Το τέλος των μεταπολεμικών βεβαιοτήτων: Μαθήματα από τη Γροιλανδία
AP Photo/Markus Schreiber
AP Photo/Markus Schreiber

Το τέλος των μεταπολεμικών βεβαιοτήτων: Μαθήματα από τη Γροιλανδία

Η κρίση που προκάλεσαν οι δηλώσεις, οι πιέσεις και οι απειλές του Ντόναλντ Τραμπ για την απόκτηση της Γροιλανδίας με τον «ένα ή τον άλλο τρόπο» δεν εξελίχθηκε στο χειρότερο δυνατό σενάριο, αλλά άφησε πίσω της ένα σαφές μήνυμα για την Ευρώπη: η διατλαντική σχέση δεν μπορεί πλέον να θεωρείται αυτονόητο πλαίσιο ασφάλειας μεταξύ των συμμάχων.

Η υπαναχώρηση του Αμερικανού προέδρου με τη δημόσια δέσμευση ότι δεν θα χρησιμοποιήσει στρατιωτική βία για την προσάρτηση της Γροιλανδίας στο «όνομα» της εθνικής ασφάλειας και η επίκληση ενός «πλαισίου συμφωνίας» με το ΝΑΤΟ εκτόνωσαν προσωρινά την κατάσταση. Όμως, όπως επισημαίνουν αναλυτές σε δεξαμενές σκέψης και διεθνή μέσα, το πραγματικό αποτύπωμα της κρίσης δεν βρίσκεται στο ότι δεν έφτασε στα άκρα, αλλά στο τι αποκάλυψε για τη θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο σημερινό διεθνές σύστημα.

Στο Carnegie Endowment, αναλυτές σημειώνουν ότι η υπόθεση της Γροιλανδίας λειτούργησε ως καθρέφτης για την ευρωπαϊκή στρατηγική αντίληψη και τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιλαμβάνεται την ασφάλεια, την αποτροπή, τη διαχείριση κρίσεων και τις συμμαχίες της. Όχι επειδή αμφισβητήθηκε άμεσα η κυριαρχία ενός κράτους-μέλους και συμμάχου, αλλά επειδή η απειλή προήλθε από τον βασικό πυλώνα της μεταπολεμικής ασφάλειας της Ευρώπης. Η ίδια η συζήτηση περί «ιδιοκτησίας» και «τίτλων» κατέδειξε πόσο εύθραυστο έχει γίνει το πολιτικό υπόβαθρο της διατλαντικής σχέσης.

Για πολλούς κοινοτικούς αξιωματούχους, όπως καταγράφεται σε ρεπορτάζ διεθνών μέσων από το Politico και τον Guardian έως τους Financial Times, η κρίση δεν αποτέλεσε σοκ αλλά επιβεβαίωση. Η ιδέα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ένας προβλέψιμος σύμμαχος είχε ήδη καταρριφθεί από προηγούμενες κρίσεις - από τους δασμούς μέχρι την Ουκρανία. Η Γροιλανδία, ωστόσο, «έφερε» αυτή τη διαπίστωση στον σκληρό πυρήνα της ευρωπαϊκής ασφάλειας, αγγίζοντας άμεσα το ΝΑΤΟ και την κυριαρχία κράτους-μέλους.

Η μετάβαση από μια περίοδο όπου οι ΗΠΑ θεωρούνταν εγγυητής της ευρωπαϊκής ασφάλειας στην απόλυτη αβεβαιότητα αναδεικνύει μια ολόκληρη σειρά στρατηγικών και πολιτικών ερωτημάτων για την ΕΕ.

Αναλύσεις του European Council on Foreign Relations και άλλων think-tank τονίζουν ότι το βασικό μάθημα για την ΕΕ δεν ήταν η ανάγκη αντιπαράθεσης με την Ουάσινγκτον, αλλά η ανάγκη πολιτικής συνοχής. Η αρχική αμηχανία, οι διαφορετικοί τόνοι μεταξύ ευρωπαϊκών πρωτευουσών και η έλλειψη ενιαίας γραμμής στις πρώτες φάσεις της κρίσης κατέδειξαν τα όρια της ευρωπαϊκής αντίδρασης όταν δεν υπάρχει προετοιμασμένο συνολικό πλαίσιο στρατηγικής. Μόνο όταν διαμορφώθηκε σαφής πολιτική στήριξη προς τη Δανία και εντάχθηκε το ζήτημα στο ΝΑΤΟϊκό πλαίσιο, η Ευρώπη μπόρεσε να μιλήσει με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση - και αυτό αποτέλεσε απόδειξη του πόσο κρίσιμη είναι η ενότητα για την ΕΕ.

