Ο «μαύρος» Σεπτέμβριος που φοβάται η Γερμανία
AP Photo/Michael Probst, file
AP Photo/Michael Probst, file

Ο «μαύρος» Σεπτέμβριος που φοβάται η Γερμανία

Ταραγμένους καιρούς για τη Γερμανία και την Ευρώπη προοιωνίζονται οι τριπλές κρατιδιακές εκλογές του Σεπτεμβρίου. Η ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) «προελαύνει», αυτοπροβάλλεται ήδη ως το «νέο λαϊκό κόμμα» και βρίσκεται σε απόσταση βολής από την πρώτη μεγάλη νίκη σε γερμανικό κρατίδιο, ίσως και το σχηματισμό τοπικής κυβέρνησης. Ο κυβερνητικός συνασπισμός βρίσκεται σε θέση άμυνας, η δημοτικότητα του Φρίντριχ Μερτς έχει υποχωρήσει στο ναδίρ και στους Χριστιανοδημοκράτες ανοίγει συζήτηση για το αδιανόητο: να σπάσει το «τείχος» και να καταστεί δυνατή η συνεργασία με την Ακροδεξιά.

Εν μέσω αυτής της ασφυκτικής πίεσης, ο Γερμανός καγκελάριος προχωρά σε ανασχηματισμό σε «δόσεις», επιχειρώντας να επανεκκινήσει μια κυβέρνηση που δεν έχει πείσει ότι μπορεί να αντιστρέψει την οικονομική στασιμότητα και την πολιτική φθορά. Οι πρώτες αλλαγές αφορούν κρίσιμους κυβερνητικούς και κομματικούς θώκους με εφαλτήριο την υπόθεση του Γενς Σπαν, αλλά ο Μερτς έχει προαναγγείλει συνέχεια, αφήνοντας ανοιχτό το εύρος των παρεμβάσεων που θα ακολουθήσουν προσεχώς.

Η αντίστροφη μέτρηση οδηγεί πρώτα στη Σαξονία-Άνχαλτ, όπου οι εκλογές θα διεξαχθούν στις 6 Σεπτεμβρίου, και ακολούθως στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία και στο Βερολίνο. Η μεγαλύτερη απειλή για το δημοκρατικό τόξο καταγράφεται στη Σαξονία-Άνχαλτ, όπου η εθνικο-λαϊκιστική AfD αγγίζει το 41% και προσεγγίζει την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών. Μία τέτοια έκβαση θα της επέτρεπε να αναλάβει για πρώτη φορά από την ίδρυσή της, το 2013, τη διακυβέρνηση κρατιδίου με πρωθυπουργό τον Ούλριχ Ζίγκμουντ. Στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία προηγείται επίσης καθαρά, με ποσοστό 36%, ενώ σε ομοσπονδιακό επίπεδο ο μέσος όρος των μετρήσεων την φέρνει πρώτη με 28%, έναντι 22% της Χριστιανικής Ένωσης (CDU/CSU).

Η νέα και εξαιρετικά σοβαρή διάσταση στην ήδη δύσκολη εξίσωση για τον Μερτς έρχεται από το εσωτερικό του ίδιου του κόμματός του. Όπως αναδεικνύει σε ρεπορτάζ του το Politico, ο πρωθυπουργός της Σαξονίας και σημαίνον στέλεχος των Χριστιανοδημοκρατών (CDU), Μίχαελ Κρέτσμερ, αμφισβήτησε ανοιχτά το «τείχος προστασίας» απέναντι στην AfD, γνωστό στη Γερμανία ως Brandmauer. «Όποιος εξακολουθεί να μιλά για τείχη προστασίας δεν έχει αναγνωρίσει τα σημεία των καιρών. Πρέπει να μιλάμε με όποιον θέλει να μιλήσει», δήλωσε στη Handelsblatt ο Κρέτσμερ, ο οποίος ηγείται κυβέρνησης μειοψηφίας στη Σαξονία.

