Φωτογραφία αρχείου
Γιατί ο Μπάιντεν επιμένει ότι το Ισραήλ κινείται σε λάθος κατεύθυνση
APimages
APimages
Φωτογραφία αρχείου

Γιατί ο Μπάιντεν επιμένει ότι το Ισραήλ κινείται σε λάθος κατεύθυνση

Η δήλωση του Προέδρου των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν ότι «το Ισραήλ δεν κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση» προβληματίζει την ισραηλινή κυβέρνηση. 

Απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφου σχετικά με το εάν θα προσκληθεί σύντομα στον Λευκό Οίκο ο ισραηλινός Πρωθυπουργός, η λακωνική του απάντηση ήταν αρνητική. Δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στη δικαστική μεταρρύθμιση που προωθείται στο Ισραήλ, λέγοντας ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν επιθυμούν να εμπλακούν σε ξένες εσωτερικές υποθέσεις, πλην όμως, η ισραηλινή κυβέρνηση γνωρίζει πολύ καλά τόσο τη δική μου προσωπική άποψη, όσο και την άποψη της Αμερικανοεβραϊκής Ομογένειας». 

Η δυσαρέσκεια της διακυβέρνησης Μπάιντεν, που εκδηλώθηκε με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο, εκφράσθηκε λίγες ώρες μετά το διάγγελμα που εκφώνησε ο Νετανιάχου την περασμένη Δευτέρα, που «πάγωσε» τη διαδικασία ψήφισης των επίμαχων νομοσχεδίων, και παράλληλα, σήμανε την έναρξη των διαπραγματεύσεων κυβέρνησης-αντιπολίτευσης προκειμένου να ανευρεθούν ευρύτερες συναινέσεις.

Λογικά, λοιπόν, οι ΗΠΑ θα έπρεπε να είχαν καθησυχαστεί από αυτήν την εξέλιξη και να μην προειδοποιούν την κυβέρνηση Νετανιάχου ότι «κινείται προς την λάθος κατεύθυνση». 

Η αλήθεια κρύβεται στις λεπτομέρειες

Ενώ εκτυλίσσονταν αυθόρμητες μαζικές διαδηλώσεις στις μεγάλες πόλεις της χώρας, αμέσως μετά την καθαίρεση του Υπουργού Άμυνας, Γιοάβ Γκάλαντ, που είχε καλέσει δημόσια την κυβέρνηση να «παγώσει» την δικαστική μεταρρύθμιση και να διαπραγματευθεί με την αντιπολίτευση, τόσο ο Πρωθυπουργός Νετανιάχου, όσο και οι αξιωματούχοι της κυβέρνησής του, απέφευγαν να προβούν σε οποιαδήποτε δήλωση. Μεσούσης μιας τέτοιας εκκωφαντικής σιωπής, που κράτησε δύο 24ωρα, βρίσκονταν σε εξέλιξη πυρετώδεις διαπραγματεύσεις ανάμεσα στον Πρωθυπουργό και την ακροδεξιά πτέρυγα της κυβέρνησης, που ζητούσε ανταλλάγματα εάν πράγματι θα «πάγωνε» η ψήφιση των επίμαχων νομοσχεδίων.

Το βράδυ της περασμένης Δευτέρας, ο Πρωθυπουργός Νετανιάχου ανακοίνωσε ότι «παγώνει» προσωρινά την δικαστική μεταρρύθμιση. Ωστόσο, λίγες ώρες αργότερα, η Ολομέλεια της Κνέσετ ενέκρινε επί της αρχής τον διετή κρατικό προϋπολογισμό για τα οικονομικά έτη 2023 και 2024, ο οποίος μεταξύ άλλων προβλέπει την χορήγηση κονδυλίου ύψους 2.3 δισ. ευρώ για τη σύσταση ενός νέου αστυνομικού σώματος, οργανικά ανεξάρτητου από την Αστυνομία και τον Στρατό. 

Η υπό σύσταση «Εθνοφυλακή» θα διοικείται από τον εκάστοτε Υπουργό Εθνικής Ασφαλείας, ο οποίος σήμερα είναι ο Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ, ηγέτης του εθνοθρησκευτικού ακροδεξιού κόμματος «Εβραϊκή Ισχύς». Θα αποτελείται από μία δύναμη 3.250 Εθνοφυλάκων, με αρμοδιότητα «την τήρηση της τάξης, με έμφαση στις περιοχές με συμπαγή αραβικό πληθυσμό εντός της ισραηλινής επικράτειας αλλά και ειδικότερα στα αστικά κέντρα με μικτό πληθυσμό, αραβικό και εβραϊκό. Η σύσταση ενός τέτοιου αστυνομικού σώματος με στρατιωτική εκπαίδευση δεν αποτέλεσε έκπληξη.

Είχε περιληφθεί ως όρος στη συμφωνία κυβερνητικής συνεργασίας που υπεγράφη μεταξύ του Νετανιάχου και των ηγετών της εθνοθρησκευτικής ακροδεξιάς, Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ, Μπετσαλέλ Σμότριτς και Άβι Μαόζ, ενόψει του σχηματισμού της παρούσας κυβέρνησης. Ωστόσο, εκκρεμούσε η έγκριση του σχετικού κονδυλίου του προϋπολογισμού, ο οποίος, για να καταστεί νόμος του κράτους θα πρέπει να ακολουθήσουν άλλες δύο ψηφοφορίες στην Ολομέλεια της Κνέσετ, που υπολογίζεται να λάβουν χώρα έως τα τέλη Ιουλίου, όπως ορίζουν τα κοινοβουλευτικά χρονοδιαγράμματα.

