Από την εντεινόμενη αίσθηση της ρωσικής απειλής έως τη διατάραξη των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το διευρυνόμενο κενό αποτροπής στην Ευρώπη· και από την αχίλλειο πτέρνα της οικονομίας με ανεπαρκή ανάπτυξη και την απόλυτη ανάγκη μεταρρυθμίσεων, έως μια κατάρρευση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς που συνοδεύει τη ραγδαία άνοδο της AfD: ο Δρ Ρόναλντ Μαϊνάρντους σκιαγραφεί, μιλώντας στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη, τον πρώτο χρόνο του Φρίντριχ Μερτς στην καγκελαρία της Γερμανίας, που χαρακτηρίζεται από διαδοχικές και αλληλοτροφοδοτούμενες πιέσεις σε όλα τα επίπεδα.
Για μία βαριά πρώτη επέτειο για τον Μερτς με πρωτοφανή συσσώρευση τεράστιων προκλήσεων κάνει λόγο ο Ρόναλντ Μαϊνάρντους, κύριος ερευνητής στο Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ), «ξεδιπλώνοντας» το τοξικό μείγμα που καλείται να διαχειριστεί μια κυβέρνηση που πάσχει σε επίπεδο πολιτικής βούλησης και ισχύος.
Σε επίπεδο ασφαλείας, ο Δρ Μαϊνάρντους περιγράφει μία Γερμανία που αισθάνεται ολοένα και περισσότερο απειλούμενη από τη Ρωσία, ανησυχώντας για τον κίνδυνο επέκτασης της σύγκρουσης στην Ουκρανία που θα μπορούσε να την συμπαρασύρει στον πόλεμο. Την ίδια στιγμή, οι αμφιβολίες για τη δέσμευση των ΗΠΑ και η απόφαση Τραμπ για την ακύρωση της ανάπτυξης των Tomahawk ενισχύουν το ευρωπαϊκό κενό αποτροπής. Σε αυτό το περιβάλλον, η χώρα οδηγείται σε ιστορικά πρωτοφανή επανεξοπλισμό, καθώς και σε έναν ισχυρότερο στρατιωτικό ρόλο - είτε το θέλει είτε όχι.
Η διαρθρωτική κρίση της οικονομίας αποτελεί την αχίλλειο πτέρνα του μεγάλου συνασπισμού υπό τον Χριστιανοδημοκράτη Μερτς, με ανεπαρκή ανάπτυξη για την κάλυψη των επενδυτικών αναγκών και έντονες εξωτερικές πιέσεις, ενώ οι αναγκαίες ριζικές μεταρρυθμίσεις προσκρούουν στην απουσία μιας ισχυρής διακυβέρνησης. Και εν μέσω αυτού του κλίματος, η ακροδεξιά AfD καταλήγει πρώτο κόμμα στις δημοσκοπήσεις, τροφοδοτούμενη από μια κατάρρευση, καθώς μόνο έτσι μπορεί να χαρακτηριστεί κατά τον κ. Μαϊνάρντους, της εμπιστοσύνης μεγάλου μέρους των πολιτών προς τους κρατικούς και δημοκρατικούς θεσμούς, που δεν περιορίζεται στην Ανατολική Γερμανία.
Στη Σαξονία-Άνχαλτ, η Άκρα Δεξιά προσεγγίζει την απόλυτη πλειοψηφία στις μετρήσεις, και οι κρατιδιακές εκλογές του Σεπτεμβρίου μπορεί να επιφέρουν σοκ. Το καλύτερο «φάρμακο» απέναντι στην Άκρα Δεξιά είναι η αποτελεσματική διακυβέρνηση, υπογραμμίζει ο Ρόναλντ Μαϊνάρντους, ωστόσο όπως έδειξαν οι πρώτοι 12 μήνες που συμπληρώθηκαν στις 6 Μαΐου, ο Φρίντριχ Μερτς και οι εταίροι του Σοσιαλδημοκράτες είναι μέχρι στιγμής σε θέση να το πετύχουν μόνο σε περιορισμένο βαθμό. Πάραυτα για να κρατηθεί η AfD μακριά από την εξουσία, αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει ρεαλιστική εναλλακτική λύση απέναντι στον σημερινό συνασπισμό CDU/CSU-SPD.
