Συνομιλίες με χρονικό όριο και στρατηγικές ανακατατάξεις στον τέταρτο χρόνο πολέμου. Η Ουκρανία συμπιέζεται ανάμεσα στον ενεργειακό «στραγγαλισμό» της εν μέσω ψύχους από τη ρωσική πολεμική μηχανή, πιέσεις για το εδαφικό και εκλογές, καθώς και τον κίνδυνο μιας πλήρους αμερικανικής αποδέσμευσης με φόντο τις κρίσιμες ενδιάμεσες κάλπες για το Κογκρέσο στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στο στρατιωτικό πεδίο, η Ρωσία ακολουθεί τη γνώριμη τακτική εργαλειοποίησης του χειμώνα· βομβαρδίζει ανηλεώς ενεργειακές και αστικές υποδομές εκθέτοντας εκατομμύρια Ουκρανούς αμάχους σε ακραίες συνθήκες ψύχους χωρίς θέρμανση, νερό και ηλεκτρικό στον πιο σκληρό χειμώνα του πολέμου. Παράλληλα, παρά τους αργούς ρυθμούς προέλασης το τελευταίο έτος, μπορεί να είναι ζήτημα εβδομάδων ή μηνών, κατά τους στρατιωτικούς αναλυτές, η κατάληψη τριών στρατηγικών περιοχών -Χουλιαίπολη, Ποκρόφσκ και Μιρνοχράντ- στα νοτιοανατολικά και βορειοανατολικά της Ουκρανίας. Εάν οι περιοχές «πέσουν», θα αποκτήσει Μόσχα στρατιωτικές βάσεις στον αστικό ιστό, θα μπορεί να οργανωθεί για μελλοντικές επιχειρήσεις, ενισχύοντας παράλληλα τη θέση της στις συνομιλίες υπό αμερικανική διαμεσολάβηση.
Ένα ρευστό πλαίσιο επανεκκίνησης των συνομιλιών έχει διαμορφωθεί την ίδια στιγμή στο διπλωματικό επίπεδο, με τις Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να επιβάλουν έναν σαφή χρονικό ορίζοντα για πολιτική συμφωνία έως τον Ιούνιο. Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο η διορία αυτή του Ιουνίου αντανακλά ρεαλιστικές προοπτικές διευθέτησης έως τότε ή εάν συνδέεται κυρίως με το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό στις ΗΠΑ, εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου. Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι αναγνώρισε δημοσίως ότι η Ουάσιγκτον επιδιώκει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και ότι, εφόσον δεν υπάρξει αποτέλεσμα έως τις αρχές του καλοκαιριού, θα αυξηθούν οι πιέσεις προς όλες τις πλευρές. Δεν παρουσίασε τη θέση αυτή ως τελεσίγραφο, αλλά ως σαφή πολιτική επιδίωξη της αμερικανικής πλευράς.
Είναι σαφές ότι ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος διακήρυττε προεκλογικά ότι θα «έλυνε» το Ουκρανικό σε 24 ώρες, επιδιώκει να εισέλθει στην εκστρατεία για τις κρίσιμες ενδιάμεσες του Νοεμβρίου έχοντας κλείσει το μέτωπο, ανεξαρτήτως πώς - και αν όχι, είναι υπαρκτό το ενδεχόμενο μιας πλήρους αποστασιοποίησης με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για το Κίεβο και την Ευρώπη.
Ο επόμενος γύρος συνομιλιών υπό το τριμερές σχήμα ΗΠΑ-Ουκρανία-Ρωσία αναμένεται να διεξαχθεί στις 17-18 Φεβρουαρίου στη Γενεύη, κατά τον εκπρόσωπο του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ. Της ρωσικής αποστολής θα ηγείται, όπως και σε προηγούμενες συνομιλίες, ο Βλαντιμίρ Μεντίσκι. Η ουκρανική πλευρά είχε «δείξει» προηγουμένως σε συνομιλίες πιθανώς για πρώτη φορά σε αμερικανικό έδαφος και συγκεκριμένα στο Μαϊάμι.