Αυτό ακριβώς ανέδειξε και ο Γάλλος πρόεδρος, Εμανουέλ Μακρόν, προσερχόμενος στην έκτακτη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ, τονίζοντας ότι η ενότητα της Ευρώπης ως προς την υποστήριξη της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Δανίας έπαιξε καθοριστικό ρόλο απέναντι στις απειλές του Τραμπ. «Όταν η Ευρώπη είναι ενωμένη, ισχυρή και αντιδρά γρήγορα, τα πράγματα επιστρέφουν στην κανονικότητα και την ηρεμία», τόνισε, σημειώνοντας ότι η ΕΕ πρέπει να παραμείνει «σε εγρήγορση» και να συνεχίσει να ενεργεί σε σύμπνοια, δείχνοντας ότι «έχει εργαλεία στη διάθεσή της» για να «επιβάλει τον σεβασμό» εάν απειληθεί.

«Το συμπέρασμα για την Ευρώπη είναι ότι η αντίσταση μπορεί να αποδώσει. Υπάρχει ανακούφιση, ασφαλώς, που η στρατιωτική επιλογή βγήκε από το τραπέζι, αλλά και επίγνωση ότι ο Τραμπ μπορεί να αλλάξει τη στάση του», δήλωνε ταυτόχρονα μιλώντας υπό καθεστώς ανωνυμίας Ευρωπαίος αξιωματούχος που είχε παρακολουθήσει την ομιλία του Αμερικανού προέδρου στο Νταβός. Κατ’ αυτόν, «οι υποσχέσεις και οι δηλώσεις του Τραμπ είναι αναξιόπιστες, όμως η περιφρόνησή του προς την Ευρώπη είναι σταθερή. Θα χρειαστεί να δείξουμε μεγαλύτερη αποφασιστικότητα και περισσότερη αυτονομία, γιατί δεν μπορούμε πλέον να προσκολλόμαστε στην ψευδαίσθηση ότι η Αμερική παραμένει αυτό που πιστεύαμε».

Ευρωπαϊκές διπλωματικές πηγές περιγράφουν συνολικά μια προσωρινή εκτόνωση των φόβων, χωρίς αντίστοιχη αποκατάσταση της εμπιστοσύνης που δείχνει να έχει διαρραγεί ανεπανόρθωτα. Παρά τη ρητορική υπαναχώρηση, παγιώνεται η πεποίθηση πως οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίζονται ως απολύτως αξιόπιστος σύμμαχος, έπειτα από οκτώ δεκαετίες κεντρικού ρόλου στην αρχιτεκτονική ασφαλείας.

Πολλοί εστιάζουν πλέον λιγότερο στη ρητορική Τραμπ και περισσότερο στη δομική αλλαγή που αυτή αντανακλά. Η αμερικανική πολιτική λειτουργεί αμιγώς συναλλακτικά και πολύ λιγότερο θεσμικά. Η συμφωνία-πλαίσιο για τη Γροιλανδία εντάσσεται σε αυτή τη λογική: όχι ως έκφραση συμμαχικής αλληλεγγύης, αλλά ως αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης ισχύος. Για την Ευρώπη, αυτό σημαίνει ότι ακόμη και όταν αποφεύγεται η σύγκρουση, το κόστος της αβεβαιότητας παραμένει.

Σε αυτό το πλαίσιο, η στάση που κράτησαν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί θεωρείται από πολλούς αναλυτές ως μερικώς διδακτική. Η αποφυγή δημόσιας σοβαρής κλιμάκωσης, η έμφαση στο Διεθνές Δίκαιο και η ένταξη του ζητήματος στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ απέτρεψαν μια κρίση με ανεξέλεγκτες συνέπειες. Ταυτόχρονα, όμως, ανέδειξαν την ανάγκη για ταχύτερους μηχανισμούς συντονισμού και πολιτικής αντίδρασης.