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της συνέντευξης
Κύριε Μαϊνάρντους, ένας χρόνος διακυβέρνησης Μερτς συμπληρώθηκε και η Γερμανία δοκιμάζεται σε όλα τα επίπεδα: από την οικονομία και την πολιτική σταθερότητα έως τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ. Ποια είναι η αποτίμησή σας; Υπήρξε σαφής στρατηγική ή περισσότερο διαχείριση κρίσεων;
Πρόκειται για μια βαριά πρώτη επέτειο για τον κ. Μερτς και την κυβέρνησή του. Και, ναι, η Γερμανία βρίσκεται αντιμέτωπη με τεράστιες προκλήσεις σε πολλά μέτωπα. Όσο μπορώ να θυμηθώ, δεν έχει υπάρξει ξανά τέτοια συσσώρευση προκλήσεων, ούτε τέτοια ένταση.
Ας τα δούμε ένα προς ένα: στο στρατιωτικό πεδίο -και αυτή η διάσταση αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία μέρα με τη μέρα - η Γερμανία, ως ευρωπαϊκή ηγετική δύναμη, αισθάνεται ολοένα και περισσότερο ότι απειλείται από τη Ρωσία. Οι υπηρεσίες ασφαλείας προειδοποιούν ότι ένας υβριδικός πόλεμος, καθοδηγούμενος από τη Μόσχα, έχει ήδη ξεκινήσει εδώ και καιρό. Επικρατεί ανησυχία ότι ο πόλεμος κατά της Ουκρανίας μπορεί να επεκταθεί και ότι η Γερμανία θα μπορούσε να παρασυρθεί σε αυτόν - ας πούμε, για παράδειγμα, αν η Μόσχα προχωρούσε σε επίθεση στις βαλτικές χώρες. Μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί και να δικαιολογηθεί πολιτικά η προσπάθεια μαζικού στρατιωτικού επανεξοπλισμού - ιστορικά πρωτοφανής για την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
Άμεσα συνδεδεμένη με όλα αυτά είναι και η διατάραξη των σχέσεων με τις ΗΠΑ. Στη Γερμανία εντείνονται οι αμφιβολίες ως προς τη δέσμευση της Ουάσινγκτον να παράσχει στήριξη, η οποία από το 1945 αποτελεί τον κεντρικό πυλώνα της γερμανικής πολιτικής ασφάλειας. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, και η γερμανική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σοβαρή διαρθρωτική κρίση.
Πρόκειται για ένα τοξικό μείγμα που έχει διαμορφωθεί - σε μεγάλο βαθμό υπό την επίδραση εξωτερικών παραγόντων. Υπάρχει στρατηγική απέναντι σε αυτό; Φυσικά, η κυβέρνηση διαθέτει συγκεκριμένα σχέδια για τις αναγκαίες ριζικές μεταρρυθμίσεις. Όμως αυτά δεν μπορούν να υλοποιηθούν από τη μια μέρα στην άλλη. Μια βασική προϋπόθεση είναι η ύπαρξη πολιτικής βούλησης και μιας ισχυρής κυβέρνησης. Αυτή τη στιγμή, στο Βερολίνο δεν διακρίνεται ούτε το ένα ούτε το άλλο.
Σε συνέχεια των όσων αναφέρετε, το ρήγμα με τον Τραμπ φέρνει τη Γερμανία μπροστά σε μια στρατηγική αφύπνιση ή σε ένα επικίνδυνο κενό ασφαλείας; Τι θα σήμαινε στην πράξη η ακύρωση στάθμευσης των Tomahawk και η μείωση των αμερικανικών δυνάμεων;
Ακόμη και οι πιο σταθεροί υπέρμαχοι της στενής διατλαντικής σχέσης ζητούν πλέον, εξαιτίας των συνεχών προκλήσεων του Αμερικανού προέδρου, την ύπαρξη ενός σχεδίου Β'. Ωστόσο, ο αριθμός των αμερικανικών στρατευμάτων στη Γερμανία είναι η μικρότερη ανησυχία. Στο ζήτημα αυτό υπήρχαν πάντοτε μεταβολές. Θυμάμαι καλά ότι, στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, περίπου ένα τέταρτο του εκατομμυρίου Αμερικανοί στρατιώτες ήταν σταθμευμένοι στη δυτική πλευρά της διαιρεμένης Γερμανίας. Η μεγάλη πλειονότητά τους έχει εδώ και καιρό αποχωρήσει. Σήμερα, περίπου 35.000 Αμερικανοί στρατιώτες εξακολουθούν να υπηρετούν σε περίπου 40 τοποθεσίες στη Γερμανία - εν μέρει σε μικρές βάσεις και εν μέρει σε μεγάλα στρατιωτικά συγκροτήματα, όπως στο Ράμσταϊν, τη μεγαλύτερη αμερικανική αεροπορική βάση εκτός ΗΠΑ. Η βάση αυτή διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο σε πολλές αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις - ακόμη και τώρα, στον πόλεμο με το Ιράν.
