Μια μεγάλη παγκόσμια δοκιμασία στο Ιράν
Shutterstock
Shutterstock
Γ. Ατσαλάκης

Μια μεγάλη παγκόσμια δοκιμασία στο Ιράν

Κάτι πολύ σημαντικό εξελίσσεται αυτή τη στιγμή στη Μέση Ανατολή, και η ουσία του κινδύνου συχνά χάνεται μέσα στον θόρυβο των εικόνων και των επικεφαλίδων. Καθώς οι στρατιωτικές επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ εντείνονται εναντίον του καθεστώτος του Ιράν, δοκιμάζεται μια θεμελιώδης υπόθεση της παγκόσμιας ισορροπίας σχετικά με την πιθανότητα να αναλάβουν πραγματική, στρατιωτική δέσμευση υπέρ του Ιράν οι σύμμαχοι του, η Κίνα και η Ρωσία. Η απάντηση αυτή, θα κρίνει εάν η κρίση παραμείνει περιφερειακή ή μετασχηματιστεί σε ένα ευρύτερο, πολυπολικό και πολυκεντρικό ρήγμα με παγκόσμιες επιπτώσεις.

Σε πρώτη ανάγνωση, οι συνδέσεις της Τεχεράνης με τη Μόσχα και το Πεκίνο έμοιαζαν να προσφέρουν ένα «δίχτυ ασφάλειας», καθώς είχαν κοινές ασκήσεις, εξαγωγές όπλων, υπήρχαν ενεργειακοί δεσμοί και πολιτικός συντονισμός στη Συρία και αλλού. Η «στροφή προς τα ανατολικά» που ακολούθησε το Ιράν μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμφωνία των πυρηνικών του 2018 οικοδόμησε τη λογική πως, αν το Ιράν απομονωθεί από τη Δύση, μπορεί να αντλήσει ασφάλεια από τους μεγάλους ανατολικούς εταίρους του. Στο χαρτί όμως οι συμμαχίες δεν είναι πάντα δεσμεύσεις αμοιβαίου κινδύνου. Πολλές φορές είναι διευθετήσεις συναλλαγής συμφέροντα που συνυπάρχουν αλλά δεν υπαγορεύουν απαραίτητα αντίσταση απέναντι σε μια υπερδύναμη.

Οι τελευταίες ημέρες επιβεβαιώνουν αυτή τη σκληρή πραγματικότητα. Η ένταση και το εύρος των αμερικανο-ισραηλινών χτυπημάτων, μαζί με τις μετακινήσεις δυνάμεων στη θάλασσα και τον αέρα, δείχνουν ότι η Ουάσινγκτον μπορεί να αναπτύξει μακράς διάρκειας και σύνθετες επιχειρησιακές ικανότητες, αεροπορικά πλήγματα, ικανοποιητική κάλυψη αεράμυνας και υποστήριξη μεγάλων επιχειρήσεων. Αυτή η ικανότητα αλλάζει τα δεδομένα στο επίπεδο του ρίσκου που αναλαμβάνουν τυχόν τρίτοι παίκτες.

Η Μόσχα απάντησε με καταδίκες και διπλωματικά διαβήματα εκφράζοντας σκληρή ρητορική, αίτημα σύγκλησης του Συμβουλίου Ασφαλείας και υποσχέσεις για «διπλωματική στήριξη», αλλά όχι για άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση με την Ουάσινγκτον. Το γεγονός ότι η ρωσική αντίδραση περιλάμβανε συμβολικές κινήσεις, περιορισμένες παραδόσεις αμυντικού υλικού και ρητορική καταδίκη, υποδηλώνει ότι η Μόσχα επιλέγει, τουλάχιστον προς το παρόν, την οδό της πολιτικής πίεσης και όχι της ανοικτής εμπλοκής σε ένα νέο μέτωπο. Αυτή η πρόταση ενισχύεται από το γεγονός ότι, ιστορικά, η ρωσική δέσμευση πληρώνεται σε είδος και περιορισμένη τεχνολογική στήριξη, αλλά σπανίως συνίσταται σε άμεσες στρατιωτικές συγκρούσεις εναντίον ενός πύργου ισχύος της Δύσης.

