Τα κρυμμένα μυστικά της συμφωνίας ΗΠΑ - Σαουδικής Αραβίας για τα πυρηνικά
(AP Photo/Mark Schiefelbein, File)
(AP Photo/Mark Schiefelbein, File)

Τα κρυμμένα μυστικά της συμφωνίας ΗΠΑ - Σαουδικής Αραβίας για τα πυρηνικά

Η ξαφνική ανακοίνωση από τον Λευκό Οίκο της υπογραφής της συμφωνίας για την πυρηνική συνεργασία ΗΠΑ–Σαουδικής Αραβίας δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία, καθώς οι διαπραγματεύσεις των δύο χωρών είχαν ενταθεί το τελευταίο διάστημα, με στόχο την ικανοποίηση ενός πάγιου και πιεστικού αιτήματος της σαουδαραβικής ηγεσίας.

Μια συμφωνία η οποία ενισχύει σημαντικά τις αμερικανικές εταιρείες πυρηνικής τεχνολογίας, διατηρεί μια κρίσιμη χώρα όπως η Σαουδική Αραβία στη σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ, κλείνοντας την πόρτα πρόσβασης στον Κόλπο σε άλλες χώρες με πυρηνική τεχνολογία, όπως η Κίνα, η Ρωσία και το Πακιστάν, δημιουργεί ένα αντίπαλο δέος στις πυρηνικές φιλοδοξίες του Ιράν και, συγχρόνως, ικανοποιεί την επιδίωξη του Ριάντ και του πρίγκιπα Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν για ενεργειακή διαφοροποίηση μιας από τις μεγαλύτερες πετρελαιοπαραγωγούς χώρες του κόσμου.

Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να προχωρήσει σε αυτή τη συμφωνία τη συγκεκριμένη συγκυρία είχε οικονομικά αλλά και γεωστρατηγικά κριτήρια, σε μια στιγμή που ο πόλεμος στο Ιράν δείχνει να οδηγείται σε νέο αδιέξοδο.

Όμως, η επιλογή αυτή, με τον τρόπο που αρχικά ανακοινώθηκε, άνοιξε έναν κύκλο σοβαρών ενστάσεων και αντιδράσεων, καθώς άνοιγε τους ασκούς του Αιόλου για μια νέα κούρσα εξοπλισμών στη Μέση Ανατολή, όπου πλέον η μη απόκτηση πυρηνικών όπλων δεν θα αποτελεί το «ιερό τοτέμ».

Οι σφοδρές αντιδράσεις που εκδηλώνονται, ακόμη και παρασκηνιακά, οδήγησαν τον πρόεδρο Τραμπ, την επομένη της υπογραφής της συμφωνίας, να ανακοινώσει έναν πρόσθετο όρο: την ουσιαστική ομαλοποίηση των σχέσεων της Σαουδικής Αραβίας με το Ισραήλ, μέσω της ένταξής της στο πλαίσιο των Συμφωνιών του Αβραάμ, γνωρίζοντας ότι αυτό είναι κάτι που δύσκολα θα αποδεχθεί το Ριάντ, το οποίο, επιδιώκοντας να διατηρήσει τον ηγεμονικό του ρόλο στο σουνιτικό Ισλάμ, επιμένει ότι η εξομάλυνση των σχέσεων με το Ισραήλ μπορεί να γίνει μόνο μετά την ίδρυση παλαιστινιακού κράτους.

Αυτή τη στιγμή δεν είναι γνωστή η τύχη της συμφωνίας και εάν ο πρόεδρος Τραμπ θα αναζητήσει τρόπους να παρακάμψει τη δική του δημόσια δέσμευση, την οποία έθεσε εκ των υστέρων, υπό την πίεση του Ισραήλ και άλλων δυνάμεων, ή εάν η συμφωνία θα παραμείνει στο τραπέζι ανενεργή, ως ένα ισχυρό κίνητρο για το Ριάντ προκειμένου να προχωρήσει σε κινήσεις εξομάλυνσης των σχέσεων του με το Τελ Αβίβ.

Όμως, η συμφωνία έχει ήδη ανοίξει τη συζήτηση για τους όρους υπό τους οποίους μπορεί να αναπτυχθεί η πυρηνική ενέργεια ακόμη και πέραν της Μέσης Ανατολής, ανοίγοντας την «όρεξη» σε περιφερειακές δυνάμεις, οι οποίες, μετά την εμπειρία του Ιράν αλλά και της Βόρειας Κορέας, διαπιστώνουν ότι η πρόσβαση στην πυρηνική ενέργεια και σε δυνατότητες εμπλουτισμού ουρανίου αποτελεί όχι μόνο ισχυρό αποτρεπτικό όπλο, αλλά και παράγοντα περιφερειακής ισχύος.