Οι δηλώσεις του δεν ισοδυναμούν με επίσημη πρόταση συγκυβέρνησης, ανοίγουν όμως τη συζήτηση που ο Μερτς επιχειρεί με κάθε τρόπο να κρατήσει κλειστή πριν από τις κάλπες. Οι πολιτικοί συσχετισμοί στην ανατολική Γερμανία ασκούν ολοένα μεγαλύτερη πίεση στους Χριστιανοδημοκράτες, καθώς η απαγόρευση συνεργασίας δεν περιορίζεται στην AfD. Από το 2018, κομματική απόφαση αποκλείει και τη σύμπραξη με το Κόμμα της Αριστεράς, το οποίο παραμένει ιδιαίτερα ισχυρό στα ανατολικά κρατίδια.

Εάν η AfD δεν εξασφαλίσει απόλυτη πλειοψηφία στη Σαξονία-Άνχαλτ, οι Χριστιανοδημοκράτες ενδέχεται να βρεθούν μπροστά σε μία εξαιρετικά δύσκολη επιλογή: είτε να αναζητήσουν τρόπο συνεννόησης με την Αριστερά για να κρατήσουν την Ακροδεξιά εκτός εξουσίας είτε να αρχίσουν να «ξηλώνουν» το τείχος αποκλεισμού της AfD. Ο Μερτς επιμένει ότι οι αποφάσεις των κομματικών συνεδρίων θα τηρηθούν, όμως στελέχη των κρατιδίων αμφισβητούν πλέον κατά πόσο είναι δυνατόν να διατηρηθούν ταυτόχρονα και οι δύο απαγορεύσεις υπό το βάρος των νέων συσχετισμών.

Στο Βερολίνο, η παρέμβαση Κρέτσμερ προκάλεσε έντονη δυσφορία. Ο Στέφεν Μπίλγκερ, εκ των επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας των Χριστιανοδημοκρατών στην Μπούντεσταγκ, τόνισε ότι το κόμμα βρίσκεται εν μέσω σκληρής πολιτικής μάχης σε τρία κρατίδια και κυρίως απέναντι στην AfD, ζητώντας να μη διεξάγονται τέτοιες συζητήσεις στην παρούσα συγκυρία. Οι Σοσιαλδημοκράτες, από την πλευρά τους, απαιτούν καθαρή θέση από τον κυβερνητικό τους εταίρο. Ο υποψήφιος του SPD στο Βερολίνο, Στέφεν Κραχ, κάλεσε τη Χριστιανοδημοκρατική Ένωση να ξεκαθαρίσει εάν αποκλείει πράγματι τη συνεργασία με την AfD σε κρατιδιακό επίπεδο, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι πρέπει να παραδεχθεί πως ήδη συνεργάζεται με την Αριστερά στις κυβερνήσεις μειοψηφίας της Σαξονίας και της Θουριγγίας.

Ενώ αυτή η συζήτηση απειλεί να βαθύνει τις εσωκομματικές ρωγμές, ο Μερτς επιχειρεί να συγκρατήσει τις διαρροές και να ανακτήσει τον πολιτικό έλεγχο μέσω του ανασχηματισμού στον οποίο προχώρησε χθες. Αφετηρία υπήρξε η παραίτηση του ισχυρού επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας της Χριστιανικής Ένωσης, Γενς Σπαν, μετά την αποκάλυψη ότι ο ίδιος και ο σύζυγός του απέκτησαν παιδί μέσω παρένθετης μητέρας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η παρένθετη μητρότητα απαγορεύεται στη Γερμανία, ενώ η Χριστιανοδημοκρατική Ένωση είχε επαναβεβαιώσει μόλις τον Φεβρουάριο την αντίθεσή της και ο ίδιος ο Σπαν είχε τοποθετηθεί κατά της πρακτικής, προκαλώντας κατηγορίες περί δύο μέτρων και δύο σταθμών.

