Στον ορίζοντα της ευρωπαϊκής πολιτικής σκηνής διαγράφεται ένα νέο δίδυμο, το οποίο αρκετά διεθνή μέσα περιγράφουν ήδη ως πιθανό «ιταλο-γερμανικό κινητήρα» της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Καθώς ο γαλλογερμανικός άξονας, παραδοσιακά η «ατμομηχανή» της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, φθίνει, η εντεινόμενη σύμπλευση ανάμεσα στον καγκελάριο της Γερμανίας, Φρίντριχ Μερτς, και την πρωθυπουργό της Ιταλίας, Τζόρτζια Μελόνι, αποτυπώνει μία σημαντική μετατόπιση και τροφοδοτεί συζητήσεις περί ενός νέου κέντρου βάρους στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής ατζέντας.
Ο νεολογισμός «Merzoni», που κάνει την εμφάνισή του σε πολιτικές στήλες, παραπέμπει σε προηγούμενες εποχές προσωποποιημένων ευρωπαϊκών συμμαχιών, όπως εκείνη των «Μερκοζί». Για δεκαετίες, η Ευρωπαϊκή Ένωση λειτουργούσε με σημείο αναφοράς τον γαλλογερμανικό άξονα. Η μετά Σαρκοζί περίοδος της Άνγκελα Μέρκελ και του Εμανουέλ Μακρόν («Merkron») καθόρισε την ευρωπαϊκή διαχείριση του Brexit, της πρώτης προεδρίας Τραμπ και της πανδημίας. Σήμερα, το πολιτικό τοπίο έχει μεταβληθεί ριζικά. Η αποχώρηση της Μέρκελ, η εσωτερική φθορά του Μακρόν και οι διαφωνίες Παρισιού-Βερολίνου σε καίριους φακέλους δημιουργούν χώρο για νέες ευθυγραμμίσεις.
Η στενότερη προσέγγιση Βερολίνου και Ρώμης βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο δημοσιευμάτων, σε συγκυρία κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να επανατοποθετηθεί στο διεθνές σύστημα εν μέσω των τεκτονικών μεταβολών της εποχής Τραμπ 2.0. Από την ανταγωνιστικότητα, την εμπορικές συμφωνίες, τη βιομηχανική πολιτική και την αυτοκινητοβιομηχανία έως τα αμυντικά προγράμματα και διαχείριση της διατλαντικής σχέσης, Μερτς και Μελόνι εμφανίζονται ολοένα και πιο συντονισμένοι.
Γίνεται λόγος για το «νέο δίδυμο ισχύος» της ΕΕ, ίσως πρόωρα ή καθ’ υπερβολή - αυτό μένει να διαφανεί. Η μετατόπιση αυτή όμως σε κάθε περίπτωση αποκτά ιδιαίτερη σημασία τη στιγμή που η Ένωση επιχειρεί να συγκροτήσει νέα πολιτική και αμυντική ταυτότητα. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η αβεβαιότητα γύρω από τη μακροπρόθεσμη αμερικανική δέσμευση στην ευρωπαϊκή ασφάλεια και οι εμπορικές εντάσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο το ερώτημα ποιοι διαμορφώνουν τελικά την ευρωπαϊκή γραμμή.
Η διακυβερνητική σύνοδος, που πραγματοποιήθηκε στα μέσα Ιανουαρίου στη Villa Doria Pamphilj στη Ρώμη, αποτέλεσε ορόσημο. Ο Μερτς και η Μελόνι υπέγραψαν το επικαιροποιημένο Γερμανοϊταλικό Σχέδιο Δράσης, επαναβεβαιώνοντας τη δέσμευσή τους για ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της αμυντικής συνεργασίας. Στο κοινό ανακοινωθέν υπογραμμίζεται η σημασία του διατλαντικού δεσμού, αλλά και η ανάγκη η Ευρώπη να ενισχύσει την ικανότητά της να δρα ως «ισχυρός γεωπολιτικός παίκτης». Προβλέπεται ετήσιος μηχανισμός διαβούλευσης μεταξύ υπουργών Άμυνας και Εξωτερικών, καθώς και εμβάθυνση συνεργασίας σε άμυνα, κυβερνοασφάλεια, ενέργεια και μετανάστευση.
«Ορισμένοι παρατηρητές λένε ότι το 2026 θα είναι η χρονιά της Ιταλίας και της Γερμανίας», δήλωσε η Μελόνι στη σύνοδο με τον Γερμανό καγκελάριο στη Ρώμη, επισημαίνοντας ότι η συνεργασία τους έχει στρατηγικό χαρακτήρα όχι μόνο για τις δύο χώρες αλλά και για την Ευρώπη συνολικά.