Από την πλευρά του, το Πεκίνο επιλέγει την «μακροπρόθεσμη γραμμή». Η Κίνα ζητά άμεση αποκλιμάκωση και διάλογο, εκφράζει ανησυχία για το διεθνές δίκαιο και ταυτόχρονα προειδοποιεί για τις συνέπειες που θα είχε μία περαιτέρω διεύρυνση της αναμέτρησης, ιδιαίτερα για τη ροή ενέργειας και το παγκόσμιο εμπόριο.

Ωστόσο, η κινεζική στρατηγική είναι βαθιά ρεαλιστική: η Κίνα χρειάζεται σταθερότητα για να προστατεύσει τις εμπορικές γραμμές της και να αποφύγει ευρείες κυρώσεις ή διακοπές που θα πλήξουν την αλυσίδα εφοδιασμού. Η άμεση πολεμική αντιπαράθεση με την Αμερική για χάρη του Ιράν θα ήταν για το Πεκίνο αυτοκτονική ως προς τα ουσιαστικά οικονομικά του συμφέροντα.

Αυτό το τρίπτυχο — ισχυρή αμερικανική ικανότητα προβολής ισχύος, ρωσική πολιτική καταδίκη με περιορισμένη στρατιωτική δέσμευση, κινεζική προτίμηση στη σταθερότητα και τη διπλωματία — σχηματοποιεί την απάντηση στο ερώτημα της «πραγματικής» υποστήριξης προς το Ιράν: οι Μόσχα και Πεκίνο δεν φαίνεται διατεθειμένες να μετατρέψουν τις σχέσεις συναλλαγής σε δεσμεύσεις πολεμικής κλίμακας. Ακόμη και όταν παρέχουν οπλικά συστήματα ή οικονομική ανακούφιση, το κάνουν με όρους που περιορίζουν τον ίδιο τον κίνδυνο να βρεθούν σε ανοιχτή αντιπαράθεση με την Ουάσινγκτον.

Οι συνέπειες αυτής της δοκιμασίας είναι πολλαπλές και σημαντικές. Πρώτον, αναδεικνύουν ότι οι συμμαχίες στη σύγχρονη εποχή συχνά είναι «στρατηγικές συναλλαγές» και όχι σύνολα αδιάσπαστης αλληλεγγύης, γεγονός που μειώνει την ελπίδα του Ιράν για εξωτερική στρατιωτική ασφάλεια.

Δεύτερον, το σενάριο επιβεβαιώνει πως η παγκόσμια οικονομία και οι ενεργειακές ροές, ειδικά μέσω του Στενού του Ορμούζ, παραμένουν κεντρικοί μοχλοί πίεσης και ευαλωτότητας. Οποιαδήποτε διακοπή εκεί έχει άμεσες συνέπειες στους ενεργειακούς δείκτες και στην παγκόσμια οικονομική σταθερότητα.

Τρίτον, η κρίση δοκιμάζει την ευρωστία των διεθνών θεσμών: εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ θεωρούν ότι η χρήση ισχύος συνιστά μόχλευση για πολιτικές αλλαγές, τότε το διεθνές θέμα θα απαιτήσει μεγαλύτερη συμμετοχή οργανισμών που μπορούν να εκτονώσουν και να ελέγξουν την κλιμάκωση.

Τι πρέπει να κάνουν οι διεθνείς παράγοντες τώρα; Η πιο ρεαλιστική επιλογή είναι να διατηρηθούν — και να ενισχυθούν — οι δίαυλοι διπλωματίας και ο περιορισμός των κινήσεων που οδηγούν σε αλυσιδωτές αντιδράσεις. Η εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών δείχνει ότι οι μεγάλες δυνάμεις υπολογίζουν πρώτα κόστη και οφέλη. Όταν το κόστος άμεσης αντιπαράθεσης με τη Δύση υπερβαίνει το όφελος, η στρατηγική συχνά κλίνει προς την αυτοσυντήρηση και την επιρροή μέσω μη στρατιωτικών μέσων.