Ο έως τώρα υπουργός Επικρατείας και επικεφαλής της καγκελαρίας, Τόρστεν Φράι, αναλαμβάνει τη θέση του Σπαν στην κοινοβουλευτική ομάδα. Η υπουργός Υγείας Νίνα Βάρκεν μετακινείται στην καγκελαρία και γίνεται η πρώτη γυναίκα που αναλαμβάνει το συγκεκριμένο αξίωμα, το οποίο περιλαμβάνει και την εποπτεία των υπηρεσιών πληροφοριών. Τη θέση της στο υπουργείο Υγείας καταλαμβάνει ο μέχρι πρότινος γενικός γραμματέας της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης, Κάρστεν Λίνεμαν, ενώ ο Φίλιπ Άμτορ αναλαμβάνει υφυπουργός αρμόδιος για τις σχέσεις της ομοσπονδιακής κυβέρνησης με τα 16 κρατίδια. Ανοιχτό παραμένει το ενδεχόμενο αντικατάστασης του υπουργού Μεταφορών Πάτρικ Σνάιντερ, ενώ γερμανικά μέσα φέρουν την ταμία του κόμματος, Φραντσίσκα Χόπερμαν, ως πιθανή νέα γενική γραμματέα.

Ο Μερτς παρουσιάζει τις αλλαγές ως μέρος μιας σαφούς γραμμής για μία κυβέρνηση με μεγαλύτερη ορμή και μεταρρυθμιστική αποτελεσματικότητα. Η ανάγκη, όμως, υπερβαίνει τις αλλαγές προσώπων. Ο κυβερνητικός συνασπισμός Χριστιανικής Ένωσης και Σοσιαλδημοκρατών δεν έχει πείσει ότι μπορεί να παραγάγει απτά αποτελέσματα, η οικονομική ανάκαμψη καθυστερεί, τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα πιέζονται και η δυσαρέσκεια «θρέφει» την AfD.

Στη θερινή συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε στις αρχές Ιουλίου, ο Μερτς απευθύνθηκε ευθέως στους ψηφοφόρους της AfD, καλώντας τους να αξιολογήσουν την κυβέρνηση με βάση το έργο της και να μην περιορίζονται στην ενημέρωση μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. «Κοιτάξτε προσεκτικά», ανέφερε, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση εργάζεται για να διαφυλάξει την ελευθερία και την ειρήνη της χώρας και να βελτιώσει την οικονομική κατάσταση. Εξέφρασε, παράλληλα, τη βεβαιότητα ότι η AfD δεν θα εξασφαλίσει την πλειοψηφία στα τρία κρατιδιακά κοινοβούλια, κυρίως στη Σαξονία-Άνχαλτ και στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία.

Απέναντι σε εκείνους που δείχνουν σε αλλαγή στάσης, ο καγκελάριος επικαλείται την ιδιαίτερη ιστορική ευθύνη της Γερμανίας. Η είσοδος ενός ακροδεξιού κόμματος σε γερμανική κυβέρνηση, έχει τονίσει, θα είχε εντελώς διαφορετική σημασία από μία ανάλογη εξέλιξη σε άλλη χώρα, ακριβώς λόγω του ναζιστικού παρελθόντος. Ως εκ τούτου, απορρίπτει ως παράδειγμα προς μίμηση τις συνεργασίες της συντηρητικής παράταξης με την Άκρα Δεξιά σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη και δηλώνει ότι «θα κάνει ό,τι περνά από το χέρι του» για να αποτρέψει μία τέτοια εξέλιξη στη Γερμανία.

Η AfD, αντιθέτως, επιχειρεί να μετατρέψει τη δημοσκοπική πρωτιά σε εικόνα πολιτικής κανονικότητας και κυβερνητικής ετοιμότητας. Στο πρόσφατο συνέδριό της στην Ερφούρτη, η Άλις Βάιντελ και ο Τίνο Κρουπάλα επανεξελέγησαν στη συμπροεδρία με 81% και 70% αντίστοιχα, προβάλλοντας μήνυμα ενότητας. «Είμαστε το νέο λαϊκό κόμμα», διακήρυξε η Βάιντελ, υποστηρίζοντας ότι η AfD είναι έτοιμη «να αναλάβει την ευθύνη». Ο Κρουπάλα συμπλήρωνε: «Η AfD είναι εδώ για να νικήσει. Και θα νικήσουμε. Και θα κυβερνήσουμε». Πέραν των εκλογών του Σεπτεμβρίου, το κόμμα προετοιμάζεται σαφώς για το 2029, όταν θα συμπέσουν ομοσπονδιακές και ευρωπαϊκές εκλογές με σειρά κρατιδιακών και τοπικών αναμετρήσεων. 