Η σύμπλευση αυτή έχει αποτυπωθεί σε συγκεκριμένους φακέλους. Στο ζήτημα της εμπορικής συμφωνίας της ΕΕ με τις χώρες της Mercosur, η αρχική επιφυλακτικότητα της Ρώμης υποχώρησε και η Μελόνι στήριξε τελικά τη συμφωνία, εξέλιξη που χαιρετίστηκε στο Βερολίνο. Η δυσαρέσκεια της Γερμανίας για την εναντίωση της Γαλλίας στη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις χώρες της Mercosur, την οποία η Γερμανία θεωρεί κρίσιμη για τις εξαγωγές της, υπήρξε εμφανής.
Η άτυπη Σύνοδος Κορυφής της περασμένης εβδομάδας στο κάστρο Άλντεν Μπίζεν για την ανταγωνιστικότητα αποτέλεσε πεδίο παρουσίασης κοινών θέσεων Γερμανίας, Ιταλίας και Βελγίου και προειδοποιήσεων ότι η ΕΕ κινδυνεύει να μείνει πίσω έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας αν δεν επιταχύνει τη μείωση της γραφειοκρατίας και την ενίσχυση της βιομηχανικής της βάσης. Η πρωτοβουλία αυτή ερμηνεύθηκε από αναλυτές ως ένδειξη ότι ο άξονας Ρώμης-Βερολίνου επιχειρεί να διαμορφώσει την ατζέντα και όχι απλώς να τοποθετηθεί επ’ αυτής.
Η Σύνοδος πραγματοποιήθηκε με φόντο έντονες γαλλογερμανικές τριβές. Παρά τις δημόσιες δηλώσεις ενότητας από τον Μακρόν και τον Μερτς, ρεπορτάζ περιγράφουν ουσιαστικές διαφωνίες για το λεγόμενο καθεστώς «ευρωπαϊκής προτίμησης» ή «Made in Europe» όσον αφορά την επιτάχυνση της βιομηχανικής ανάπτυξης και για την νέα έκδοση κοινού ευρωπαϊκού χρέους. Το Βερολίνο απορρίπτει ως «αποπροσανατολιστική» την πρόταση του Μακρόν για ευρωομόλογα, επιμένοντας στην ανάγκη διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και ολοκλήρωσης της ενιαίας αγοράς.
Η Μελόνι, από την πλευρά της, υιοθέτησε πιο σύνθετη στάση. Στο Άλντεν Μπίζεν δήλωσε ότι υπάρχει «σίγουρα ένας ιταλο-γερμανικός κινητήρας» στην ανταγωνιστικότητα, έσπευσε όμως να επισημάνει ότι αυτό δεν στρέφεται «εναντίον κανενός», με το βλέμμα στη Γαλλία. Σε σχέση με τα ευρωομόλογα, ανέφερε ότι η ίδια δεν το αποκλείει επί της αρχής, αλλά αναγνώρισε ότι πρόκειται για ζήτημα που διχάζει σε μεγάλο βαθμό την Ένωση. Η τοποθέτηση αυτή καταγράφει τις ισορροπίες που επιχειρεί να τηρήσει η Ρώμη: προσέγγιση με το Βερολίνο χωρίς πλήρη εγκατάλειψη παραδοσιακών ιταλικών θέσεων.
Σε κάθε περίπτωση, η προσέγγιση Μερτς-Μελόνι δεν ήταν προδιαγεγραμμένη. Όταν η δεύτερη ανέλαβε την πρωθυπουργία το 2022 αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό από τη γερμανική πολιτική τάξη και οι μετα-φασιστικές ρίζες του κόμματός της, Αδέλφια της Ιταλίας (FdI), οδήγησαν σε παραλληλισμούς με την Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) Η μετέπειτα στάση της Τζόρτζια Μελόνι, ωστόσο, ιδίως η σαφής υποστήριξή της προς την Ουκρανία και η πιο πραγματιστική προσέγγισή της σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οδήγησαν σε αναθεώρηση αυτής της εικόνας.
Στο πεδίο της δημοσιονομικής πολιτικής, οι παραδοσιακές εντάσεις ανάμεσα στη «φειδωλή» Γερμανία και την υπερχρεωμένη Ιταλία φαίνεται επίσης να έχουν αμβλυνθεί. Ενώ η Μελόνι επιδιώκει τη μείωση του ελλείμματος, ο Μερτς έχει εμφανιστεί διατεθειμένος να αυξήσει τον δανεισμό και τις επενδύσεις, διαφοροποιούμενος από το πάγιο μοντέλο της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Η μεταβολή αυτή δημιουργεί, κατά τον αναλυτή Ματέο Βίλα του ιταλικού ISPI, μια «παράλληλη σύγκλιση», στο πλαίσιο της οποίας Ρώμη και Βερολίνο εμφανίζονται περισσότερο συμβατές μεταξύ τους απ’ ό,τι με το κλασικό γαλλογερμανικό δίδυμο. Και στο πεδίο της άμυνας, η σύγκλιση αποκτά απτό οικονομικό αποτύπωμα. Η συνεργασία της γερμανικής Rheinmetall με την ιταλική Leonardo για την παραγωγή αρμάτων και τεθωρακισμένων οχημάτων εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ενίσχυσης της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας.