Από πλευράς πολιτικής ασφάλειας, ακόμη σοβαρότερο είναι το γεγονός ότι ο Ντόναλντ Τραμπ ακύρωσε την ανάπτυξη πυραύλων μέσου βεληνεκούς που είχε συμφωνηθεί επί προεδρίας Μπάιντεν. Η απόφαση αυτή διευρύνει το κενό αποτροπής της Ευρώπης απέναντι στη Ρωσία σε έναν κρίσιμο τομέα: στα ακριβή πλήγματα μεγάλου βάθους. Δεν είναι τυχαίο ότι η ανακοίνωση προκάλεσε, ακόμη και στη Γερουσία των ΗΠΑ, εν μέρει έντονες αντιδράσεις.
Οι Ευρωπαίοι διαθέτουν μεν ένα οπλοστάσιο πυραύλων μέσου βεληνεκούς, ωστόσο τους λείπουν όπλα μεγαλύτερης εμβέλειας, τα οποία ο Τραμπ τώρα δεν θέλει να αναπτύξει - κάτι που προκαλεί ιδιαίτερη ικανοποίηση στον Πούτιν. Μεταξύ των Ευρωπαίων υπάρχει συμφωνία ότι πρέπει να ενισχύσουν το ταχύτερο δυνατό τις δυνατότητές τους σε αυτή την κατηγορία οπλικών συστημάτων. Το πόσο γρήγορα μπορεί να συμβεί αυτό αποτελεί αντικείμενο διαφωνίας μεταξύ των ειδικών. Κατά καιρούς γίνεται λόγος για αρκετά χρόνια - και ακριβώς εδώ ανοίγει το κενό ασφαλείας που καθιστά τόσο προβληματική την ανακοίνωση του Τραμπ.
Εισερχόναστε σε μια φάση «μετα-ΝΑΤΟ» για την Ευρώπη; Και ο Μερτς τελικά οικοδομεί μια πιο αυτόνομη Ευρώπη ή απλώς διαχειρίζεται την απομάκρυνση των ΗΠΑ; Σε επίπεδο αμυντικών επενδύσεων πώς κινείται το Βερολίνο;
Βρισκόμαστε εν μέσω μιας φάσης βαθιών ανακατατάξεων. Όλοι γνωρίζουν ότι η παλιά αρχιτεκτονική ασφαλείας -και μαζί της το ΝΑΤΟ όπως το γνωρίσαμε- δεν έχει μέλλον με τη σημερινή του μορφή. Το πώς θα διαμορφωθεί η νέα δομή αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε διαφορετικά επίπεδα. Το ότι η Ευρώπη θα πρέπει στο μέλλον να είναι περισσότερο «αυτόνομη» είναι σαφές για όλους τους εμπλεκόμενους.
Μια δεύτερη βεβαιότητα είναι ότι η Γερμανία θα αναλάβει ισχυρότερο στρατιωτικό ρόλο - είτε το θέλει είτε όχι. Μετά το 1945, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία οικοδομήθηκε πάνω στην υπόσχεση της αυτοσυγκράτησης. Η επιστροφή του πολέμου στην Ευρώπη και η αβεβαιότητα που προέρχεται από τις ΗΠΑ αναγκάζουν πλέον τη χώρα να επαναπροσδιορίσει αυτή την υπόσχεση. Μετά τη ρωσική επίθεση κατά της Ουκρανίας το 2022, η Γερμανία εγκαινίασε, με τη λεγόμενη «Zeitenwende», μια ιστορική στροφή στην πολιτική ασφάλειας και άμυνας. Έκτοτε, οι γερμανικές αμυντικές δαπάνες αυξάνονται αισθητά - και δεν διαφαίνεται ούτε τέλος στους εξοπλισμούς ούτε τέλος στη στρατιωτικοποίηση της πολιτικής, η οποία σε μια κοινωνία με έντονες ειρηνιστικές τάσεις δεν βρίσκει μόνο υποστηρικτές.
