Οι πέντε Μαρξ κι ο μισός Σμιθ

Τις προάλλες, σε ένα καφενείο, άκουσα δύο τραπέζια να μαλώνουν για το ίδιο ακριβώς πράγμα χωρίς να το καταλαβαίνουν. Στο ένα, παρέα διαμαρτυρόταν ότι «τα πάντα ακρίβυναν, μας γδέρνουν». Στο διπλανό, η ίδια περίπου ηλικιακά παρέα χειροκροτούσε τη μόδα της επιβολής δασμών.

Ήθελα να σηκωθώ και να τους ενώσω. Γιατί ο δασμός που ζητωκραυγάζει το ένα τραπέζι είναι ακριβώς ο λογαριασμός που πληρώνει, βρίζοντας, το άλλο.

Ας το πούμε απλά, για να μη χρειάζεται πτυχίο. Ο δασμός δεν είναι τιμωρία που πέφτει στον Κινέζο, Γερμανό ή Έλληνα εργάτη. Είναι φόρος που πληρώνει ο καταναλωτής στο ταμείο του σούπερ μάρκετ. Βάζουν οι ΗΠΑ  20% δασμό στο ελληνικό μέταλλο, ακριβαίνει η αντλία ποτίσματος που αγοράζει ο Αμερικάνος και εισάγει η Ελλάδα από την Αμερική. Συνέπεια ακριβαίνουν στο τέλος παντού οι ντομάτες.

«Σώζεις» χίλιες θέσεις σε ένα χαλυβουργείο και χρεώνεις το κόστος σε δέκα εκατομμύρια νοικοκυριά. Ο μεν παίρνει μισθό, οι δε πληρώνουν το κρυφό χαράτσι. Και μετά απορούμε με την ακρίβεια.

Υπάρχει μια κατηγορία πολιτών που το πρωί διαμαρτύρεται για την ακρίβεια και το βράδυ ζητωκραυγάζει για τους δασμούς. Θέλει υψηλούς μισθούς, χαμηλές τιμές, εγγυημένες θέσεις εργασίας και, ει δυνατόν, όλα αυτά να τα εξασφαλίσει το κράτος με μια υπογραφή. Αυτά σε ιδανικές συνθήκες υπάρχουν μόνο στα ορνιθοτροφεία και τα χοιροστάσια «σύντροφοι».

Δυστυχώς, στην οικονομία οι λογαριασμοί δεν εξοφλούνται με συνθήματα. Ο δασμός είναι φόρος. Μπορεί να βαφτιστεί «προστασία της εθνικής παραγωγής», «οικονομικός πατριωτισμός» ή «ανάκτηση της κυριαρχίας», αλλά στο ταμείο του καταστήματος εμφανίζεται με το πραγματικό του όνομα: υψηλότερη τιμή.

Όταν επιβάλλεται δασμός σε ένα εισαγόμενο προϊόν, υπάρχουν τρεις βασικές πιθανότητες. Είτε το κόστος μετακυλίεται στον καταναλωτή, είτε το απορροφά η επιχείρηση περιορίζοντας τα κέρδη και τις επενδύσεις της, είτε μοιράζεται μεταξύ των δύο. Σε καμία περίπτωση δεν εξαφανίζεται ως διά μαγείας.

Το κράτος δεν έχει ανακαλύψει κάποιον τρόπο να φορολογεί τους ξένους χωρίς να επηρεάζει τους δικούς του πολίτες. Αν είχε συμβεί αυτό, θα είχαμε λύσει προ πολλού το δημοσιονομικό πρόβλημα της ανθρωπότητας.

Οι υποστηρικτές των δασμών απαντούν ότι έτσι προστατεύονται θέσεις εργασίας. Μερικές φορές πράγματι προστατεύονται - στις βιομηχανίες που δέχονται την προστασία. Το ερώτημα όμως είναι με ποιο κόστος και ποιος το πληρώνει.

Αν προστατεύσεις με δασμούς μια εγχώρια χαλυβουργία, πιθανόν να διασώσεις κάποιες θέσεις εργασίας σε αυτή. Ταυτόχρονα όμως αυξάνεις το κόστος για τις βιομηχανίες που χρησιμοποιούν χάλυβα: τις κατασκευές, την αυτοκινητοβιομηχανία, τις μηχανουργικές επιχειρήσεις. Οι προστατευμένες θέσεις εργασίας φαίνονται. Εκείνες που χάνονται ή δεν δημιουργούνται ποτέ στους υπόλοιπους κλάδους δεν εμφανίζονται στα τηλεοπτικά πλάνα.

Αυτό είναι ένα από τα παλαιότερα τεχνάσματα της πολιτικής: τα οφέλη συγκεντρώνονται σε μια οργανωμένη ομάδα, ενώ το κόστος μοιράζεται σιωπηρά σε εκατομμύρια καταναλωτές. Οι λίγοι ευνοημένοι γνωρίζουν ακριβώς τι κερδίζουν και διαδηλώνουν υπέρ της προστασίας. Οι πολλοί χάνουν λίγα ευρώ σε κάθε αγορά και συνήθως δεν αντιλαμβάνονται ποιος τους τα πήρε.

Ύστερα διαμαρτύρονται για την ακρίβεια.

