μάτι και προς το τέλος του χρόνου πέτυχε να ξεπεράσει και τα 65 δολάρια. Αυτές τις μέρες έχει επανέλθει κοντά στα 50 δολάρια, επηρεασμένη από το κακό χρηματιστηριακό κλίμα.

Υποθέτοντας πως η αμερικανική οικονομία θα συνεχίσει να αναπτύσσεται με καλούς ρυθμούς, η μετοχή της GM μπορεί να επανέλθει σε ανοδική πορεία. Το επενδυτικό της πρόγραμμα, ύψους δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων, εξελίσσεται ομαλά, και στον τομέα της έρευνας για την αυτόνομη κίνηση οχημάτων όπου συνεργάζεται πλέον και με τη Microsoft, και στον τομέα των μπαταριών, όπου φαίνεται πως τα προβλήματα στη συνεργασία της με την κορεατική LG έχουν επιλυθεί. Αν το χρονοδιάγραμμα για την κυκλοφορία, μέσα στο 2022, της πλήρως ηλεκτροκινούμενης Cadillac Lyriq και του ηλεκτρικού Hummer τηρηθεί και δεν έχουμε καθυστερήσεις, οι επενδυτές σταδιακά θα αρχίσουν να ξανακοιτάζουν τη μετοχή και θα σταματήσουν να προβληματίζονται από το γεγονός πως η Ford και η Rivian θα προλάβουν να κυκλοφορήσουν τα δικά τους ημιφορτηγά πριν το δικό της, το Silverado, το οποίο αναμένεται στις αρχές του 2023.

Η Bayer (BAYN XETRA) είναι μία «πονεμένη ιστορία» των τελευταίων ετών. Η εξαγορά της αμερικανικής Monsanto, το 2018, έχει δημιουργήσει μεγάλα προβλήματα στην εταιρεία εξαιτίας των δικαστικών εκκρεμοτήτων και των αποζημιώσεων που καλείται να καταβάλλει εξαιτίας του ζιζανιοκτόνου Roundup. Η μετοχή βρίσκεται λίγο πάνω από τα 50 ευρώ, σχεδόν στα μισά της τιμής που είχε πριν την εξαγορά της Monsanto. Όπως είχαμε δει τον περασμένο Μάρτιο (Η Bayer βρίσκεται στον πυθμένα - Ποιος θα δώσει το σύνθημα της ανάδυσης;), τα προβλήματα με το Roundup και η επικείμενη λήξη της πατέντας δύο πολύ σημαντικών φαρμάκων της εταιρείας, είχαν καθηλώσει τη μετοχή κοντά στα 50 ευρώ, όπου παραμένει μέχρι τώρα. Το ξεκαθάρισμα της κατάστασης με το θέμα των αποζημιώσεων στις ΗΠΑ είναι η βασική προϋπόθεση για να ξαναζωντανέψει η μετοχή. Η διοίκηση ήλπιζε πως αυτό θα είχε γίνει μέσα στο 2021, αλλά οι προβλέψεις της έπεσαν έξω.

Αυτό όμως δεν σημαίνει πως δεν θα γίνει μέσα στο 2022, ελευθερώνοντας την μετοχή από την αβεβαιότητα. Ούτως ή άλλως, η τωρινή αποτίμηση της δεν προεξοφλεί σχεδόν τίποτα θετικό, και η μερισματική της απόδοση είναι λίγο κάτω από 4%. Ένας επενδυτής με υπομονή μπορεί να περιμένει μέχρι να λυθεί η εκκρεμότητα με τις αποζημιώσεις, ή να εμφανιστούν επενδυτές που θα απαιτήσουν να αλλάξει κάτι και θα ταράξουν τα νερά.

