Η αιματηρή προέλαση των δυνάμεων του μεταλλαγμένου τζιχαντιστή Αλ Τζολάνι, με την ενεργή στρατιωτική υποστήριξη της Άγκυρας, έναντι των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF) και τελικό στόχο τη διάλυση της κουρδικής αυτονομίας στο βορειοανατολικό τμήμα της χώρας έχει ανοίξει μία νέα, αβέβαιη φάση για τους Κούρδους, με προεκτάσεις και στο εσωτερικό της Τουρκίας και την ευρύτερη ισορροπία στην περιοχή.
H στρατιωτική οπισθοχώρηση των Κούρδων και η επακόλουθη απώλεια εδάφους της «Αυτόνομης Διοίκησης της Βόρειας και Ανατολικής Συρίας», δηλαδή της Ροζάβα, σηματοδοτεί μία ρευστή μετάβαση σε επόμενη φάση του Κουρδικού ζητήματος σε περιφερειακό επίπεδο, στην οποία η Ουάσινγκτον, η Άγκυρα, η Δαμασκός και οι αντίπαλες κουρδικές φατρίες επιδιώκουν να προωθήσουν τα δικά τους συμφέροντα, ενόσω οι Κούρδοι της Συρίας μετρούν βαριές απώλειες, αφού οι Ηνωμένες Πολιτείες τους εγκατέλειψαν στην τύχη τους.
Σχεδόν επί μία 15ετία, οι SDF, με κύριο κορμό τις κουρδικές Μονάδες Προστασίας του Λαού (PYD) και τις πρωτοφανείς για τα δεδομένα της περιοχής, όσο και καθοριστικές γυναικείες μονάδες YPJ, διαχειρίζονταν μία de facto αυτόνομη ζώνη στη βορειοανατολική Συρία υπό την προστασία περιορισμένης αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας και άλλων δυτικών δυνάμεων της διεθνούς συμμαχίας κατά του Ισλαμικού Κράτους. Αυτή η υποστήριξη άρχισε να εξασθενεί από το 2025, καθώς μια συνδυαστική σειρά αλλαγών στην αμερικανική πολιτική, η επιθετικότητα της συριακής κυβέρνησης και η πίεση της Τουρκίας συνέκλιναν για στρατιωτική δράση εναντίον της κουρδικής αυτονομίας.
Το νέο μέλος της συμμαχίας ο Τζολάνι
Η επίσκεψη τον περασμένο Νοέμβριο του Αχμεντ Αλ Σαράα με την ιδιότητα του προέδρου της Συρίας στον Λευκό Οίκο αποδείχθηκε εκ των υστέρων ότι ήταν μία άκρως καθοριστική στιγμή κατά την οποία ο... μετατζιχαντιστής Μοχάμεντ Αλ Τζολάνι, έγινε δεκτός ως το νεότερο μέλος της συμμαχίας κατά του Ισλαμικού Κράτους. Για τους Κούρδους όμως αυτό σήμαινε εξαναγκασμό σε συνθηκολόγηση με τους δημίους τους. «Πώς να παραδοθούμε στους δολοφόνους μας;» ήταν η χαρακτηριστική δήλωσή της Νεσρίν Αμπντουλάχ, διοικήτρια των κουρδικών Γυναικείων Μονάδων Προστασίας (YPJ).