Στις διατλαντικές σχέσεις, η προσέγγιση Μερτς και Μελόνι παρουσιάζει επίσης συγκλίσεις. Εν μέσω εντάσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες για το ζήτημα της Γροιλανδίας και απειλών περί δασμών, αμφότεροι υιοθέτησαν πιο προσεκτική ρητορική, προειδοποιώντας για τους κινδύνους μιας συνολικής ρήξης. Η Μελόνι έκανε λόγο για «πρόβλημα επικοινωνίας» με την Ουάσινγκτον και υπογράμμισε την ανάγκη αποφυγής κλιμάκωσης, ενώ ο Μερτς κινήθηκε σε παρόμοιο μήκος κύματος. Το ιταλικό «άνοιγμα» διαμεσολάβησης, το οποίο χαιρετίστηκε από τον γερμανικό κυβερνητικό εκπρόσωπο, ενίσχυσε την εικόνα συντονισμού.
Στη Γερμανία, η Handelsblatt διερωτήθηκε αν «αναδύεται νέο δίδυμο στην ΕΕ», ενώ ταμπλόιντ, όπως η Bild, υιοθέτησαν πιο αιχμηρό τόνο, υποστηρίζοντας ότι ο Μερτς χρειάζεται «ισχυρούς εταίρους» για να έχει η Ευρώπη φωνή διεθνώς και ότι, σε αντίθεση με τη Γαλλία, η Ιταλία διαθέτει σήμερα σταθερή κυβέρνηση και ανθεκτική οικονομία.
Η συζήτηση περί «άξονα» παραμένει, ωστόσο, αντικείμενο επιφυλάξεων. Διπλωμάτες που μιλούν ανωνύμως σε διεθνή μέσα επισημαίνουν ότι οι συγκλίσεις σε επιμέρους πολιτικές δεν συνιστούν κατ’ ανάγκην σταθερή και στρατηγική συμμαχία. Η ιστορική εμπειρία της ΕΕ δείχνει ότι οι ευθυγραμμίσεις μεταβάλλονται ανάλογα με το εκάστοτε διακύβευμα. Επιπλέον, η Ιταλία και η Γερμανία εξακολουθούν να έχουν διαφορετικές ευαισθησίες σε ζητήματα όπως η δημοσιονομική πειθαρχία, η ενεργειακή πολιτική και η μεταρρύθμιση των ευρωπαϊκών κανόνων.
Παρά τον αυξανόμενο συντονισμό, τα όρια της σχέσης παραμένουν ορατά. Η Ιταλία αρνήθηκε να στηρίξει την πρόταση Μερτς για αξιοποίηση των «παγωμένων» ρωσικών περιουσιακών στοιχείων υπέρ της Ουκρανίας, ενώ στο δημοσιονομικό πεδίο οι αποκλίσεις είναι διαχρονικές. Η Γερμανία διαθέτει μεγαλύτερο δημοσιονομικό χώρο για αμυντικές δαπάνες, ενώ η Ιταλία και η Γαλλία επιδιώκουν ευρύτερη ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Αναλυτές όπως ο Στέφανο Στεφανίνι, πρώην μόνιμος αντιπρόσωπος της Ιταλίας στο NATO και νυν συνεργάτης στο ISPI και το Atlantic Council, επισημαίνουν ότι πρόκειται περισσότερο για «τακτική» σύμπλευση σε συγκεκριμένα ζητήματα παρά για πλήρως ενοποιημένη στρατηγική.
Εντός αυτού του πλαισίου, ο όρος «Merzoni» λειτουργεί περισσότερο ως δημοσιογραφική συμπύκνωση μιας δυναμικής παρά ως περιγραφή θεσμοθετημένης συμμαχίας. Τα μέχρι στιγμής δεδομένα, όπως αποτυπώνονται σε ρεπορτάζ των Politico, AFP, Euronews, Corriere della Sera και Deutsche Welle, καταγράφουν μια περίοδο αυξημένης σύγκλισης συμφερόντων και ρητορικής ανάμεσα στη Γερμανία και την Ιταλία, σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση που αναζητεί νέα ισορροπία ισχύος και σαφέστερη γεωπολιτική κατεύθυνση. Το κατά πόσο η σύμπλευση αυτή θα αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά ή θα παραμείνει, όπως σημειώνουν ορισμένοι διπλωμάτες, ένας «γάμος συμφέροντος» σε συγκεκριμένους φακέλους, παραμένει ανοιχτό ερώτημα.
