Μαχητικό Mirage 2000 της Πολεμικής Αεροπορίας της Ταϊβάν επιστρέφει σε αεροπορική βάση στο Χσιντσού, στα βόρεια της νήσου, 30 Δεκεμβρίου 2025
Κινεζικοί βρυχηθμοί με το βλέμμα σε ΗΠΑ και Ιαπωνία - Τα πιθανά σενάρια του 2026
AP Photo/Chiang Ying-ying
AP Photo/Chiang Ying-ying
Μαχητικό Mirage 2000 της Πολεμικής Αεροπορίας της Ταϊβάν επιστρέφει σε αεροπορική βάση στο Χσιντσού, στα βόρεια της νήσου, 30 Δεκεμβρίου 2025
Ταϊβάν

Κινεζικοί βρυχηθμοί με το βλέμμα σε ΗΠΑ και Ιαπωνία - Τα πιθανά σενάρια του 2026

Η αιφνιδιαστική επανεμφάνιση κινεζικών πολεμικών πλοίων, αεροσκαφών και πυραυλικών μονάδων γύρω από την Ταϊβάν, με πραγματικά πυρά και σενάρια αποκλεισμού της νήσου, ήρθε να υπενθυμίσει με τον πλέον ηχηρό τρόπο ότι η σχετική ηρεμία των τελευταίων μηνών στο Στενό της Ταϊβάν δεν αποτελούσε ένδειξη αποκλιμάκωσης. Αντιθέτως, στη σκιά της έγκρισης από τις Ηνωμένες Πολιτείες του μεγαλύτερου πακέτου πώλησης όπλων που έχει δοθεί ποτέ στην Ταϊπέι και εν μέσω αυξανόμενης έντασης με την Ιαπωνία, το καθεστώς Σι επέλεξε να προχωρήσει σε μια επίδειξη στρατιωτικής ισχύος μεγάλης κλίμακας, στέλνοντας σαφές μήνυμα όχι μόνο προς την Ταϊβάν, αλλά και προς τους συμμάχους της.

Τα στρατιωτικά γυμνάσια, τα μεγαλύτερα από το 2022, όταν η Κίνα είχε περικυκλώσει την Ταϊβάν ως αντίποινα για την επίσκεψη της τότε προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, Νάνσι Πελόζι, σηματοδότησαν το τέλος μιας οκτάμηνης περιόδου σχετικής αυτοσυγκράτησης και επανέφεραν το ενδεχόμενο στρατιωτικής σύγκρουσης στο επίκεντρο των διεθνών ανησυχιών.

Οι ασκήσεις, με την κωδική ονομασία «Justice Mission 2025» («Αποστολή Δικαιοσύνης 2025»), ξεκίνησαν λιγότερο από μία ώρα αφότου ανακοινώθηκαν, νωρίς το πρωί της Δευτέρας, αιφνιδιάζοντας τόσο την Ταϊπέι όσο και τους διεθνείς παρατηρητές. Ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας, κινητοποίησε ταυτόχρονα το ναυτικό, την αεροπορία, τη δύναμη πυραύλων και την ακτοφυλακή, δημιουργώντας έναν κλοιό γύρω από το νησί.

Σύμφωνα με το Πεκίνο, στόχος ήταν η προσομοίωση αποκλεισμού βασικών λιμανιών της Ταϊβάν, η προσβολή ναυτικών στόχων και η αποτροπή «εξωτερικής παρέμβασης», σε μια σαφή αναφορά στις Ηνωμένες Πολιτείες και τους περιφερειακούς συμμάχους τους. Η κινεζική ηγεσία παρουσίασε τις ασκήσεις ως προειδοποίηση προς τις «αυτονομιστικές δυνάμεις» της Ταϊβάν, υπογραμμίζοντας ότι ο στρατός παραμένει έτοιμος να δράσει, εφόσον δοθεί εντολή.