Η Δαμασκός έκανε την πρώτη κίνηση σε τακτικό επίπεδο, στις αρχές του έτους, εκδιώκοντας αρχικά τις δυνάμεις εσωτερικής ασφάλειας «Ασαγίς» από τις κουρδικές συνοικίες Σέιχ Μασκούντ και Αλ Ασραφίγια στο Χαλέπι, για να εκδιώξει στη συνέχεια τις SDF από τα εδάφη δυτικά του Ευφράτη. Μέσα σε λίγες ημέρες, ο Συριακός Αραβικός Στρατός -όπως ονομάζονται οι κυβερνητικές δυνάμεις με κύριο κορμό τους τις σουνιτικές πολιτοφυλακές ισλαμιστών, εγχώριους και ξένους τζιχαντιστές- με την υποστήριξη και τον εξοπλισμό της Τουρκίας- προήλασε γρήγορα στο έδαφη που κατείχαν οι SDF, καταλαμβάνοντας με περιορισμένη αντίσταση περιοχές με αραβική πλειοψηφία και πλούσιες σε πετρέλαιο, όπως η Ράκκα και η Ντέιρ Εζόρ, εγκλωβίζοντας τις δυνάμεις των Κούρδων σε θύλακες, αποκομμένους από οποιαδήποτε δυνατότητα εξωτερικής ενίσχυσης και περιορισμένες δυνατότητες επικοινωνίας
Πανηγυρίζουν στην Άγκυρα
Η επιχείρηση αυτή ήλθε έπειτα από μήνες πολιτικών ελιγμών και της αποτυχίας εφαρμογής της συμφωνίας της 10ης Μαρτίου 2025 μεταξύ του Αλ Σαράα και του διοικητή των SDF Μαζλούμ Αμπντί, με αμερικανική παρέμβαση, που προέβλεπε την ενσωμάτωση των κουρδικών δυνάμεων στον συριακό στρατό. Η συμφωνία αυτή ωστόσο άφηνε αναπάντητο το ερώτημα εάν οι κουρδικές δυνάμεις θα αποτελούσαν ξεχωριστές μεραρχίες υπό κουρδική διοίκηση εντός του ενιαίου συριακού στρατού ή οι Κούρδοι μαχητές θα στρατολογούνταν ατομικά σε διάφορες μονάδες, όπως επιθυμούσε η Δαμασκός και η Άγκυρα. Δεν έδινε επίσης λύση και στο ζήτημα των θεσμών αυτονομίας που επιθυμούσαν να διατηρήσουν οι Κούρδοι.
Στην πραγματικότητα και τα δύο αυτά θέματα αποτελούν «κόκκινες γραμμές» για την Τουρκία, καθώς γι' αυτήν οι SDF και η πολιτική τους πτέρυγα PYD, δηλ. το Κόμμα Δημοκρατικής Ενότητας, αποτελούν προέκταση του ΡΚΚ, που από τη δεκαετία του ‘80 μάχεται κατά της Τουρκίας, διατηρώντας ενεργό ένα από τα μακροβιότερα παγκοσμίως αντάρτικα κινήματα. Η κουρδική αυτονομία στα νότια σύνορα της Τουρκίας, σε συνδυασμό επιπλέον με την Αυτόνομη Κουρδική Διοίκηση στο γειτονικό Βόρειο Ιράκ, δίνει στο ΡΚΚ στρατηγικό βάθος και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μελλοντική απόσχιση εδαφών.
Η νέα προσέγγιση μετά την προέλαση του συριακού στρατού είναι πλέον μονομερής· δεν υπάρχει αντικείμενο διαπραγμάτευσης: Σύροι και Τούρκοι εκφράζουν ανοιχτά την ικανοποίησή τους για την καταστροφή της κουρδικής αυτονομίας και την επικράτηση της κεντρικής κυβέρνησης. Κατανοούν ωστόσο ότι ακόμη είναι νωρίς για επινίκια και απαιτούνται στη φάση αυτή προσεκτικές κινήσεις.