Ποιο είναι το κλίμα στην οικονομία; Καθυστερούν στρατηγικές αποφάσεις, και γιατί; Πώς αποτιμάτε επίσης τις κοινωνικές επιπτώσεις της πολιτικής Μερτς;
Η αδυναμία της γερμανικής οικονομίας αποτελεί την αχίλλειο πτέρνα της κυβέρνησης Μερτς. Οι επιπτώσεις του πολέμου με το Ιράν, καθώς και οι νέοι δασμοί που απειλεί να επιβάλει η Αμερική, επιδεινώνουν ακόμη περισσότερο τα προβλήματα. Το κλίμα στην οικονομία είναι κακό - θα μπορούσε κανείς να πει: πολύ κακό. Η ήπια ανάκαμψη που αναμενόταν να προκύψει από τις τεράστιες κρατικές επιδοτήσεις εξανεμίστηκε, κυρίως εξαιτίας των αρνητικών εξωτερικών παραγόντων. Σύμφωνα με τις τρέχουσες εκτιμήσεις, η γερμανική οικονομία θα αναπτυχθεί φέτος κατά 0,5%. Αυτό δεν αρκεί για να χρηματοδοτηθούν οι τεράστιες επενδυτικές ανάγκες.
Την ίδια στιγμή, υπάρχει συμφωνία ότι απαιτούνται ριζικές μεταρρυθμίσεις, προκειμένου να αποκατασταθεί η χαμένη διεθνής ανταγωνιστικότητα. Η κυβέρνηση ανέλαβε πριν από έναν χρόνο με στόχο να μεταρρυθμίσει τα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας, τα οποία εκτοξεύουν το κόστος παραγωγής. Ωστόσο, ο συνασπισμός Συντηρητικών και Σοσιαλδημοκρατών δεν διαθέτει μέχρι στιγμής την πολιτική δύναμη να προωθήσει τις περικοπές στο κοινωνικό κράτος, οι οποίες είναι αντιδημοφιλείς στην κοινωνία. Είναι ακόμη πολύ νωρίς για μια οριστική κρίση. Ωστόσο, ακόμη και ο ίδιος ο Μερτς παραδέχεται ότι έχει μείνει πίσω από τις προσδοκίες.
Η δυναμική της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (ΑfD) όχι μόνο δεν έχει καμφθεί, αλλά η Άκρα Δεξιά εδραιώνεται ως πρώτο κόμμα στις δημοσκοπήσεις. Δώστε μας την εικόνα σας. Μπορεί να επιφέρουν σοκ για την Ευρώπη οι κρατιδιακές εκλογές του Σεπτεμβρίου σε Σαξονία-Άνχαλτ και Μεκλεμβούργο-Πομερανία;
Στη γενικότερη εικόνα της πολιτικής κατάστασης στη Γερμανία εντάσσεται και η σταθερή άνοδος του AfD. Αυτό καταδεικνύουν τα αποτελέσματα των πρόσφατων περιφερειακών εκλογών σε δύο σημαντικά κρατίδια της δυτικής Γερμανίας, όπου το ακροδεξιό κόμμα κατάφερε να διπλασιάσει τα ποσοστά του. Η άνοδος του AfD στην προτίμηση των πολιτών είναι ακόμη πιο έντονη στην ανατολική Γερμανία, όπου στα δύο ομόσπονδα κρατίδια που αναφέρατε θα διεξαχθούν περιφερειακές εκλογές σε τέσσερις μήνες.
Για τα «παραδοσιακά» κόμματα, τα οποία -σε αντιδιαστολή προς τους δεξιούς εξτρεμιστές- αυτοπροσδιορίζονται και ως «δημοκρατικά» κόμματα, οι τελευταίες δημοσκοπήσεις προκαλούν σοκ. Σύμφωνα με αυτές, το AfD φτάνει στη Σαξονία-Άνχαλτ το 41% των ψήφων και πλησιάζει έτσι την απόλυτη πλειοψηφία. Η άνοδος αυτού του κόμματος συνοδεύεται από μια κατάρρευση -μόνο έτσι μπορεί να χαρακτηριστεί- της εμπιστοσύνης μιας μεγάλης πλειονότητας των πολιτών αυτού του τμήματος της Γερμανίας προς τους κρατικούς και δημοκρατικούς θεσμούς.