Αναλύσεις συνδέουν την κρίση για τη Γροιλανδία με την ευρύτερη ευρωπαϊκή συζήτηση για στρατηγική αυτονομία, όχι ως ρήξη με τις ΗΠΑ αλλά ως αναγκαία δικλείδα ασφαλείας. Η έμφαση δεν δίνεται σε στρατιωτική ανεξαρτησία με τη στενή έννοια, αλλά στη δυνατότητα της Ευρώπης να διαμορφώνει θέσεις, να προστατεύει συμφέροντα και να αποτρέπει αιφνιδιασμούς ακόμη και από συμμάχους. Την ανάγνωση αυτή συμπληρώνει η προειδοποίηση κατά της υπεραπλούστευσης: Η κρίση που ανέκυψε με τη Γροιλανδία δεν σηματοδοτεί την αρχή του τέλους της διατλαντικής σχέσης, αλλά τη μετάβασή της σε μια πιο απαιτητική φάση. Η Ευρώπη δεν καλείται να «επιλέξει» μεταξύ εξάρτησης και ρήξης, αλλά να επενδύσει στην πολιτική και θεσμική ανθεκτικότητα που θα της επιτρέψει να λειτουργεί αποτελεσματικά ακόμη και υπό αβεβαιότητα.

Τελικά, αυτό που «έμαθε» η Ευρώπη από την κρίση για τη Γροιλανδία, σύμφωνα με την πλειονότητα των αναλύσεων, είναι κάτι που είναι αδύνατον πια να αγνοηθεί. Στους καιρούς του Τραμπ οι βεβαιότητες της μεταπολεμικής τάξης έχουν πάψει να είναι βεβαιότητες. Η ΕΕ παραμένει βαθιά διασυνδεδεμένη με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά σε ένα περιβάλλον όπου η αξιοπιστία, η συνέχεια και η προβλεψιμότητα δεν μπορούν να θεωρούνται δεδομένες και η ΕΕ πρέπει να μπορεί να λειτουργεί χωρίς αυταπάτες και χωρίς αιφνιδιασμούς.

Είναι ίσως ο λόγος που ήχησαν τόσο δυνατά από το βήμα του Φόρουμ του Νταβός τα λόγια του Καναδού πρωθυπουργού, Μαρκ Κάρνεϊ, που αποτύπωσαν το τέλος μιας εποχής κατά την οποία η αμερικανική ηγεμονία παρείχε, με όλα της τα ελαττώματα, ένα προβλέψιμο πλαίσιο. Δίχως να κατονομάσει τον Ντόναλντ Τραμπ, περιέγραψε έναν κόσμο όπου οι κανόνες υποχωρούν μπροστά στη δύναμη και η συμμόρφωση δεν εξασφαλίζει πλέον ασφάλεια. Μίλησε για «ρήξη» στη μεταπολεμική τάξη, που διαμορφώθηκε μετά το 1945, και αποτέλεσε το θεμέλιο της δυτικής πολιτικής, οικονομικής και στρατηγικής σταθερότητας, προειδοποιώντας ότι «η νοσταλγία δεν είναι στρατηγική» και απαιτείται προσαρμογή στη νέα πραγματικότητα.

Ο Μαρκ Κάρνεϊ απευθύνθηκε κυρίως στις λεγόμενες «μεσαίες δυνάμεις» -χώρες όπως ο Καναδάς, τα ευρωπαϊκά κράτη, η Αυστραλία- προειδοποιώντας ότι η απομόνωση δεν αποτελεί λύση. «Αν δεν είσαι στο τραπέζι, είσαι στο μενού», είπε, συμπυκνώνοντας με μια φράση τη λογική της νέας εποχής. Σε αντίθεση με τις μεγάλες δυνάμεις, που μπορούν να πορεύονται μόνες, οι μεσαίες χρειάζονται συνεργασίες, ευέλικτες συμμαχίες και αυτό που ο ίδιος αποκάλεσε «μεταβλητή γεωμετρία»: διαφορετικούς συνασπισμούς για διαφορετικά ζητήματα, με βάση συμφέροντα και αξίες. Η επιλογή του Κάρνεϊ να χαράξει δημόσια αυτή τη γραμμή στο Νταβός -με την ομιλία αυτή που έγραψε ο ίδιος- ερμηνεύτηκε από πολλούς ως το πρώτο ξεκάθαρο σήμα ότι ορισμένες δυτικές χώρες παύουν να ποντάρουν πια στην «εξημέρωση» του Τραμπ και προετοιμάζονται αναλόγως για ό,τι ακολουθεί.