Η εγκατάλειψη από τις ΗΠΑ
Η αλλαγή, ωστόσο, στο στρατιωτικό πεδίο δεν θα καθίστατο δυνατή χωρίς την πολιτική στροφή της Ουάσινγκτον. Το τελευταίο διάστημα Αμερικανοί αξιωματούχοι χαρακτήριζαν τη βασική αποστολή των SDF ολοκληρωμένη σε μεγάλο βαθμό, αφού το «χαλιφάτο» του Ισλαμικού Κράτους εδαφικά διαλύθηκε από το 2019 και η οργάνωση περιορίστηκε σε μια χαμηλής εντάσεως τρομοκρατική δράση. Σε δημόσιες δηλώσεις, ο Αμερικανός απεσταλμένος για τη Συρία και πρέσβης των ΗΠΑ στην Τουρκία, Τομ Μπάρακ, υποστήριξε ότι η συριακή κυβέρνηση είναι πλέον έτοιμη να αναλάβει τον προηγούμενο ρόλο των SDF ως κύριος τοπικός εταίρος στις επιχειρήσεις κατά του ΙΚ και στη διαχείριση των φυλακών και των στρατοπέδων όπου κρατούνται μέλη και οικογένειες της τζιχαντιστικής οργάνωσης.
Ο Μπάρακ παρουσίασε τη διπλωματία της Ουάσινγκτον επικεντρωμένη σε δύο προτεραιότητες: ο έλεγχος των φυλακών όπου κρατούνται μέλη του Ισλαμικού Κράτους και τη διευκόλυνση της ένταξης των μαχητών των SDF στις κρατικές δομές της Συρίας, σε συνδυασμό με εγγυήσεις για τα δικαιώματα των Κούρδων και την πλήρη ιθαγένεια. Σύμφωνα με τις δημόσιες δηλώσεις του, η Ουάσινγκτον έχει ασκήσει πιέσεις για μια φόρμουλα ενσωμάτωσης που θα εντάξει τους μαχητές των SDF στον εθνικό στρατό όχι ως ξεχωριστή δύναμη, δηλαδή ακριβώς όπως επιθυμούν η Άγκυρα και η Δαμασκός, θα μεταβιβάσει τον έλεγχο των βασικών υποδομών -πετρελαϊκά πεδία, φράγματα, υδροηλεκτρικούς σταθμούς, συνοριακές διαβάσεις- στη Δαμασκό και θα κωδικοποιήσει την αναγνώριση των Κούρδων ως «βασικού μέρους του συριακού λαού» με γλωσσικά και πολιτιστικά δικαιώματα. Όσον αφορά τις φυλακές, η λύση των Αμερικανών προβλέπει τη μεταφορά μέρους των κρατουμένων σε φυλακές στο Ιράκ και την ανάληψη των υπολοίπων από το καθεστώς του Αλ Τζολάνι. Θα φυλάνε δηλαδή οι «νεοφώτιστοι» σύμμαχοι τζιχαντιστές τους τζιχαντιστές...
Στην πράξη, η άρνηση της Ουάσινγκτον να αποτρέψει τον Αλ Σαράα -παρά τις προηγούμενες απειλές για κυρώσεις εάν η Δαμασκός προχωρούσε σε στρατιωτική δράση- ερμηνεύεται από την κουρδική πλευρά ως de facto «πράσινο φως» για την τρέχουσα επίθεση. Η εικόνα για τους Κούρδους είναι άλλωστε πολύ γνωστή από την Ιστορία: Για άλλη μια φορά, ένας εξωτερικός προστάτης φαίνεται να τους εγκαταλείπει σε μια κρίσιμη στιγμή.
Ταφόπλακα (;) στην ειρηνευτική διαδικασία με τον Οτσαλάν
Τούρκοι αξιωματούχοι και φιλοκυβερνητικοί αναλυτές περιγράφουν την προέλαση των συριακών κυβερνητικών δυνάμεων ως εξάλειψη μιας σημαντικής απειλής κατά της χώρας τους και αποδυνάμωση της περιφερειακής υποδομής του PKK. Αναφορές προερχόμενες από τουρκικές πηγές ασφαλείας υποδηλώνουν ότι οι υπηρεσίες πληροφοριών της Άγκυρας διατήρησαν διαύλους επικοινωνίας με τη Δαμασκό καθ' όλη τη διάρκεια της πρόσφατης επίθεσης, ανταλλάσσοντας πληροφορίες, παρέχοντας συμβουλές για τη συνέχιση των επιχειρήσεων και συντονίζοντας τις ενέργειες. Η Άγκυρα διατηρούσε επίσης στενό διάλογο με την Ουάσινγκτον και άλλες σύμμαχες χώρες κατά τη διάρκεια αυτής της φάσης, τοποθετώντας προσεκτικά τον εαυτό της ως δικαιούχο και υπεύθυνο ενδιαφερόμενο μέρος στη διαχείριση των επιπτώσεων της υποχώρησης των SDF.
