Μια «Μεγάλη στρατηγική» για τους πόρους μεταξύ ΗΠΑ -Κίνας
shutterstock
shutterstock
Γ. Ατσαλάκης

Μια «Μεγάλη στρατηγική» για τους πόρους μεταξύ ΗΠΑ -Κίνας

Η νέα εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ δεν είναι πρωτίστως ιδεολογική, αλλά κατευθύνεται από τον ρεαλιστικό στόχο του έλεγχου κρίσιμων φυσικών πόρων και την ανασχετική διαχείριση αλυσίδων εφοδιασμού που τροφοδοτούν την τεχνολογική και βιομηχανική υπεροχή της Κίνας.

Η αδυναμία της Ρωσίας στην Ουκρανία την υποβιβάζει σε μια περιφερειακή δύναμη, χωρίς να κληρονομεί την ισχύ της πρώην Σοβιετική Ένωσης. Την θέση της ως δευτέρου πόλου, στον νέο ψυχρό πόλεμο, την παίρνει η Κίνα απέναντι στις ΗΠΑ με την διαφορά ότι οι ΗΠΑ είχαν μόνο στρατιωτική αντιπαλότητα με την τότε Σοβιετική Ένωση, δεν είχαν οικονομικές σχέσεις αλληλεξάρτησης. Οι ΗΠΑ όμως με την Κίνα έχουν και στρατιωτική αντιπαλότητα αλλά και οικονομική, λόγω της αλληλεξάρτησης των οικονομιών τους. 

Οι δύο οικονομικοί πόλοι ΗΠΑ και Κίνα, διασυνδέθηκαν στενά καθώς δημιούργησαν μία βαθιά, διπλή εξάρτηση. Οι εμπορικές ανταλλαγές αυξήθηκαν κατακόρυφα, οι ροές κεφαλαίου έγιναν μόνιμη συνθήκη και οι αλυσίδες εφοδιασμού διαπλεκόταν σε επίπεδο παραγωγής και μεταφοράς. Ως αποτέλεσμα, τόσο οι επιχειρήσεις όσο και τα κράτη που συμμετέχουν βλέπουν βελτίωση σε εισοδήματα και ανάπτυξη και μια κατάσταση αμοιβαίου κέρδους και αυξανόμενων αλληλεξαρτήσεων.

Όμως συνέβη μια ασύμμετρη συγκέντρωση πλεονεκτημάτων καθώς εμφανίζεται μια βαθμιαία ανισότητα όπου η Κίνα αξιοποιεί την περίοδο της κανονικότητας για να στοκάρει στρατηγικά αποθέματα, ενισχύσε τις βιομηχανικές ικανότητες και αποκτήσε επιλογές πολιτικής, χωρίς να το φανερώνει με αποτέλεσμα να συσσωρεύει εμπορικά πλεονάσματα $1,2 τρις. Οι ΗΠΑ, αντιθέτως, εξοικειώθηκαν με την εύκολη πρόσβαση σε αγαθά και χρηματοδότηση,  συσσωρεύσαν χρέος, αύξησαν την ευθραυστότητα και εξάρτηση από τις εισαγωγές και τα ξένα κεφάλαια. Το αποτέλεσμα είναι ότι η Κίνα ως  «πλεονασματική» χώρα στο εμπορικό ισοζύγιο,  κέρδιζε ευελιξία και βάθος, ενώ η «ελλειμματική» Αμερική γινόταν ολοένα και πιο ευάλωτη.

Η Κίνα τα τελευταία χρόνια  ακολουθεί μια σιωπηρή στρατηγική αναδιάταξης. Αφού έχουν διαμορφωθεί αυτές οι ανισότητες, προχωρεί σε επανατοποθέτηση, καθώς δημόσια διατηρεί επιδεικτικά ήπια ρητορική, αλλά παρασκηνιακά μετακινεί πόρους, αναδιαμορφώνει δίκτυα εφοδιασμού και τοποθετεί μοχλούς επιρροής καθώς ελέγχει πολλές χώρες μέσω των δανείων που έχει δώσει στις χώρες των Δρόμων του Μεταξιού. Είναι μια φάση στην οποία οι δομές εξουσίας μεταβάλλονται σταδιακά, χωρίς να προκληθεί άμεση σύγκρουση.