Οι δασμοί μπορεί να έχουν θέση σε μια περιορισμένη στρατηγική πολιτική: στην άμυνα, στην ενεργειακή ασφάλεια, στις κρίσιμες πρώτες ύλες ή απέναντι σε χώρες που επιδοτούν επιθετικά τις εξαγωγές τους. Άλλο όμως η στοχευμένη προστασία μιας ζωτικής αλυσίδας εφοδιασμού και άλλο η μετατροπή ολόκληρης της οικονομίας σε θερμοκήπιο. Στο θερμοκήπιο τα φυτά επιβιώνουν, αλλά συχνά αδυνατούν να σταθούν μόνα τους έξω από αυτό.

Η μόνιμη προστασία δεν δημιουργεί ανταγωνιστικές επιχειρήσεις. Δημιουργεί επιχειρήσεις που ειδικεύονται στις σχέσεις με την εξουσία. Αντί να επενδύουν σε τεχνολογία, παραγωγικότητα και καλύτερα προϊόντα, επενδύουν σε λομπίστες και πολιτικές γνωριμίες. Είναι φθηνότερο να πείσεις έναν υπουργό να φορολογήσει τον ανταγωνιστή σου από το να πείσεις ένα εκατομμύριο καταναλωτές ότι το προϊόν σου αξίζει περισσότερο.

Ο Άνταμ Σμιθ είχε εξηγήσει πριν από δυόμισι αιώνες ότι ο πλούτος των εθνών δεν βρίσκεται στα θησαυροφυλάκια ούτε στα τελωνεία, αλλά στην εξειδίκευση, στην παραγωγικότητα, στην ανταλλαγή και στη διεύρυνση της αγοράς. Εμείς, όμως, μεγαλώσαμε σε μια χώρα όπου κυκλοφορούσαν πέντε εκδόσεις του Κεφαλαίου του Μαρξ και μία όψιμη, σκονισμένη έκδοση του Πλούτου των Εθνών.

Το αποτέλεσμα δεν ήταν να γίνουμε μαρξιστές. Ήταν κάτι χειρότερο: να γίνουμε οικονομικά αναλφάβητοι.

Μάθαμε να αντιμετωπίζουμε το κέρδος ως κλοπή, τον ανταγωνισμό ως συνωμοσία, τις εισαγωγές ως ήττα και τις κρατικές επιδοτήσεις ως δωρεάν χρήμα. Ακόμη και πολλοί αυτοαποκαλούμενοι φιλελεύθεροι πιστεύουν στην ελεύθερη αγορά μόνο όταν τους εξασφαλίζει κέρδη ή φοροδιαφυγή. Μόλις εμφανιστεί ένας αποτελεσματικότερος ανταγωνιστής, ανακαλύπτουν τα πλεονεκτήματα του προστατευτισμού.

Η οικονομική ελευθερία, όμως, δεν είναι μενού εστιατορίου για να διαλέγεις μόνο όσα σε βολεύουν. Αν θέλεις τον ανταγωνισμό όταν μειώνει τις τιμές, πρέπει να τον αποδέχεσαι και όταν αναγκάζει μια επιχείρηση να προσαρμοστεί. Αν θέλεις εξαγωγές, πρέπει να αποδέχεσαι και τις εισαγωγές. Δεν μπορεί κάθε χώρα να πουλάει περισσότερα και να αγοράζει λιγότερα ταυτόχρονα. Η αριθμητική, σε αντίθεση με τους πολιτικούς, δεν είναι λαϊκίστρια.

Οι κοινωνίες δικαιούνται να επιλέξουν μεγαλύτερη αυτάρκεια και περισσότερη ασφάλεια. Πρέπει όμως να γνωρίζουν ότι αυτό έχει τίμημα. Μπορούμε να έχουμε περισσότερη προστασία ή χαμηλότερες τιμές. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούμε να βρούμε μια ισορροπία. Δεν μπορούμε όμως να έχουμε απεριόριστη προστασία, χαμηλές τιμές και υψηλή ανταγωνιστικότητα μαζί.

Όποιος υπόσχεται και τα τρία δεν ασκεί οικονομική πολιτική. Πουλάει  θαυματουργό νερό δια πάσα ασθένεια…

Και όσο οι πολίτες χειροκροτούν τον φόρο στο τελωνείο και καταριούνται την ακρίβεια στο ταμείο, τόσο οι κυβερνήσεις θα συνεχίζουν να τους τον σερβίρουν - μαζί με τον λογαριασμό.

📬🖊️ Επιστολές αναγνωστών

Συνωμοσιολόγοι..

Συγχαρητήρια κύριε Στούπα για τα άρθρα σας και κυρίως για το σημερινό με τίτλο «Ευτυχισμένοι άνθρωποι»!
Μάλλον ειρωνικός είναι ο τίτλος γιατί νομίζω ότι οι άνθρωποι που περιγράφετε δεν είναι κατά βάθος ευτυχισμένοι. Αναζητούν εναγωνίως κάποιους άλλους να κατηγορήσουν για ό,τι συμβαίνει. Μάλλον, δείχνει ότι θεωρούν ένοχο τον εαυτό τους. Νοιώθουν την ευθύνη τους ως ενοχή και βιάζονται να κατηγορήσουν άλλους, πριν κατηγορηθούν οι ίδιοι. Όπως 
γράφετε «...προτιμά την παρηγορητική συνωμοσία από τη δυσάρεστη ευθύνη»! Ανευθυνότητα! Σαν συμπεριφορά μικρού παιδιού φαίνεται περισσότερο.

Ψυχολογικό είναι το θέμα. Δόξα τω Θεώ υπάρχουν πολλοί Ψυχολόγοι στη χώρα μας!
Ευχαριστώ.
Θ.Βογιατζής.

[email protected]