Η παρούσα κρίση στο Ιράν δεν είναι απλώς ένα τοπικό επεισόδιο βίας. Είναι μια μεγάλη παγκόσμια δοκιμασία που αποκαλύπτει τα όρια της «ανατολικής» προστασίας που επιδίωξε η Τεχεράνη. Το κρίσιμο δίλημμα για το διεθνές σύστημα είναι εάν θα βρει τρόπους να μετατρέψει τη δοκιμασία αυτή σε μοχλό για πολιτική διευθέτηση και θεσμική ανάσχεση, ή εάν θα αφήσει το πεδίο σε πιο επικίνδυνες σπείρες κλιμάκωσης. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα καθορίσει όχι μόνο το μέλλον του Ιράν, αλλά και την εμπιστοσύνη μας στους κανόνες και στις δομές που προσπαθούν να εξημερώσουν τη χρήση της ισχύος στον σύγχρονο κόσμο.

Οι ΗΠΑ παραμένουν η μόνη χώρα που είναι ικανή για ταυτόχρονη, παγκόσμια προβολή ισχύος στον αέρα, στη θάλασσα, στον τομέα των πληροφοριών και των συμμαχιών, κάτι που τοποθετεί την αμερικανική ισχύ πέρα από τον απλό περιφερειακό ανταγωνισμό, όχι ως άποψη αλλά ως επιχειρησιακό δεδομένο. Η γεωγραφία δεν περιορίζει την αμερικανική εμβέλεια και όταν μια συμμετρία φτάνει σε αυτό το μέγεθος, η ορθολογική κίνηση για τον ασθενέστερο παράγοντα είναι να υποχωρήσει.

Όλα αυτά μαζί δημιουργούν την αίσθηση της αναπόφευκτης πίεσης, δηλαδή, την αντίληψη στο εσωτερικό του ασθενούς αντίπαλου ότι η αντίσταση του Ιράν δεν μπορεί να αλλάξει τα αποτελέσματα και αυτή η αντίληψη είναι ο πυρήνας της αποτροπής. Το Ιράν υστερεί σε σύγχρονη αεροπορική ισχύ, ικανότητες stealth, παγκόσμια επιτήρηση και ναυτική δύναμη, απέναντι σε αμερικανικά αεροπλανοφόρα και αεροσκάφη τα οποία δεν μπορεί να ανταγωνιστεί. Οπότε η στρατηγική του Ιράν δεν είναι να νικήσει τις ΗΠΑ, αλλά προσπαθεί να καταστήσει τη σύγκρουση δαπανηρή.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για ένα κράτος δεν είναι ο εχθρός μπροστά του, αλλά είναι ο λογαριασμός που θα έρθει μετά. Και το Ιράν έχει ήδη δαπανήσει πάνω από 500 δις δολάρια για να αποσταθεροποιεί την περιοχή εξοπλίζοντας τους πληρεξούσιούς του. Στις αρχές του χρόνου χρειαζόταν 42.000 ιρανικά ριάλ για 1 δολλάριο ΗΠΑ, σήμερα χρειάζονται 1.314.313,00 ιρανικά ριάλ για να αγοραστεί 1 δολάριο.

Οι ηγέτες που κυνηγούν τη δόξα εις βάρος της σταθερότητας, δεν κατανοούν μια θεμελιώδη αλήθεια ότι κάθε απόφαση στο πεδίο της μάχης είναι, τελικά, απόφαση για τη δημοσιονομική φερεγγυότητα του έθνους. Και αν υπολογίσεις λάθος, δεν χάνεις μόνο στρατιώτες, αλλά χάνεις την ηγεσία του κράτους.


*Ατσαλάκης Γιώργος Οικονομολόγος, Αναπληρωτής Καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης, Εργαστήριο Επιστημονικών Δεδομένων