Για δεκαετίες, το Νταβός ήταν ο τόπος όπου η παγκοσμιοποίηση επιβεβαίωνε τον εαυτό της ως επιτυχία και η Δύση αναδείκνυε τη συναίνεσή της γύρω από τους κανόνες που διαμόρφωσαν αρχικά τη μεταπολεμική και στη συνέχεια τη μετα-ψυχροπολεμική διεθνή τάξη. Φέτος, ωστόσο, το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ αποκάλυψε με σαφήνεια το εύρος της κρίσης που διαπερνά τη συλλογική Δύση, παρότι διαφάνηκε αποκλιμάκωση όσον αφορά το ζήτημα της Γροιλανδίας έπειτα από μία ημέρα που κύλησε σαν roller coaster.
Μιλώντας σε ένα ακροατήριο αρχηγών κρατών, κορυφαίων επιχειρηματιών και οικονομικών παραγόντων, ο Ντόναλντ Τραμπ απέσυρε τη ρητή απειλή χρήσης στρατιωτικής βίας για την προσάρτηση της Γροιλανδίας -ένα σενάριο που θα φάνταζε αδιανόητο, παρόλα αυτά το είχε αφήσει ανοιχτό- ωστόσο δεν εγκατέλειψε το στόχο. Αντιθέτως, απαίτησε διαπραγματεύσεις «τώρα» για την αγορά και προσάρτηση της νήσου και τίποτα λιγότερο, μιλώντας για ζήτημα εθνικής και διεθνούς ασφάλειας, και προειδοποιώντας την Ευρώπη ότι η άρνηση θα έχει συνέπειες - «Οι ΗΠΑ θα το θυμούνται».
Λίγες ώρες αργότερα, ωστόσο, και σε συνέχεια συνάντησής του με τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε τη «συγκρότηση ενός πλαισίου για μελλοντική συμφωνία» που θα αφορά όχι μόνο τη Γροιλανδία, αλλά ολόκληρη την Αρκτική, και βάσει της εξέλιξης αυτής ανακαλεί τους δασμούς που είχε προαναγγείλει ότι θα επιβάλει σε βάρος ευρωπαϊκών χωρών από την 1η Φεβρουαρίου. Θα ακολουθήσουν κατά τον Τραμπ διαπραγματεύσεις στις οποίες θα μετέχουν οι Τζέι Ντι Βανς, Μάρκο Ρούμπιο και Στιβ Γουίτκοφ.
«Αν υλοποιηθεί, αυτή η λύση θα είναι εξαιρετική για τις Ηνωμένες Πολιτείες και για όλα τα κράτη του ΝΑΤΟ», ανέφερε στην ανάρτησή του ο Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει συνδέσει επανειλημμένα τη Γροιλανδία με το σχέδιο αντιπυραυλικής άμυνας Golden Dome, υποστηρίζοντας ότι ο αμερικανικός έλεγχος του νησιού θα καθιστούσε το ΝΑΤΟ «πολύ πιο ισχυρό και αποτελεσματικό». Στην ανάρτησή του επισήμανε πως υπάρχουν συζητήσεις και επ' αυτού του θέματος.
Αμφίσημες ήταν ακολούθως οι σύντομες δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου στους δημοσιογράφους που τον «βομβάρδισαν» με ερωτήσεις σε συνέχεια της αιφνίδιας στροφής. Ο Τραμπ ανέφερε ότι οι συνομιλίες βρίσκονται σε εξέλιξη και ότι το πλαίσιο της συμφωνίας αυτής θα ισχύει πρακτικά «επ' αόριστον» και «εξασφαλίζει στις ΗΠΑ όσα χρειάζονται», ενώ φάνηκε να αναγνωρίζει ότι η συμφωνία δεν θα αφορά επίσημη κυριότητα των ΗΠΑ - άλλωστε θα ήταν αδύνατον να διαπραγματευτεί μαζί του ο Μαρκ Ρούτε την κυριαρχία της Δανίας και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του λαού της Γροιλανδίας.
Υπερασπιζόμενη την κυριαρχία της, η Ευρώπη έχει επιχειρήσει όλο αυτό το διάστημα να δείξει στον Ντόναλντ Τραμπ ότι λαμβάνει σοβαρά την ασφάλεια της Αρκτικής και ότι μπορεί να αναλάβει μεγαλύτερο βάρος εντός του ΝΑΤΟ. Από την αρχή η δανική και η γροιλανδική πλευρά επέμειναν ότι η ασφάλεια της Γροιλανδίας μπορεί να ενισχυθεί αποτελεσματικά μέσω του ΝΑΤΟ -όπου και συζητείται η αποστολή Arctic Sentry- και της διμερούς αμυντικής συμφωνίας Δανίας-ΗΠΑ του 1951, η οποία ήδη επιτρέπει ευρεία αμερικανική στρατιωτική παρουσία στο νησί, η οποία και θα μπορούσε σαφώς να ενισχυθεί.