Λαμβάνοντας υπ’όψιν αυτά τα δεδομένα, δικαίως η διακυβέρνηση Μπάιντεν συνεχίζει να ανησυχεί. Από τη μια, ναι μεν «παγώνει» η δικαστική μεταρρύθμιση και αρχίζει η διακομματική διαπραγμάτευση υπό την αιγίδα του Προέδρου του Κράτους, Ισαάκ Χέρτσογκ. Από την άλλη όμως, το ‘αντάλλαγμα’ που προσφέρθηκε στην ακροδεξιά πτέρυγα της κυβέρνησης προκαλεί προβληματισμό. Οι ΗΠΑ ανησυχούν για τα ιδεολογικά κριτήρια επιλογής του προσωπικού μιας μελλοντικής «Εθνοφυλακής», η οποία θα θέσει την εθνοθρησκευτική ακροδεξιά στον πυρήνα των κέντρων λήψεως αποφάσεων των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων.

Κατά τα 74 χρόνια ζωής του Ισραήλ, οι ένοπλες δυνάμεις διοικούνται από ένα ενιαίο κέντρο εξουσίας, που τελεί σε πλήρη ευθυγράμμιση με την εκάστοτε πολιτική ηγεσία. Η στρατιωτική ηγεσία ουδέποτε ανταγωνίσθηκε την πολιτική, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των εκάστοτε επιφανών πολιτικών στο Ισραήλ είχαν να επιδείξουν μία μακρά ευδόκιμη πορεία στο στράτευμα. Αντιθέτως, η ιδεολογική τάση που εκφράζουν οι Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ και Μπετσαλέλ Σμότριτς είχε κατά το παρελθόν συγκρουστεί με το στρατιωτικό κατεστημένο, ειδικά σε ό,τι αφορά το παρόν και το μέλλον του εβραϊκού εποικιστικού προγράμματος στην Δυτική Όχθη.

Οι πρόσφατες δηλώσεις Μπάιντεν καταδεικνύουν ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν παραβλέψει την έντονη πρόθεση της εθνοθρησκευτικής ακροδεξιάς να αναλάβει ρόλο στις ένοπλες δυνάμεις. Ήδη ο Μπετσαλέλ Σμότριτς διορίσθηκε ως ‘δεύτερος τη τάξει υπουργός’ στο υπουργείο Άμυνας, με αρμοδιότητα να διαχειρίζεται τη στρατιωτική παρουσία στους εποικισμούς της Δυτικής Όχθης. Αυτός ο ‘εσωτερικός επιμερισμός αρμοδιοτήτων’ στις τάξεις του στρατού, έχει ενοχλήσει ιδιαίτερα όχι μόνο το ισραηλινό στρατιωτικό κατεστημένο. Βασίμως εκτιμάται, μάλιστα, ότι αυτή ακριβώς η ‘πρωτοτυπία’ που θεσπίσθηκε στην εσωτερική διοικητική οργάνωση του υπουργείου του, συνέτεινε στην απόφαση του υπουργού Άμυνας, Γιοάβ Γκάλαντ, να εκφράσει δημόσια τις αντιρρήσεις του προς τις κυβερνητικές επιλογές.

Μπορεί το ζήτημα που έθιξε στο δικό του διάγγελμα το περασμένο Σάββατο να αναφερόταν στην αμφιλεγόμενη δικαστική μεταρρύθμιση, πλην όμως, οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ ορθώς διαισθάνονται, ότι η πραγματική αιτία της δημόσιας κριτικής που άσκησε ο Γκάλαντ πήγαζε από την εσωτερική πόλωση που παρατηρείται στα κέντρα λήψεως αποφάσεων στις ένοπλες δυνάμεις.  

Μία ενδεχόμενη διάσπαση της κεντρικής διοίκησης των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων κινδυνεύει να υποσκάψει τις επιχειρησιακές τους δυνατότητες, εντός και εκτός ισραηλινής επικράτειας. Αυτές οι ανησυχίες έχουν εκφραστεί ποικιλοτρόπως από τότε που ανέλαβε την εξουσία η παρούσα κυβέρνηση. Εάν, μάλιστα, μια τέτοια διάσπαση θα ενέχει και αμφιλεγόμενα ιδεολογικά πρόσημα, που απειλούν καθαυτή την κοινωνική συνοχή του Ισραήλ – τότε η στρατηγική αξία που του αποδίδουν οι Ηνωμένες Πολιτείες κινδυνεύει να απομειωθεί. Τυχόν συνέπειες ενός τέτοιου ενδεχομένου, ίσως αποβούν απρόβλεπτες έως μοιραίες. 

Σε αυτήν ακριβώς την ενδεχόμενη «λανθασμένη πορεία» αναφέρθηκε προχθές ο Πρόεδρος Τζο Μπάιντεν, στέλνοντας πολλαπλά μηνύματα στον Πρωθυπουργό Νετανιάχου, καλώντας τον να τα αποκωδικοποιήσει προσεκτικά. 

* Ο δρ. Γαβριήλ Χαρίτος είναι ερευνητής του ΕΛΙΑΜΕΠ και του ισραηλινού Ινστιτούτου Μπεν-Γκουριόν. Διδάσκει Ιστορία των Πολιτικών Σχέσεων Ισραήλ-Ελλάδας-Κύπρου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας και στο Πανεπιστήμιο Μπεν-Γκουριόν του Ισραήλ.