Τη δεύτερη ημέρα των γυμνασίων, η επίδειξη ισχύος κλιμακώθηκε περαιτέρω. Μονάδες πυροβολικού μεγάλου βεληνεκούς εκτόξευσαν 27 ρουκέτες σε θαλάσσιες ζώνες βόρεια και νοτιοδυτικά της Ταϊβάν, περιοχές που η Κίνα είχε προηγουμένως χαρακτηρίσει «ζώνες πραγματικών πυρών».

Η κρατική τηλεόραση CCTV μετέδωσε εικόνες από δεκάδες πυραύλους που έπλητταν τη θάλασσα, ενώ το κινεζικό ναυτικό ανέπτυξε αντιτορπιλικά και φρεγάτες, με την υποστήριξη μαχητικών-βομβαρδιστικών, δοκιμάζοντας την ικανότητά του να εντοπίζει και να προσβάλλει εχθρικά αεροσκάφη, πλοία και υποβρύχια. Παράλληλα, νέου τύπου αμφίβια επιθετικά πλοία συμμετείχαν στις ασκήσεις, ενισχύοντας το μήνυμα ότι το Πεκίνο επενδύει συστηματικά στη δυνατότητα απομόνωσης και στρατιωτικής πίεσης της Ταϊβάν.

Οι κινεζικές αρχές προειδοποίησαν πλοία και αεροσκάφη τρίτων χωρών να μην προσεγγίσουν επτά ζώνες πραγματικών πυρών, οι οποίες θα παρέμεναν ενεργές έως το βράδυ, επιβεβαιώνοντας την πρόθεση ελέγχου του θαλάσσιου και εναέριου χώρου γύρω από το νησί.

Η Ταϊπέι κατέγραψε πρωτοφανή επίπεδα κινεζικής δραστηριότητας. Σύμφωνα με το υπουργείο Άμυνας της νήσου, τουλάχιστον 70 κινεζικά στρατιωτικά αεροσκάφη, 11 πλοία του πολεμικού ναυτικού και 14 της κινεζικής ακτοφυλακής εντοπίστηκαν σε διάστημα λίγων ωρών, ενώ οι πύραυλοι έπεσαν πιο κοντά στα ηπειρωτικά απ’ ό,τι σε προηγούμενες ασκήσεις. Ορισμένοι μάλιστα κατέληξαν εντός της ζώνης των 24 ναυτικών μιλίων, που θεωρείται παρακείμενη ζώνη της Ταϊβάν, γεγονός που προκάλεσε έντονη ανησυχία.

Ο πρόεδρος της Ταϊβάν, Λάι Τσινγκ-τε, καταδίκασε τις ενέργειες του Πεκίνου, δηλώνοντας ότι «η Κίνα δεν ενεργεί ως υπεύθυνη παγκόσμια δύναμη», ενώ υπογράμμισε ότι η Ταϊβάν θα υπερασπιστεί την κυριαρχία της, «ενεργώντας υπεύθυνα και χωρίς να κλιμακώσει τη σύγκρουση». Από την πλευρά του, ο υπουργός Άμυνας Ουέλινγκτον Κου έκανε λόγο για ασκήσεις που αγνοούν τους διεθνείς κανόνες και στοχεύουν «στην επίτευξη γνωστικού πολέμου [cognitive warfare], στην εξάντληση των αμυντικών δυνατοτήτων της Ταϊβάν και στη δημιουργία διχασμού στο εσωτερικό της κοινωνίας».