Η ανακοίνωση της συμφωνίας Ουάσιγκτον–Ριάντ, εφόσον υλοποιηθεί, θα αλλάξει την ισορροπία ισχύος στη Μέση Ανατολή και θα δημιουργήσει ένα νέο προηγούμενο στο διεθνές καθεστώς μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων.

Η συμφωνία δεν περιοριζόταν απλώς στην κατασκευή και λειτουργία αμερικανικών πυρηνικών αντιδραστήρων για ειρηνικούς σκοπούς στη Σαουδική Αραβία, αλλά προσέφερε τη δυνατότητα μελλοντικά για εμπλουτισμό ουρανίου από το Ριάντ, καθώς και για επανεπεξεργασία πυρηνικών αποβλήτων στο έδαφός του. Πρόκειται για τεχνολογία διττής χρήσης, καθώς δημιουργεί το τεχνολογικό πλαίσιο πάνω στο οποίο θα μπορούσε να εξελιχθεί και ένα πυρηνικό πρόγραμμα στρατιωτικού σκοπού.

Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι έχουν δοθεί επαρκείς εγγυήσεις ώστε να μη συμβεί αυτό. Στη συμφωνία προβλέπεται ότι οι αμερικανικές εταιρείες θα κατασκευάσουν εγκατάσταση εμπλουτισμού ουρανίου στο έδαφος της Σαουδικής Αραβίας μόνο εφόσον κοινή μελέτη καταλήξει στο συμπέρασμα ότι μια τέτοια επένδυση είναι εμπορικά βιώσιμη. Αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ υποστηρίζουν ότι η άμεση εμπλοκή των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένης της κατασκευής μιας εγκατάστασης εμπλουτισμού περιορισμένης πρόσβασης, η οποία θα λειτουργεί με το διαβαθμισμένο μοντέλο του «μαύρου κουτιού», χωρίς μεταφορά ευαίσθητης τεχνολογίας στο Ριάντ, θα διασφαλίσει αποτελεσματική εποπτεία και θα αποτρέψει τη στρατιωτική αξιοποίηση του προγράμματος.

Ωστόσο, υπάρχουν σοβαρές ενστάσεις ως προς αυτό το επιχείρημα. Η συμφωνία των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων του 2009, η οποία εξελίχθηκε στο λεγόμενο «χρυσό πρότυπο» των συμφωνιών πυρηνικής συνεργασίας, προέβλεπε επίσης ότι η χώρα θα υπέγραφε το Πρόσθετο Πρωτόκολλο του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (IAEA), το οποίο παρέχει στον Οργανισμό τις απαραίτητες πληροφορίες και την πρόσβαση για να πιστοποιεί αξιόπιστα ότι ένα κράτος δεν διαθέτει αδήλωτο πυρηνικό υλικό ή μη δηλωμένες πυρηνικές δραστηριότητες.

Η Σαουδική Αραβία αρνήθηκε να υπογράψει το συγκεκριμένο πρωτόκολλο και, για τον λόγο αυτό, δεν είχε υπογραφεί μέχρι σήμερα μια τέτοια συμφωνία.

Ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι, εάν το Ιράν αποκτήσει πυρηνικό όπλο, η Σαουδική Αραβία θα επιδιώξει να κάνει το ίδιο. Είναι προφανές ότι μια συμφωνία με τις ΗΠΑ, η οποία θα προσέφερε δυνατότητες εμπλουτισμού ουρανίου, θα έφερνε το Ριάντ πιο κοντά στη δυνατότητα απόκτησης πυρηνικού όπλου, ως μέσου αποτροπής, ώστε να μη βρεθεί εκτεθειμένο απέναντι σε ένα Ιράν, το οποίο έχει ήδη κάνει σημαντικά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση, ενώ, μάλιστα, το πυρηνικό του πρόγραμμα φαίνεται προς το παρόν να έχει παραμείνει σε μεγάλο βαθμό αλώβητο από τις αμερικανικές επιθέσεις.

Η συμφωνία που ανακοινώθηκε, από την οποία απουσιάζει ο όρος αποτελεσματικών ελέγχων και αυστηρών προϋποθέσεων ώστε να περιοριστεί η χρήση της πυρηνικής ενέργειας αποκλειστικά για ειρηνικούς σκοπούς, θα αποτελέσει ένα ιδιαίτερα αρνητικό προηγούμενο σε παγκόσμιο επίπεδο.

