Μονόδρομος για γρήγορες αναβαθμίσεις το Ταμείο Ανάκαμψης

Μονόδρομος για γρήγορες αναβαθμίσεις το Ταμείο Ανάκαμψης

Την ώρα που στη Γερμανία οι ευρωσκεπτικιστές προσπαθούν να μπλοκάρουν ή να καθυστερήσουν τις προσπάθειες έκδοσης κοινού χρέους στο πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης και κατ’ επέκταση την περαιτέρω ενοποίηση της Ευρώπης, η Goldman Sachs καλεί τις χώρες της Ευρώπης να δώσουν μεγαλύτερο βάρος στο πως θα αξιοποιήσουν τους ευρωπαϊκούς πόρους. Ιδιαίτερα για την Ελλάδα η αποτελεσματική χρήση των κεφαλαίων θεωρείται από το σύνολο των αναλυτών ως ο ακρογωνιαίος λίθος για να αλλάξει επίπεδο η οικονομία. 

Χθες, για παράδειγμα, η Fitch προχώρησε σε μία φαινομενικά δυσοίωνη εκτίμηση, λέγοντας ότι η αξιολόγηση της Ελλάδας θα παραμείνει σε «junk» τα επόμενα δύο χρόνια. Είχε προηγηθεί η πρόβλεψη του γερμανικού οίκου αξιολόγησης Scope Ratings, σύμφωνα με την οποία το ελληνικό ΑΕΠ θα επιστρέψει το 2024 στο επίπεδο του 2019. Και στις δύο περιπτώσεις, όπως και στις αναλύσεις άλλων οίκων αξιολόγησης (Moody’s, S&P) και επενδυτικών οίκων (Goldman Sachs), η πανδημία πηγαίνει πίσω την ανάπτυξη, ωστόσο η σωστή χρήση των κεφαλαίων του Ταμείου Ανάκαμψης μπορεί να φέρει εντυπωσιακά αποτελέσματα. 

Όλα θα κριθούν μέσα στην επόμενη τριετία. Η Ευρώπη θέλει να εκδώσει χρέος ύψους 50 δισ. ευρώ το 2021 και 100 δισ. ευρώ το 2022. Πληροφορίες αναφέρουν ότι πρόθεση των Βρυξελλών είναι στη συνέχεια θα ανεβάσουν ταχύτητα και τη διετία 2023-2024 να εκδοθεί κοινό ευρωπαϊκό χρέος άνω των 170 δισ. ευρώ. Είναι η διετία που οι χώρες-μέλη αναμένεται να αυξήσουν τις χρηματοδοτικές τους απαιτήσεις από το Ταμείο Ανάκαμψης. 

Σε αυτό το πλαίσιο, η Fitch αφήνει ένα «παράθυρο» γρήγορων αναβαθμίσεων του ελληνικού αξιόχρεου, χωρίς βέβαια να παραλείπει τους συνήθεις αστερίσκους. Να σημειώσουμε εδώ ότι η Fitch δίνει την υψηλότερη αξιολόγηση στην Ελλάδα «BB» με σταθερές προοπτικές, έναντι «ΒΒ-» των S&P, Moody’ s και DBRS, επίσης με σταθερό outlook. Η Ελλάδα χρειάζεται να ανέβει δύο σκαλοπάτια για να φτάσει στην «επενδυτική βαθμίδα», την κατηγορία αξιολογήσεων που ξεκλειδώνει τις εισροές μακροπρόθεσμων επενδυτικών κεφαλαίων τόσο στα κρατικά ομόλογα όσο και σε άλλα ελληνικά asset.

Σήμερα τα δεδομένα έχουν ως εξής: Η χώρα μας έχει να διαχειριστεί ένα υπερβολικά υψηλό χρέος – το 2ο υψηλότερο στον κόσμο – αλλά με εξαιρετικά ευνοϊκούς όρους, γεγονός που το καθιστά «βιώσιμο», όπως τόνισε χθες η Fitch. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα συμμετέχει κατ’ εξαίρεση στο έκτακτο QE της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, με αποτέλεσμα να… απολαμβάνει τις ευεργετικές επιπτώσεις της επενδυτικής βαθμίδας τουλάχιστον έως την άνοιξη του 2022.

Όμως όταν τελειώσει η περιπέτεια της πανδημίας η πιστοληπτική ικανότητα του ελληνικού δημοσίου θα πρέπει να επιστρέψει στα επενδυτικά «σαλόνια» αν θέλουμε να πληρώνουμε πολύ χαμηλά επιτόκια δανεισμού. Οι οίκοι αξιολόγησης συμφωνούν ότι η Ελλάδα διαθέτει ποιοτικά χαρακτηριστικά που την ξεχωρίζουν από τις χώρες που έχουν την ίδια αξιολόγηση «BB» και πολλά θα κριθούν από την ταχύτητα με την οποία θα καταφέρει το ελληνικό δημόσιο να μειώσει το ποσοστό του χρέους ως προς το ΑΕΠ. 

Αυτό μπορεί να γίνει με δύο τρόπους αλλά θα επιταχυνθεί αν γίνει και με τους δύο τρόπους ταυτόχρονα. Ο ένας είναι η αύξηση του ΑΕΠ και ο άλλος η μείωση της ονομαστικής αξίας του χρέους. 

Στην ουσία, λοιπόν, οι οίκοι αξιολόγησης στέλνουν σαφές μήνυμα στην ελληνική κυβέρνηση ότι θα πρέπει να αναλάβει πρωτοβουλίες που θα οδηγήσουν σε ισχυρή ανάπτυξη και ταυτόχρονα να εφαρμόσει μέτρα που θα επαναφέρουν το χρέος σε πτωτική τροχιά. Σε αυτό το σενάριο θα δούμε το χρέος να υποχωρεί πολύ γρήγορα από το επίπεδο του 207% (2020) και θα ξεκινήσουν οι αναβαθμίσεις. 

Πάντως με τα σημερινά δεδομένα η ζημιά είναι ήδη μεγάλη. Σύμφωνα με τη Fitch, ο συνδυασμός των προβλέψεων για το πρωτογενές πλεόνασμα και το «φαινόμενο της χιονοστιβάδας» μας δίνουν το βασικό σενάριο για το ύψος του χρέους, στο 156,5% το 2031. Μπορεί η μείωση να είναι πολύ σημαντική, όμως και πάλι είναι 30 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερη από την πρόβλεψη που είχε κάνει η Fitch για το ίδιο διάστημα, τον Ιανουάριο του 2020, πριν δηλαδή ξεσπάσει η πανδημία.

Το χρέος στο 126% και το χρέος στο 156% είναι δύο πολύ διαφορετικά μεγέθη τα οποία αντιστοιχούν και σε διαφορετικές αξιολογήσεις, διαφορετικές πολιτικές, διαφορετικά οικονομικά περιθώρια ευελιξίας κ.ο.κ. Η ίδια η Fitch υπογραμμίζει ότι η τάση μπορεί να αλλάξει προς το καλύτερο αν όντως αξιοποιηθούν οι πόροι του Ταμείου και δούμε μία αναπτυξιακή έκρηξη που θα αλλάξει τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές της οικονομίας. Χαρακτηριστικά ο οίκος αναφέρει ότι μία πρόσθετη ώθηση στην ανάπτυξη της τάξης του 0,5% ετησίως μετά το 2026 μπορεί να ρίξει το χρέος κάτω από το 152% του ΑΕΠ το 2031.