Σήμερα η Κίνα ακολουθεί στοχευμένες κινήσεις προς τις ΗΠΑ με μοχλούς πίεσης χωρίς να χρειάζεται πλέον να ξεκινήσει ένα παραδοσιακό στρατιωτικό πόλεμο. Αντίθετα, ενεργοποιεί τους μοχλούς που έχτιζε δεκαετίες. Χρησιμοποιεί τον έλεγχο κρίσιμων προμηθειών (σπάνιες γαίες), χρηματοοικονομικά μέσα, για να προκαλέσει «οικονομικό πόνο» και να επιτύχει γεωπολιτικούς στόχους. Οι ΗΠΑ που  μέχρι πρότινος αισθανόταν θωρακισμένες ανακαλύπτουν ότι το χρέος (38 τρις πάνω από το 1/3 του παγκόσμιου ΑΕΠ), η υπερκατανάλωση (οι ΗΠΑ δαπανούν 35% παραπάνω από ότι εισπράττουν) και οι ευάλωτες αλυσίδες εφοδιασμού δεν είναι πλεονεκτήματα αλλά αδύναμα σημεία. Είναι σημεία πίεσης που μπορούν να εκμεταλλευτούν οι ανταγωνιστές τους. Οι επιπτώσεις μπορούν να μεταφραστούν άμεσα σε πληθωρισμό, πίεση στη βιομηχανική παραγωγή και εσωτερική πολιτική αναταραχή. Όταν εργοστάσια, νοικοκυριά και δίκτυα βασίζονται σε μια και μόνη εξωτερική εισροή, ο προμηθευτής αποκτά καθαρό περιθώριο επιβολής πίεσης, είτε το αναγνωρίζει ρητά, είτε όχι.

Οι ΗΠΑ έχοντας έστω και αργά συνειδητοποιήσει τις παραπάνω εξαρτήσεις αλλάζουν πολιτική. Η ανάλυση που ακολουθεί αποτυπώνει τη λογική αυτής της προσέγγισης, συνοψίζει τα εργαλεία που χρησιμοποιούνται και αξιολογεί τις μακροπρόθεσμες συνέπειες για τη διεθνή ισορροπία δυνάμεων. 

Οι πόροι ως σπονδυλικός κανόνας στρατηγικής: Η κεντρική θέση είναι απλή αλλά ισχυρή.  Σε έναν κόσμο όπου οι τεχνολογίες αιχμής (AI, ημιαγωγοί, στρατιωτικά συστήματα) και η μαζική βιομηχανική παραγωγή εξαρτώνται από συγκεκριμένα ορυκτά, ουράνιο, φθηνή ενέργεια, σπάνιες γαίες κ.λπ., ο έλεγχος αυτών των ροών συνεπάγεται στρατηγική υπεροχή. 

Σήμερα η αλυσίδα εφοδιασμού της στρατιωτικής ισχύος περνάει από την Κίνα. Αυτό δεν είναι μόνο ένα οικονομικό πρόβλημα. Είναι ζήτημα εθνικής ασφάλειας. Ένα μαχητικό F-35 απαιτεί περίπου 47 κιλά υλικών σπάνιων γαιών. Αυτό σημαίνει μεγάλες ανάγκες σε νεοδύμιο, δυσπρόσιο κ.λπ.. Οι κατευθυνόμενες βόμβες ακριβείας απαιτούν μαγνήτες σπάνιων γαιών. Τα ραντάρ, οι συσκευές νυχτερινής όρασης, οι δορυφορικές επικοινωνίες τα συστήματα πρόωσης υποβρυχίων απαιτούν αυτά τα υλικά. Κάθε σύστημα προηγμένης τεχνολογίας που λειτουργεί το ΝΑΤΟ εξαρτάται από υλικά που διυλίζονται στην Κίνα η οποία ελέγχει το 87% των εισροών σπάνιων γαιών. Αν ξέσπαγε μια σύγκρουση αύριο στην Ταϊβάν, στη Νότια Σινική Θάλασσα ή οπουδήποτε αλλού, η Κίνα θα μπορούσε να αναστείλει  τις εξαγωγές σπάνιων γαιών προς τις χώρες του ΝΑΤΟ. Οπότε τα μαχητικά δε θα πετούσαν, οι πύραυλοί δε θα καθοδηγούνταν, τα πλοία δε θα έπλεαν. Αυτό δεν είναι θεωρητική ευπάθεια. Είναι τεκμηριωμένη, ποσοτικοποιημένη στρατηγική αδυναμία που είναι γνωστή εδώ και χρόνια και παραμένει, δυστυχώς, ανεπίλυτη.

Επομένως, αντί για άμεσες, παρατεταμένες στρατιωτικές συγκρούσεις, η προτιμητέα τακτική για τις ΗΠΑ είναι ο «στρατηγικός στραγγαλισμός» μέσω της αποσύνδεση της Κίνας από κρίσιμες πηγές ενέργειας και υλικών, θραύση των αλυσίδων εφοδιασμού και υποκατάσταση των εξωτερικών προμηθευτών με εγχώριες δυνατότητες.