Περισσότερο από το 80% -δηλαδή τέσσερις στους πέντε ερωτηθέντες- δηλώνουν ότι έχουν μικρή ή και καθόλου εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Σε αυτό προστίθενται τα καταστροφικά στοιχεία για την κατάσταση της οικονομίας, την οποία μόλις ένα μειοψηφικό ποσοστό 14% αξιολογεί ως καλή ή πολύ καλή. Αναφέρω αυτά τα στοιχεία ώστε οι αναγνώστες να κατανοήσουν καλύτερα το φαινόμενο της ανόδου του AfD. Δεν πρόκειται εδώ για μια βραχυπρόθεσμη στάση διαμαρτυρίας, αλλά για μια βαθύτερη απογοήτευση, η οποία - και αυτό είναι σημαντικό- σε καμία περίπτωση δεν περιορίζεται στην Ανατολική Γερμανία.
Μια άλλη δημοσκόπηση έδειξε τώρα ότι το AfD προηγείται σε εθνικό επίπεδο κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες του CDU και έτσι αποτελεί, με αισθητή διαφορά, το «πρώτο κόμμα». Αυτά τα ποσοστά αυξάνουν την πίεση προς την κυβέρνηση. Το καλύτερο φάρμακο απέναντι στην Άκρα Δεξιά είναι η αποτελεσματική διακυβέρνηση. Ωστόσο, όπως έδειξαν οι πρώτοι δώδεκα μήνες, ο Φρίντριχ Μερτς και οι εταίροι του από το SPD είναι μέχρι στιγμής σε θέση να το πετύχουν μόνο σε περιορισμένο βαθμό.
Δεν δείχνει και το πλέον ευοίωνο το κλίμα συνεργασίας στον πρώτο χρόνο της κυβέρνησης συνασπισμού της Χριστιανικής Ένωσης και των Σοσιαλδημοκρατών. Αν έπρεπε να κάνετε μία πρόβλεψη, η κυβέρνηση Μερτς θα αντέξει πολιτικά μέχρι το τέλος της θητείας της;
Αν ο στόχος είναι να κρατηθεί το AfD μακριά από την εξουσία, τότε αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει ρεαλιστική εναλλακτική λύση απέναντι στον σημερινό συνασπισμό μεταξύ CDU/CSU και SPD. Ωστόσο, η κατάσταση είναι εύθραυστη, καθώς ο κυβερνητικός συνασπισμός διαθέτει, για τα γερμανικά δεδομένα, μόλις μια οριακή πλειοψηφία 12 εδρών στη Bundestag των 630 εδρών. Ακόμη και μικρές αποκλίσεις μπορούν να οδηγήσουν σε μεγάλες πολιτικές κρίσεις. Υπενθυμίζω ότι ο Φρίντριχ Μερτς εξελέγη καγκελάριος πριν από έναν χρόνο μόλις στη δεύτερη ψηφοφορία. Κάτι τέτοιο δεν είχε συμβεί ποτέ μέχρι τότε στην ιστορία της Bundestag. Πολλά είναι πλέον νέα, πολλά είναι διαφορετικά - και αυτό ισχύει και για τη γερμανική εσωτερική πολιτική.
Η κοινοβουλευτική περίοδος ολοκληρώνεται κανονικά το 2029, δηλαδή σε σχεδόν τρία χρόνια. Ο καγκελάριος Μερτς έχει καταστήσει σαφές ότι δεν θεωρεί λύση ούτε μια κυβέρνηση μειοψηφίας ούτε τις πρόωρες εκλογές. Και τα δύο αυτά σενάρια συζητούνται στα μέσα ενημέρωσης. Δυσκολεύομαι να κάνω προβλέψεις αυτού του είδους, ωστόσο θεωρώ ότι οι πρόωρες εκλογές δεν μπορούν να επιλύσουν τα προβλήματα, τα οποία έχουν δομικό χαρακτήρα. Στην κοινωνία, πάντως, πολλοί το βλέπουν διαφορετικά. Και εδώ ένα τελευταίο στοιχείο από πρόσφατη δημοσκόπηση: σχεδόν οι μισοί Γερμανοί θεωρούν ότι η σημερινή κυβέρνηση δεν θα πρέπει να παραμείνει στην εξουσία μέχρι το τέλος της θητείας της.
Ο Δρ Ρόναλντ Μαϊνάρντους είναι Κύριος Ερευνητής στο Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ)