Αναμφίβολα, η κατάσταση στη βορειοανατολική Συρία συνδέεται άμεσα με το Κουρδικό ζήτημα της Τουρκίας και την ειρηνευτική διαδικασία που ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2024 με την έκκληση του ηγέτη των Τούρκων εθνικιστών και κυβερνητικού εταίρου του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, Ντεβλέτ Μπαχτσελί και τη θετική ανταπόκριση εν συνεχεία του φυλακισμένου ηγέτη του ΡΚΚ, Αμπντουλάχ Οτσαλάν, ο οποίος κάλεσε τα μέλη της οργάνωσης του να αφοπλιστούν.
Ωστόσο, το αισιόδοξο σενάριο για διευθέτηση του Κουρδικού στην Τουρκία καθίσταται τώρα πιο εύθραυστο από ποτέ, καθώς μια εξαναγκαστική συνθηκολόγηση των Κούρδων της Συρίας χωρίς ανταλλάγματα και εγγυήσεις ενισχύει τις απόψεις εκείνων που υποστηρίζουν ότι οι πολιτικές διαδικασίες προσφέρουν μόνο παραχωρήσεις υπέρ της Τουρκίας. Η οργή των Κούρδων της Τουρκίας ξεχειλίζει αυτές τις ημέρες. Οποιοσδήποτε νέος κύκλος καταστολής, δημογραφικής αλλοίωσης μέσω μαζικών εκτοπισμών στη βορειοανατολική Συρία θα μπορούσε εύκολα να επεκταθεί στην τουρκική επικράτεια, όπου οι μνήμες από τις σχετικά πρόσφατες συγκρούσεις είναι νωπές, χιλιάδες μέλη ή κατηγορούμενοι ως μέλη του ΡΚΚ βρίσκονται στις φυλακές και οι διώξεις κατά των αντιφρονούντων αποτελούν συνήθη πρακτική της καθημερινότητας.
Ειδικά η πολιορκία του Κομπάνι από τις ένοπλες ομάδες του Αλ Σαράα από το Νότο και με τουρκικά τεθωρακισμένα και βαρύ πυροβολικό από τον Βορρά ξυπνάει ισχυρά αντανακλαστικά μεταξύ των Κούρδων με έντονο συναισθηματικό φορτίο. Το Κομπάνι κατεγράφη στο συλλογικό θυμικό τους για την εμβληματική αντίστασή του κατά του Ισλαμικού Κράτους το 2014 από τους μαχητές και τις μαχήτριες των YPG και YPJ. Ακολούθησαν λίγους μήνες αργότερα σκληρές συγκρούσεις σε πόλεις της νοτιοανατολικής Τουρκίας μεταξύ του ΡΚΚ και των δυνάμεων ασφαλείας. Το Κομπάνι σήμερα, αποκομμένο από τον έξω κόσμο, χωρίς νερό, ηλεκτρικό και Διαδίκτυο, στέκεται πάνω στην οριογραμμή Τουρκίας-Συρίας για να θυμίζει ότι το Κουρδικό είναι το πιο ευαίσθητο κομμάτι στο παζλ της Μέσης Ανατολής.