Οι ΗΠΑ εφαρμόζουν αυτήν την στρατηγική ταυτόχρονα σε πολλαπλά πεδία:

α. Ενεργειακές αρτηρίες (Βενεζουέλα, Ιράν κ.ά.). Η αποσύνδεση της Κίνας από φτηνές, παρακαμπτήριες πηγές πετρελαίου, όπως οι παρατηρούμενες προμήθειες μέσω «σκιωδικών στόλων» περιλαμβάνει νομικές, οικονομικές και επιχειρησιακές παρεμβάσεις όπως δέσμευση δεξαμενόπλοιων, κυρώσεις, υποστήριξη εναλλακτικών πολιτικών δυνάμεων κ.λπ.. Μία από τις επιδιωκόμενες συνέπειες είναι η λειτουργική αποκοπή της Κίνας από φθηνές ενεργειακές ροές, με αποτέλεσμα την επιβράδυνση βιομηχανικών ρυθμών.

β. Κυρώσεις και πίεση στο εσωτερικό (διπλός στόχος). Επιβολή οικονομικών περιορισμών που αποσταθεροποιούν την ήδη εύθραυστη εξαγωγική οικονομική βάση της Κίνας και προκαλούν εσωτερική πολιτική τριβή  με σκοπό την αύξηση κόστους συντήρησης της εξουσίας και την ενίσχυση εσωτερικών ρηγμάτων (δασμοί, τεχνολογικοί, χρηματοοικονομικοί περιορισμοί κλπ., με σκοπό την μείωση των εξαγωγών και την άρση των αθέμιτων πρακτικών στο διεθνές εμπόριο).

γ. Διασφάλιση κρίσιμων πρώτων υλών (σπάνιες γαίες, κρίσιμα μέταλλα). Η ενίσχυση εγχώριας βιομηχανίας μεταποίησης κρίσιμων υλικών εντός των ΗΠΑ και των συμμάχων, μιας τεχνολογικά και περιβαλλοντικά δύσκολης διαδικασίας, μέσω επιδοτήσεων και επενδυτικών πακέτων (π.χ. χρηματοδότηση διυλιστηρίων σπάνιων γαιών στην ενδοχώρα) για την αποδέσμευση από τη μονοκαλλιέργεια εξαρτήσεων.

δ. Αναδιάταξη στρατηγικής βάσης (π.χ. ενδιαφέρον για Γροιλανδία). Επενδύσεις σε περιοχές με ακαθόριστες γεωστρατηγικές δυνατότητες και κοιτάσματα. Η επιλογή περιοχών όπως η Γροιλανδία αποκτά νόημα ως στοιχείο ευρύτερης πολιτικής εξασφάλισης πρώτων υλών και θέσης ελέγχου. Το ίδιο και η πίεση προς τον Καναδά που δεν θέλει να εξορύξει τα σημαντικά αποθέματα που έχει σε σπάνιες γαίες και κρίσιμα μέταλλα. 

ε. Επενδυτική-βιομηχανική αυτοδυναμία (onshoring). Οικοδόμηση εγχώριων γραμμών παραγωγής για κρίσιμα υλικά και τεχνολογικά προϊόντα, όχι απλώς για την ασφάλεια προμηθειών, αλλά και για να περιορίσει την δυνατότητα της Κίνας  να «εγκλωβίζει» την οικονομία των ΗΠΑ μέσω ελέγχου πρώτων υλών και εφοδιαστικών αλυσίδων.

Η λογική των παραπάνω ενεργειών, είναι να «στερήσεις τη βενζίνη από τη μηχανή» του αντιπάλου, χωρίς φθηνή ενέργεια και χωρίς πρόσβαση σε κρίσιμα υλικά, μια εξαγωγικά προσανατολισμένη βιομηχανία υφίσταται δραματική κάμψη. Επιπλέον, η ενίσχυση εγχώριων δυνατοτήτων δημιουργεί εναλλακτική υποδομή, πλαισιώνοντας την πολιτική απο-εξάρτησης (decoupling), όχι απαραίτητα ως ολική αποκοπή, αλλά ως εκβιομηχάνιση/ανθεκτικότητα για κρίσιμες λειτουργίες και μείωση του κινδύνου (de-risking).

Στρατηγικά, οι ΗΠΑ αποσκοπούν σε τρία αποτελέσματα: α) την μείωση του ρυθμού ανάπτυξης και στρατιωτικής ισχυροποίησης της Κίνας, β) την ανάπτυξη νέων, πολυμερών πλεονεκτημάτων μέσα από ελεγχόμενες συμβάσεις και επενδύσεις και γ) την διατήρηση της σχετικής υπεροχής σε κρίσιμους τομείς τεχνολογίας (AI, ημιαγωγοί, στρατιωτικά συστήματα κ.λπ.).