Χώρες όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, που ήδη έχουν υπογράψει συμφωνία με τις ΗΠΑ, θα απαιτήσουν την τροποποίηση των όρων της στα νέα πρότυπα των πιο χαλαρών ελέγχων. Παράλληλα, και το ίδιο το Ιράν, σε μια μελλοντική διαπραγμάτευση, θα απαιτήσει την υιοθέτηση αντίστοιχων όρων για το πυρηνικό του πρόγραμμα, αντίστοιχων με εκείνους που προβλέπονται στη συμφωνία ΗΠΑ–Σαουδικής Αραβίας.

Χώρες με πυρηνική τεχνολογία, όπως η Ρωσία, η Κίνα και το Πακιστάν, θα αποδεσμευθούν από τις δεσμεύσεις που μέχρι σήμερα περιλαμβάνονταν στις συμφωνίες που υπογράφουν με τρίτες χώρες για την εξαγωγή πυρηνικής τεχνολογίας για ειρηνικούς σκοπούς, καθιστώντας πιο χαλαρές τις δεσμεύσεις και τις προϋποθέσεις σχετικά με τη δυνατότητα εμπλουτισμού ουρανίου.

Κυρίως, όμως, η σημαντική αναβάθμιση της ισχύος της Σαουδικής Αραβίας θα οδηγήσει σε μια νέα κούρσα εξοπλισμών.

Οι περιφερειακές δυνάμεις της Μέσης Ανατολής, όπως η Τουρκία και η Αίγυπτος, θα επιδιώξουν και οι ίδιες πρόσβαση σε πυρηνική τεχνολογία διττής χρήσης. Ο Ταγίπ Ερντογάν αλλά και ο Χακάν Φιντάν έχουν συχνά αναφερθεί στη σημασία της πυρηνικής αποτροπής και, μάλιστα, έχουν στηλιτεύσει την ανοχή που δείχνει η διεθνής κοινότητα στην κατοχή πυρηνικών δυνατοτήτων από το Ισραήλ, κάτι που, φυσικά, αποτελεί και το μεγαλύτερο εμπόδιο για τις περιφερειακές δυνάμεις που βρίσκονται σε διαρκή ανταγωνισμό με το Ισραήλ.

Η ολοένα και στενότερη στρατιωτική συνεργασία της Σαουδικής Αραβίας, της Τουρκίας αλλά και της Αιγύπτου με το Πακιστάν έχει προκαλέσει κύκλο συζητήσεων για το κατά πόσο ο τελικός στόχος αυτής της συνεργασίας είναι η εξασφάλιση πυρηνικής αποτροπής για αυτό το περιφερειακό ισλαμικό σχήμα.

Μεγάλος αντίπαλος της ανακοινωθείσας συμφωνίας είναι, φυσικά, το Ισραήλ. Έχοντας ως στρατηγικό στόχο τις τελευταίες δεκαετίες να αποκλείσει το Ιράν από την πρόσβαση σε πυρηνική τεχνολογία που θα μπορούσε να οδηγήσει στην απόκτηση πυρηνικού όπλου, το Ισραήλ κάθε άλλο παρά διατεθειμένο είναι να επιτρέψει τη μετατροπή της Σαουδικής Αραβίας σε πυρηνική δύναμη, αποκτώντας έτσι έναν ακόμη ισχυρό αντίπαλο στην περιοχή. Μάλιστα, η Σαουδική Αραβία εξακολουθεί να επιμένει στην πολιτική της μη αναγνώρισης του Ισραήλ, θέτοντας ως προϋπόθεση για την εξομάλυνση των σχέσεων την ίδρυση παλαιστινιακού κράτους.

Μια Σαουδική Αραβία με πυρηνικές δυνατότητες θα διέθετε πλέον μια εντελώς διαφορετική και εξαιρετικά ενισχυμένη διαπραγματευτική θέση, ώστε να απαιτήσει ή ακόμη και να επιβάλει στο Ισραήλ λύσεις σε ζητήματα όπως το Παλαιστινιακό, αλλά και τον περιορισμό της περιφερειακής επιρροής και ισχύος του.

Η συμφωνία, η οποία έχει χρονικό ορίζοντα 30 ετών, θα υποβληθεί στο Κογκρέσο, το οποίο μέσα σε 90 ημέρες έχει τη δυνατότητα να την μπλοκάρει, εφόσον συγκεντρωθεί η ιδιαίτερα δύσκολη πλειοψηφία των δύο τρίτων των μελών του Κογκρέσου.