Η ομιλία, άνω της μίας ώρας, του Αμερικανού προέδρου στο Νταβός ήταν μία συμπύκνωση της λογικής που διέπει τη δεύτερη θητεία του: την αντίληψη ότι η διεθνής πολιτική δεν είναι σύστημα κανόνων αλλά αγορά συναλλαγών, όπου η ισχύς επιβάλλει όρους και η υπομονή ισοδυναμεί με αδυναμία. Εναλλάσσοντας «φιλικές» δηλώσεις και προσβολές, ο Τραμπ ήταν σαφής πως η Ευρώπη είναι οικονομικά και στρατιωτικά εξαρτημένη, πολιτικά αδύναμη και στρατηγικά αφελής. Χωρίς τις Ηνωμένες Πολιτείες «οι περισσότερες χώρες δεν λειτουργούν καν», υποστήριξε.
Η δήλωση ότι οι ΗΠΑ «δεν θα χρησιμοποιήσουν βία» προκάλεσε ανακούφιση στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και η ακόλουθη ανακοίνωση περί απόσυρσης της απειλής για επιβολή κυρώσεων αλλάζει το τοπίο πριν από τη σημερινή Σύνοδο Κορυφής. Το ενδεχόμενο ενός ευρείας κλίμακας εμπορικού πολέμου παρέμενε υπαρκτό, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να αναζητεί δρόμους αποκλιμάκωσης, αλλά να προετοιμάζεται ταυτόχρονα για σκληρή απάντηση αν υλοποιούνταν οι απειλές Τραμπ για την επιβολή δασμών. Στο πλαίσιο αυτό, στο τραπέζι βρέθηκε, για πρώτη φορά τόσο σοβαρά, η ενεργοποίηση του ευρωπαϊκού μηχανισμού προστασίας έναντι του οικονομικού εξαναγκασμού, του λεγόμενου Anti-Coercion Instrument, εργαλείου που σχεδιάστηκε αρχικά για την αντιμετώπιση της Κίνας.
Η παρέμβαση Ρούτε εμφανίζεται αξιοσημείωτη, δεδομένου ότι μόλις λίγη ώρα πριν ο Τραμπ παρουσίαζε τη Γροιλανδία ως αναγκαίο στρατηγικό απόκτημα, με τη λογική ότι μόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι αρκετά ισχυρές για να τη «διασφαλίσουν» απέναντι σε εξωτερικές απειλές. Τόνισε ότι η υπεράσπισή της δεν μπορεί να γίνει αποτελεσματικά χωρίς πλήρη κυριότητα, απορρίπτοντας την ιδέα της μίσθωσης ή οποιασδήποτε ενδιάμεσης ρύθμισης, θέτοντας και ψυχολογική διάσταση στην ανάγκη (του) για κυριότητα της νήσου.
Παράλληλα, παρόλο που επισήμανε πως η επιδίωξή του αφορά διαπραγμάτευση και όχι στρατιωτική επιβολή, προχώρησε σε σαφείς και έμμεσες απειλές οικονομικού χαρακτήρα. Υπενθύμισε ότι έχει ήδη επιβάλει μονομερώς δασμούς σε ευρωπαϊκά προϊόντα και προειδοποίησε ότι μπορεί να αυξήσει περαιτέρω την πίεση σε χώρες που αντιτίθενται στις αμερικανικές επιδιώξεις. Η προειδοποίηση προς τους Ευρωπαίους ηγέτες ήταν ξεκάθαρη: «Έχετε επιλογή. Μπορείτε να πείτε ‘ναι’ και θα είμαστε ευγνώμονες. Ή μπορείτε να πείτε όχι. Και θα το θυμόμαστε». Η διατύπωση αυτή συμπύκνωσε τη γενικότερη στάση του.