Η πολιτική αυτή δεν είναι απαλλαγμένη κινδύνων καθώς η Κίνα μπορεί να ανταποδώσει με υπονόμευση, χαμηλού επιπέδου σύγκρουση στην περιφέρεια, ή γρήγορη αναδιάταξη εμπορικών σχέσεων (π.χ. ενίσχυση εναλλακτικών ροών προς τρίτους εταίρους). Επίσης η έντονη χρήση κυρώσεων ενθαρρύνει εναλλακτικά συστήματα πληρωμών και συναλλαγματικές συμφωνίες, υπονομεύοντας τη μακροπρόθεσμη αξία του δολαρίου που στηρίζει το στρατηγικό προβάδισμα. Η μαζική επένδυση σε εγχώριες υποδομές και η χρηματοδότηση μεταποίησης είναι δαπανηρές και μπορεί να προκαλέσουν προβλήματα αποδοτικότητας των επενδύσεων.  Επιπλέον η  εξάρτηση από άλλους συμμάχους για στρατηγικά υλικά μπορεί να δημιουργήσει νέες ευπάθειες.

Για να είναι βιώσιμη μια τέτοια πολιτική, απαιτείται πολύπλευρος σχεδιασμός που εξασφαλίζει την οικοδόμηση πολύπλευρων συμμαχιών προμήθειας, ώστε να μην αντιμετωπίζεται ο κίνδυνος μονομερών αποκλεισμών. Χρειάζεται η εξασφάλιση ότι οι δημόσιες δαπάνες για την εγχώρια παραγωγή έχουν οικονομικά και περιβαλλοντικά όρια. Οι κυρώσεις πρέπει να συνοδεύονται από τεχνικές και εμπορικές προτάσεις που επιτρέπουν ειρηνική ενσωμάτωση, αλλιώς αυξάνεται ο κίνδυνος ριζοσπαστικοποίησης της αντίδρασης. Επίσης χρειάζονται επενδύσεις σε περιφερειακή σταθερότητα (ενέργεια, υποδομές, διασύνδεση) ώστε οι διαδρομές εφοδιασμού να μην καταστούν εργαλείο πλήρους αποκοπής με καταστροφικές συνέπειες.

Η στρατηγική έμφασης σε πόρους και αλυσίδες εφοδιασμού αποτελεί ρεαλιστική, χαμηλού απροκάλυπτου κινδύνου μέθοδο για την επίτευξη συσσωρευτικού πλεονεκτήματος έναντι της Κίνας. Ωστόσο, η επιτυχία της εξαρτάται από την ικανότητα να οργανωθούν εσωτερικά οι επενδύσεις με μακροοικονομική και διπλωματική σοφία, να αποφευχθεί η εξάντληση του διπλωματικού κεφαλαίου και να κερδηθεί η συναίνεση των συμμάχων και κυρίως της Ε.Ε. Ο πόλεμος για το μέλλον μπορεί να διεξαχθεί με οικονομικά και τεχνολογικά εργαλεία, αλλά η χρήση τους απαιτεί προσοχή, καθαρό σχεδιασμό και επίγνωση των δευτερογενών συνεπειών.

Καθώς η παγκοσμιοποίηση ωθούσε προηγουμένως προς μέγιστη αποδοτικότητα (ελάχιστο κόστος, μέγιστος όγκος), σήμερα ο κόσμος αρχίζει να πληρώνει, κυριολεκτικά και πολιτικά,  μεγαλύτερο κόστος για να εξασφαλίσει την ανθεκτικότητα. Η πραγματικότητα που αποκαλύπτεται είναι ότι το κόστος της ασφάλειας και της αυτοδύναμης ικανότητας προμήθειας έχει αποδειχθεί ανεκτίμητο, και ότι πολλές από τις στρατηγικές επιλογές του παρελθόντος πρέπει να επανεξεταστούν προκειμένου να αποτραπεί η μετατροπή των οικονομικών δεσμών σε όπλα πολιτικής, στα πλαίσια μιας πολιτισμικής διαμάχης αυταρχικών χωρών, που ήταν στο παρελθόν αυτοκρατορίες και επιδιώκουν την ανασύσταση τους, εναντίων των χωρών της δημοκρατικής Δύσης. 


* Ο Γιώργος Σ. Ατσαλάκης είναι Οικονομολόγος, Αναπληρωτής Καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης, Εργαστήριο Επιστημονικών Δεδομένων.