Η Θουριγγία, εν τω μεταξύ, έχει ήδη αποτυπώσει το πολιτικό αδιέξοδο που μπορεί να προκαλέσει η εκλογική ενίσχυση της AfD. Το ακροδεξιό κόμμα διαθέτει τη μεγαλύτερη κοινοβουλευτική ομάδα, ενώ ο κυβερνητικός συνασπισμός του CDU, του SPD και της Συμμαχίας Σάρα Βάγκενκνεχτ (BSW) εξαρτάται κατά περίπτωση από τη στήριξη της Αριστεράς. Επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας της AfD είναι ο Μπιορν Χέκε, μία από τις πλέον ακραίες και αμφιλεγόμενες φυσιογνωμίες της γερμανικής πολιτικής, ο οποίος έχει βρεθεί στο εδώλιο για τη χρήση του απαγορευμένου συνθήματος των ταγμάτων εφόδου του Χίτλερ «Alles für Deutschland» (Όλα για τη Γερμανία).

Η Υπηρεσία Προστασίας του Συντάγματος χαρακτηρίζει την κρατιδιακή οργάνωση της AfD στη Θουριγγία «επιβεβαιωμένα δεξιά εξτρεμιστική». Άλλωστε, στην πρώην Ανατολική Γερμανία, όπου εντοπίζεται το ισχυρότερο αλλά και πλέον ριζοσπαστικό τμήμα της AfD, τόσο ως προς τα στελέχη όσο και ως προς τις θέσεις της, οι αρμόδιες υπηρεσίες πληροφοριών έχουν κατατάξει στην κατηγορία των δεξιών εξτρεμιστικών οργανώσεων τις τέσσερις από τις πέντε κρατιδιακές οργανώσεις του κόμματος. 

Όσον αφορά τη συζήτηση περί απαγόρευσης ή μη της AfD, νομική αξιολόγηση της γερμανικής οργάνωσης προάσπισης των πολιτικών δικαιωμάτων Gesellschaft für Freiheitsrechte (GFF), η οποία βασίστηκε στην εξέταση 77.000 κοινοβουλευτικών εγγράφων, 55.000 ανακοινώσεων και 2,9 εκατομμυρίων αναρτήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, καταλήγει ότι η αντισυνταγματικότητα του κόμματος μπορεί να τεκμηριωθεί και ότι μία διαδικασία για την απαγόρευσή του θα είχε πιθανότητες να ευδοκιμήσει, όπως αναφέρεται στο πόρισμα που εκδόθηκε εντός της εβδομάδας. Πολιτικά, ωστόσο, ένα τέτοιο εγχείρημα, όπως επισημαίνει η Deutsche Welle, παραμένει «εκρηκτικό»: τον Ιανουάριο του 2025 μόλις 124 από τα 733 μέλη της Μπούντεσταγκ υποστήριξαν την έναρξη της σχετικής διαδικασίας, ενώ αντίθετοι ήταν οι Χριστιανοδημοκράτες και πολλοί βουλευτές του SPD.

Όπως έχει επισημάνει μιλώντας στο Liberal ο Δρ Ρόναλντ Μαϊνάρντους, κύριος ερευνητής του ΕΛΙΑΜΕΠ, η άνοδος της AfD δεν αποτελεί μία πρόσκαιρη ψήφο διαμαρτυρίας, αλλά εκδήλωση βαθύτερης απογοήτευσης και μίας κατάρρευσης της εμπιστοσύνης μεγάλου μέρους των πολιτών προς τους κρατικούς και δημοκρατικούς θεσμούς, που δεν περιορίζεται στην ανατολική Γερμανία. «Το καλύτερο φάρμακο απέναντι στην Άκρα Δεξιά είναι η αποτελεσματική διακυβέρνηση», έχει υπογραμμίσει. Όμως, ο Φρίντριχ Μερτς και οι εταίροι του Σοσιαλδημοκράτες είναι μέχρι στιγμής σε θέση να το πετύχουν μόνο σε περιορισμένο βαθμό. Πάραυτα για να κρατηθεί η AfD μακριά από την εξουσία, αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει ρεαλιστική εναλλακτική απέναντι στον σημερινό συνασπισμό  Χριστιαδημοκρατών-Χριστιανοκοινωνιστών και Σοσιαλδημοκρατών.