Ο Τραμπ επικαλέστηκε τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, υποστηρίζοντας ότι χωρίς την αμερικανική παρέμβαση, πολλές ευρωπαϊκές χώρες «θα μιλούσαν σήμερα γερμανικά ή ιαπωνικά». Αναφέρθηκε ειδικά στη Δανία, λέγοντας ότι είχε καταληφθεί μέσα σε λίγες ώρες από τη ναζιστική Γερμανία, προτού οι ΗΠΑ εμπλακούν στον πόλεμο «με μεγάλο κόστος». Η αναφορά αυτή χρησιμοποιήθηκε ως επιχείρημα για την άποψη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ιστορικό και ηθικό «δικαίωμα» να απαιτούν ανταλλάγματα για την ασφάλεια που προσφέρουν. Ειδικά για τη Γροιλανδία επανέλαβε αρκετές φορές πως ήταν λάθος το γεγονός ότι οι ΗΠΑ τότε την «έδωσαν πίσω», ωστόσο ποτέ δεν είχαν την κυριαρχία της νήσου.
Πέραν της απαρίθμησης των αποτελεσμάτων της οικονομικής του πολιτικής, των πάγιων αναφορών του στην Ευρώπη που έχει «πάρει λάθος κατεύθυνση», τις θέσεις του για μετανάστευση και την ενεργειακή πολιτική, την αμφισβήτηση της δέσμευσης του ΝΑΤΟ να υπερασπιστεί τις ίδιες τις ΗΠΑ, αλλά και την επανάληψη του ισχυρισμού περί νοθευμένων εκλογών του 2020, ο Τραμπ επιφύλαξε και προσωπικές επιθέσεις σε ηγέτες και θεσμικούς παράγοντες. Στο στόχαστρο βρέθηκαν ο Εμανουέλ Μακρόν, καθώς και ο Καναδός πρωθυπουργός, Μαρκ Κάρνεϊ, τον οποίο κατηγόρησε ότι απολαμβάνει «δωρεάν οφέλη» χάρη στις Ηνωμένες Πολιτείες, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «ο Καναδάς ζει επειδή υπάρχει η Αμερική».
Μία ημέρα νωρίτερα, στο ίδιο βήμα, βρισκόταν ο Μαρκ Κάρνεϊ και όσο «εκκωφαντική» κι αν ήταν η παρουσία Τραμπ, ακόμη πιο δυνατά ήχησαν τα λόγια του Καναδού πρωθυπουργού που δεν εκτοξεύτηκαν ως απειλές. Η ομιλία Κάρνεϊ λειτούργησε ως ψυχρός αντίλογος, σχεδόν ως διάγνωση. Χωρίς να κατονομάσει τον Ντόναλντ Τραμπ, περιέγραψε έναν κόσμο όπου οι κανόνες υποχωρούν μπροστά στη δύναμη και όπου η συμμόρφωση δεν εξασφαλίζει πλέον ασφάλεια. Μίλησε για «ρήξη» στην παγκόσμια τάξη, για το τέλος μιας εποχής κατά την οποία η αμερικανική ηγεμονία παρείχε, με όλα της τα ελαττώματα, ένα προβλέψιμο πλαίσιο.
«Η νοσταλγία δεν είναι στρατηγική», είπε, απορρίπτοντας την ιδέα ότι η επιστροφή στο παρελθόν είναι εφικτή ή επιθυμητή. Το παλιό σύστημα, υποστήριξε, δεν πρόκειται να επανέλθει· άρα το ζητούμενο δεν είναι η υπεράσπισή του ως έχει, αλλά η προσαρμογή σε μια νέα πραγματικότητα. Σε αυτήν, οι μεγάλες δυνάμεις εργαλειοποιούν την οικονομική διασύνδεση: οι δασμοί γίνονται μοχλοί πίεσης, οι αλυσίδες εφοδιασμού μετατρέπονται σε ευάλωτα σημεία, οι χρηματοπιστωτικές υποδομές σε μέσα εξαναγκασμού.
Ο Κάρνεϊ απευθύνθηκε κυρίως στις λεγόμενες «μεσαίες δυνάμεις» -χώρες όπως ο Καναδάς, τα ευρωπαϊκά κράτη, η Αυστραλία- προειδοποιώντας ότι η απομόνωση δεν αποτελεί λύση. «Αν δεν είσαι στο τραπέζι, είσαι στο μενού», είπε, συμπυκνώνοντας με μια φράση τη λογική της νέας εποχής. Σε αντίθεση με τις μεγάλες δυνάμεις, που μπορούν να πορεύονται μόνες, οι μεσαίες χρειάζονται συνεργασίες, ευέλικτες συμμαχίες και αυτό που ο ίδιος αποκάλεσε «μεταβλητή γεωμετρία»: διαφορετικούς συνασπισμούς για διαφορετικά ζητήματα, με βάση συμφέροντα και αξίες.