Οι προσδοκίες είναι και πάλι χαμηλές. Οι προηγούμενες επαφές στο Άμπου Ντάμπι δεν κατέληξαν σε κανένα ουσιαστικό βήμα προόδου, πέραν της νέας συμφωνίας για ανταλλαγή αιχμαλώτων. Στο επίκεντρο των διαβουλεύσεων παραμένει το εδαφικό, το καθεστώς του πυρηνικού σταθμού της Ζαπορίζια και οι μελλοντικές εγγυήσεις ασφάλειας για την Ουκρανία. Το Κρεμλίνο δεν έχει κάνει βήμα πίσω από τις μαξιμαλιστικές απαιτήσεις του, επιμένοντας στην παράδοση από το Κίεβο του συνόλου του Ντονμπάς, περιλαμβανομένων των περιοχών που δεν έχει καταλάβει - όρο που Κίεβο απορρίπτει κατηγορηματικά.
«Στεκόμαστε εκεί που στεκόμαστε», δήλωσε ο Ζελένσκι, χαρακτηρίζοντας το πάγωμα της σύγκρουσης στις τρέχουσες γραμμές ως τη μόνη ρεαλιστική βάση για εκεχειρία στο παρόν στάδιο. Για την ουκρανική ηγεσία, η αποδοχή περαιτέρω εδαφικών απωλειών θα συνιστούσε όχι μόνο στρατηγική υποχώρηση αλλά θα επέφερε και εσωτερική πολιτική αποσταθεροποίηση. Το Ντονμπάς δεν είναι απλώς ζήτημα εδαφικού ελέγχου. Αποτελεί τον βιομηχανικό πυρήνα της χώρας και το συμβολικό επίκεντρο της ρωσικής αφήγησης περί «προστασίας ρωσόφωνων πληθυσμών». Η Μόσχα δεν αντιμετωπίζει την περιοχή ως διαπραγματευτικό χαρτί αλλά ως επιβεβαίωση των πολεμικών της στόχων. Ταυτόχρονα, για το Κίεβο, μια συμφωνηθείσα απώλεια της ζώνης θα δημιουργούσε προηγούμενο νομιμοποίησης της αναθεώρησης συνόρων διά της βίας.
Ανοιχτό παραμένει και το ζήτημα του πυρηνικού σταθμού της Ζαπορίζια. Δεν έχει υπάρξει συμφωνία ως προς το καθεστώς διαχείρισής του, ενώ η ιδέα μετατροπής τμημάτων του Ντονμπάς σε ελεύθερη οικονομική ζώνη αντιμετωπίζεται με επιφυλάξεις από την ουκρανική πλευρά. Ο Ζελένσκι έχει δηλώσει ότι στο Άμπου Ντάμπι υπήρξαν διαφορετικές προσεγγίσεις ως προς το περιεχόμενο και τις εγγυήσεις μιας τέτοιας ρύθμισης. Η συζήτηση για μηχανισμό επιτήρησης ενδεχόμενης εκεχειρίας παραμένει επίσης σε αρχικό στάδιο, με τις ΗΠΑ να δηλώνουν διατεθειμένες να αναλάβουν (αδιευκρίνιστο) ρόλο.
Οι συζητήσεις περί διεξαγωγής εκλογών στην Ουκρανία προσθέτουν ένα ακόμη επίπεδο πολυπλοκότητας. Δημοσιεύμα των Financial Times που ήθελε τον Ζελένσκι να εξετάζει το ενδεχόμενο να ανακοινώσει στις 24 Φεβρουαρίου, την τέταρτη επέτειο της ρωσικής εισβολής, την προκήρυξη δημοψηφίσματος ταυτόχρονα με προεδρικές και βουλευτικές εκλογές στα τέλη Μαΐου, διαψεύστηκε από τον Ουκρανό πρόεδρο, ο οποίος επισήμανε πως ανάλογες διαδικασίες μπορούν να εξεταστούν μόνο υπό συνθήκες πλήρους ασφάλειας. Αναγνώρισε ότι οι ΗΠΑ έθεσαν το θέμα, αλλά ανέφερε ότι δεν το συνέδεσαν τις εκλογές με την παροχή εγγυήσεων ασφαλείας.