Εντός της Τουρκίας, μετά τις εξελίξεις στη Συρία οι δηλώσεις οξύνθηκαν, θυμίζοντας τις εποχές των σκληρών μαχών με το ΡΚΚ. Οι μέχρι τώρα ενδείξεις δείχνουν να συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι η διαδικασία ειρήνευσης μάλλον οδεύει προς αποτυχία. Αυτό ήταν άλλωστε κάτι που ψιθυριζόταν εδώ και μήνες, καθώς πολλά στελέχη του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) προειδοποιούσαν ότι πολιτικά το εγχείρημα προκαλούσε αιμορραγία ψηφοφόρων. Ωστόσο, τα σχέδια του Ερντογάν για τις επόμενες εκλογές του 2028 δεν μπορούν με τα σημερινά δεδομένα να πραγματοποιηθούν χωρίς τη στήριξη του φιλοκουρδικού Κόμματος Δημοκρατίας και Ισότητας των Λαών (DEM).
Περιφερειακές επιπτώσεις
Στο αυτόνομο Βόρειο Ιράκ, όπου το Δημοκρατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (KDP) του οποίου ηγείται η οικογένεια Μπαρζανί και η Πατριωτική Ένωση του Κουρδιστάν (PUK) των Ταλμπανί είχαν συχνά τεταμένες σχέσεις με το PKK και κατά καιρούς έντονες αντιπαλότητες με τους Κούρδους της Συρίας, το τέλος της κουρδικής αυτονομίας στη Συρία παρουσιάζει τόσο ευκαιρίες όσο και κινδύνους.
Από τη μία πλευρά, οι κύκλοι που ευθυγραμμίζονται με το KDP ενδέχεται να χαιρετίσουν την αποδυνάμωση ενός πολιτικού μοντέλου που αμφισβητούσε την κυριαρχία τους και υποστήριζε ένα διαφορετικό, πιο ριζοσπαστικό μοντέλο κουρδικής διοίκησης. Από την άλλη όμως, μπροστά στο θέαμα της ταχείας υποχώρησης των SDF, η παράταξη της οικογένειας Μπαρζανί άρχισε να στηρίζει ανοικτά με δημόσιες δηλώσεις και δημοσιεύματα του ελεγχόμενου Τύπου τους Κούρδους της Συρίας, παρά τις ιδεολογικές διαφορές και τις προσεκτικές σχέσεις με την Άγκυρα, σε μία προσπάθεια να εμφανιστεί ο πρόεδρος της Αυτόνομης Διοίκησης του Ιρακινού Κουρδιστάν, Μασούντ Μπαρζανί, ηγέτης όλων των Κούρδων, ανεξαρτήτως σε ποια πλευρά των συνόρων βρίσκονται, προκαλώντας έντονη ενόχληση στην τουρκική κυβέρνηση.
Για τη Δαμασκό, τα στρατιωτικά κέρδη σε Ράκκα, Ντέιρ Εζόρ και κατά μήκος των βασικών υποδομών πετρελαίου και ύδατος ενισχύουν τη διαπραγματευτική θέση της έναντι περιφερειακών και διεθνών παραγόντων. Ο έλεγχος αυτών των πόρων παρέχει τα αναγκαία έσοδα και την απαραίτητη επιρροή.
Σε περιφερειακό επίπεδο, η ενδεχόμενη κατάργηση της κουρδικής αυτονομίας και η ανάπτυξη των δυνάμεων του Αλ Τζολάνι στη βορειοανατολική Συρία θα έχουν πολλές επιπτώσεις. Ένας στενότερος άξονας που συνδέει τη Δαμασκό με την Άγκυρα θα μπορούσε να περιπλέξει την αντίληψή περιφερειακών δρώντων για τις απειλές, ενώ η ταχεία πολεμική τακτική των συριακών δυνάμεων, ενισχυμένη από την τουρκική υποστήριξη, εγείρει ανησυχίες για μελλοντικά σενάρια στα οποία παρόμοιες τακτικές θα μπορούσαν να στραφούν εναντίον άλλων μειονοτήτων ή να χρησιμοποιηθούν για την αναδιαμόρφωση των μετώπων με τρόπους που δεν ευνοούν τους υπολογισμούς των υπολοίπων περιφερειακών δρώντων.