Η Draftkings (DKNG NASDAQ), είναι μία από τις ανερχόμενες δυνάμεις στον χώρο του αθλητικού στοιχήματος στις ΗΠΑ. Έχοντας ξεκινήσει από τη βιομηχανία «εικονικών πρωταθλημάτων» (daily fantasy sports), μπόρεσε να εκμεταλλευθεί αμέσως την ευκαιρία που παρουσιάστηκε όταν το ανώτατο δικαστήριο των ΗΠΑ αποφάσισε τη «νομιμοποίηση» των στοιχημάτων πάνω σε αθλητικά γεγονότα. Μπήκε στο χρηματιστήριο το 2020 με τη μέθοδο SPAC και ακολούθησε έντονα ανοδική πορεία, βοηθούμενη από τη μεγάλη ανάπτυξη των εργασιών της και το καλό χρηματιστηριακό κλίμα. Το 2021 ξεπέρασε και τα 75 δολάρια, αλλά από το καλοκαίρι και μετά άρχισε να υποχωρεί (Η ισχυρή ανάπτυξη του διαδικτυακού στοιχηματισμού μεγαλώνει την Draftkings), μαζί με πολλές άλλες εταιρείες με ισχυρή ανάπτυξη αλλά καθόλου κέρδη, όπως η Draftkings, και τώρα είναι κάτω από τα 20 δολάρια, τιμή από την οποία ξεκίνησε την άνοδό της το 2020.

Εκτός από το κακό κλίμα της αγοράς, ρόλο στην πτώση πρέπει να έπαιξε και η αποτυχημένη προσπάθεια της εταιρείας να εξαγοράσει την αγγλική ανταγωνίστριά της Entain. Παρά τη μεγάλη της ανάπτυξη και τις πολύ θετικές της προοπτικές, ακόμα δεν μπορεί κανείς να θεωρηθεί φθηνή. Αν όμως οι αγορές συνέλθουν από τη σχετικά δύσκολη κατάσταση στην οποία βρίσκονται σήμερα, οι τολμηροί που θα αγοράσουν τη μετοχή της DraftKings μπορεί να πετύχουν πολύ καλές αποδόσεις.

Η Jumia (JMIA NASDAQ) είναι κάτι σαν στοίχημα, ή μάλλον δύο στοιχήματα. Το ένα είναι πως η Αφρική θα συνεχίσει να αναπτύσσεται υιοθετώντας τις τεχνολογικές εξελίξεις της εποχής, προχωρώντας στο ηλεκτρονικό εμπόριο και τις ηλεκτρονικές πληρωμές. Το άλλο είναι πως η διοίκηση της εταιρείας θα καταφέρει να οδηγήσει την επιχείρηση προς μία αύξηση πωλήσεων με κερδοφόρα προοπτική. Την Jumia την είχαμε δει για τελευταία φορά προς το τέλος του 2020, όταν το χρηματιστηριακό κλίμα την ευνοούσε περισσότερο και η τιμή της ήταν κοντά στα 40 δολάρια, δίνοντάς της χρηματιστηριακή αξία 3,6 δις δολαρίων (JUMIA: Η μελλοντική βασίλισσα της Αφρικής ή μία ακόμα εξωτική παγίδα;).

Αυτές τις μέρες η μετοχή έχει υποχωρήσει κάτω από τα 8 δολάρια, κάνοντας το «στοίχημα» λιγότερο δαπανηρό, αλλά εξίσου επικίνδυνο με τότε. Η αναφορά στα οικονομικά μεγέθη της δεν έχει μεγάλη σημασία αυτή τη στιγμή, αυτό που θα βοηθήσει τη μετοχή να ανεβεί θα είναι η εμφάνιση ενδείξεων – στα οικονομικά της αποτελέσματα – πως οι ηλεκτρονικές πωλήσεις που γίνονται μέσα από την πλατφόρμα της δεν είναι πια ζημιογόνες για την ίδια, πως οι χρήστες της πλατφόρμας τη χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο, πως αυξάνονται τα έσοδα από διαφημίσεις και πως το σύστημα ηλεκτρονικών πληρωμών γίνεται πιο δημοφιλές. Στην περίπτωση που εμφανιστούν τέτοια σημάδια, και αν οι αγορές αρχίσουν να γίνονται λιγότερο αφιλόξενες για μικρές επιχειρήσεις, η μετοχή μπορεί να δώσει εντυπωσιακές αποδόσεις.

Αποποίηση Ευθύνης

Το υλικό αυτό παρέχεται για πληροφοριακούς και μόνο σκοπούς. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να εκληφθεί ως προσφορά, συμβουλή ή προτροπή για την αγορά ή πώληση των αναφερόμενων προϊόντων. Παρόλο που οι πληροφορίες που περιέχονται βασίζονται σε πηγές που θεωρούνται αξιόπιστες, ουδεμία διασφάλιση δίνεται ότι είναι πλήρεις ή ακριβείς και δεν θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.