Θεσμικά, έχει συγκροτηθεί ήδη κοινοβουλευτική ομάδα εργασίας για το νομικό πλαίσιο. Πρακτικά, όμως, Ουκρανοί βουλευτές επισημαίνουν ότι απαιτείται σταθερή εκεχειρία και τουλάχιστον έξι μήνες προετοιμασίας για μια αξιόπιστη διαδικασία. Μεγάλο μέρος του πληθυσμού έχει εκτοπιστεί ή βρίσκεται σε κατεχόμενα εδάφη, ενώ σύμφωνα με διαθέσιμα στοιχεία, μόλις το 10% των Ουκρανών υποστηρίζει τη διεξαγωγή εκλογών εν μέσω πολέμου.
Η Μόσχα, στόχος της οποίας ήταν εξ αρχής η καθεστωτική αλλαγή, δεν θα έμενε απλός παρατηρητής· αντιθέτως, θα πίεζε για όρους που θα περιλάμβαναν συμμετοχή ψηφοφόρων από τα ρωσοκρατούμενα εδάφη και από τη διασπορά σε Ρωσία και Λευκορωσία. Παράλληλα, μια προεκλογική περίοδος θα μπορούσε να οξύνει εσωτερικές αντιπαραθέσεις. Πέραν του εδαφικού, ο στρατηγικός στόχος της Μόσχας ήταν και παραμένει μεταβολή των πολιτικών ισορροπιών στο Κίεβο προς το συμφέρον της.
Νέο «φως» στη γεωπολιτική εξίσωση του Ουκρανικού έχουν έλθει να ρίξουν, εν τω μεταξύ, τόσο οι αναφορές Ζελένσκι, όσο και πληροφορίες του πρακτορείου Bloomberg, περί των ιδιαίτερα γενναιόδωρων προτάσεων της Ρωσίας προς τις ΗΠΑ για την υπογραφή διμερών οικονομικών συμφωνιών, ύψους 12 τρισ. δολαρίων. Το Κρεμλίνο φέρεται να έχει υποβάλει συγκεκριμένες προτάσεις που έχουν στο επίκεντρο την επιστροφή της Ρωσίας στο σύστημα διακανονισμού του δολαρίου και μιλούν για συνεργασίες και συγκλίνοντα συμφέροντα σε ορυκτά καύσιμα, φυσικό αέριο, πετρέλαιο και σπάνιες γαίες. Το οικονομικό deal που φέρεται να προτείνει η Μόσχα αποδίδεται σε πρωτοβουλία του Κιρίλ Ντμίτριεφ, επικεφαλής του ρωσικού κρατικού επενδυτικού ταμείου και στενού συνεργάτη του Βλαντιμίρ Πούτιν. Δεν έχει υπάρξει κάποιο σχόλιο από την Ουάσινγκτον ή τη Μόσχα.
Σύμφωνα με τον Ουκρανό πρόεδρο, έγγραφα του «πακέτου Ντμίτριεφ», των οποίων όπως ανέφερε έλαβε γνώση, περιγράφουν ένα πλαίσιο συνεργασίας που θα μπορούσε να επηρεάσει και ζητήματα ουκρανικής κυριαρχίας ή ασφάλειας. Ο Κιρίλ Ντμίτριεφ ήταν και ο «συντάκτης» του αρχικού σχεδίου των 28 σημείων Γουίτκοφ-Τραμπ που απηχούσε πλήρως τις ρωσικές απαιτήσεις προτού αναθεωρηθεί με παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η ρωσική στρατηγική υπερβαίνει κατά πολύ τα στενά όρια της ουκρανικής σύγκρουσης. Το Κρεμλίνο αντιμετωπίζει την Ουκρανία ως ένα μόνο κομμάτι μιας ευρύτερης διαπραγμάτευσης με την Ουάσινγκτον, επιδιώκοντας μια συνολική αναθεώρηση των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες, την προώθηση ευρύτερων γεωπολιτικών στόχων, την επιστροφή στις σφαίρες επιρροής και τη μεταβολή του μεταψυχροπολεμικού συστήματος ασφαλείας στην Ευρώπη.
Η αβεβαιότητα γύρω από τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών εντείνεται καθώς η προσοχή Τραμπ θα αρχίσει να στρέφεται όλο και περισσότερο στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Αν και παραμένουν σε ισχύ πακέτα ήδη εγκεκριμένης επί Μπάιντεν στρατιωτικής βοήθειας, η άμεση χρηματοδοτική στήριξη έχει μειωθεί δραστικά. Αναλυτές του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Μελετών (CSIS) επισημαίνουν ότι πλήρης διακοπή της αμερικανικής στήριξης θα ενίσχυε την πεποίθηση της Ρωσίας ότι «ο χρόνος είναι με το μέρος της». Η Ουάσιγκτον συνεχίζει να παρέχει κρίσιμες πληροφορίες και συστήματα που η Ευρώπη δυσκολεύεται να υποκαταστήσει, ιδίως σε ό,τι αφορά την αντιαεροπορική άμυνα και τα συστήματα Patriot, παρότι η χρηματοδότηση έχει μετακυλιστεί επί Τραμπ στους συμμάχους- με άλλα λόγια, η Ουάσιγκτον συνεχίζει να διαθέτει όπλα, ενώ η Ευρώπη πληρώνει. Η στήριξη έχει μετατοπιστεί σε σχήματα μέσω των οποίων οι σύμμαχοι χρηματοδοτούν την αγορά αμερικανικών οπλικών συστημάτων για λογαριασμό της Ουκρανίας. Με τον τρόπο αυτό, οι ΗΠΑ διατηρούν τον ρόλο του βασικού προμηθευτή προηγμένης τεχνολογίας, ενώ το δημοσιονομικό βάρος επιμερίζεται στην Ευρώπη.
Η τελευταία μελέτη του Ινστιτούτου του Κιέλου καταγράφει ότι, παρά τη σχεδόν πλήρη παύση αμερικανικής χρηματοδοτικής βοήθειας, η συνολική ενίσχυση προς την Ουκρανία παρέμεινε σχετικά σταθερή το 2025 χάρη στην ευρωπαϊκή ενίσχυση. Η ευρωπαϊκή στρατιωτική βοήθεια ανήλθε σε περίπου 29 δισ. ευρώ -αύξηση 67% σε σχέση με τον μέσο όρο της περιόδου 2022-2024- ενώ η χρηματοδοτική και ανθρωπιστική ενίσχυση αυξήθηκε κατά 59%. Η Γερμανία παρείχε τη μεγαλύτερη στρατιωτική βοήθεια, με 9 δισ. ευρώ το 2025 και σχεδιαζόμενη αύξηση σε 11,55 δισ. το 2026.
Το σχήμα PURL (Prioritised Ukraine Requirements List) του ΝΑΤΟ, που επιτρέπει σε συμμάχους να αγοράζουν αμερικανικά όπλα για λογαριασμό της Ουκρανίας, έχει πλέον αποκτήσει κεντρικό ρόλο. Το Ηνωμένο Βασίλειο ανακοίνωσε την περασμένη εβδομάδα συνεισφορά περίπου 200 εκατ. δολαρίων, ενώ τα τρία τέταρτα των μελών της Συμμαχίας έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα. Παρά τη διεύρυνση της ευρωπαϊκής συμμετοχής, η κατανομή των βαρών παραμένει άνιση, με περιορισμένο αριθμό χωρών να επωμίζονται το μεγαλύτερο μέρος της στρατιωτικής συνεισφοράς.