Το ερώτημα «γιατί τώρα» βρέθηκε γρήγορα στο επίκεντρο της ανάλυσης, με δύο χώρες να ξεχωρίζουν ως βασικοί αποδέκτες του κινεζικού μηνύματος: τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ιαπωνία. Τον προηγούμενο μήνα, η πρωθυπουργός της Ιαπωνίας, Σαναέ Τακαΐτσι, είχε δηλώσει ότι δεν θα απέκλειε στρατιωτική εμπλοκή της χώρας της σε περίπτωση που η Ταϊβάν δεχόταν άμεση επίθεση από την Κίνα. «Αν περιλαμβάνει τη χρήση πολεμικών πλοίων και στρατιωτικών ενεργειών, θα μπορούσε κάλλιστα να εξελιχθεί σε απειλή για την ίδια μας την επιβίωση», είχε πει, προκαλώντας οργισμένη αντίδραση στο Πεκίνο. Οι δηλώσεις αυτές θεωρήθηκαν ιδιαίτερα ευαίσθητες λόγω της ιστορικής μνήμης που βαραίνει τις σχέσεις Κίνας-Ιαπωνίας, με την κινεζική κοινή γνώμη να διατηρεί βαθιά καχυποψία απέναντι στο Τόκιο, ενισχυόμενη από κρατικά ελεγχόμενα μέσα ενημέρωσης.

Παράλληλα, η αμερικανική απόφαση να εγκρίνει πώληση όπλων ύψους άνω των 11 δισ. δολαρίων προς την Ταϊβάν, συμπεριλαμβανομένων πυραύλων μέσου βεληνεκούς, οβιδοβόλων και drones, αποτέλεσε τον πιο άμεσο καταλύτη. Κινέζοι αξιωματούχοι και κρατικά μέσα ενημέρωσης αναφέρθηκαν ρητά στο πακέτο αυτό, το οποίο, εφόσον εγκριθεί από το Κογκρέσο, θα είναι το μεγαλύτερο στην ιστορία των αμερικανο-ταϊβανέζικων εξοπλιστικών σχέσεων. Ο υπουργός Εξωτερικών της Κίνας, Ουάνγκ Γι, δήλωσε χαρακτηριστικά:

«Απαντώντας στις συνεχείς προκλήσεις των φιλο-ανεξαρτησιακών δυνάμεων στην Ταϊβάν και στις μεγάλης κλίμακας πωλήσεις όπλων των ΗΠΑ προς την Ταϊβάν, οφείλουμε φυσικά να αντιταχθούμε αποφασιστικά και να απαντήσουμε δυναμικά». Αντίστοιχα, εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών προειδοποίησε ότι «η χρησιμποίηση της Ταϊβάν για τον περιορισμό της Κίνας δεν θα πετύχει».

Στην Ουάσινγκτον, ωστόσο, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ εμφανίστηκε ατάραχος. Ερωτηθείς για τα κινεζικά γυμνάσια, δήλωσε ότι «δεν ανησυχεί» και ότι διατηρεί «εξαιρετική σχέση» με τον Σι Τζινπίνγκ, αναγνωρίζοντας πάντως πως «δεν του είπε τίποτα» για τις ασκήσεις. «Τα κάνουν αυτά εδώ και 20 ή 25 χρόνια», είπε ο Τραμπ, αφήνοντας να εννοηθεί ότι δεν θεωρεί πιθανή μια πραγματική εισβολή. Η στάση αυτή, σε συνδυασμό με τις αντιφατικές τοποθετήσεις της δεύτερης θητείας του, τροφοδότησε αβεβαιότητα στην Ταϊπέι, παρά το γεγονός ότι οι ΗΠΑ παραμένουν ο σημαντικότερος υποστηρικτής της έναντι των σχεδίων προσάρτησης του Πεκίνου.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ταϊβάν επιχειρεί να ενισχύσει τη δική της αποτρεπτική ικανότητα. Τον Νοέμβριο του 2025, η κυβέρνηση ενέκρινε πρόσθετο αμυντικό προϋπολογισμό ύψους 40 δισ. δολαρίων για την περίοδο 2026-2033, με στόχο οι αμυντικές δαπάνες να φτάσουν το 5% του ΑΕΠ.

Ήδη από το 2026, η Ταϊπέι προβλέπεται να ξεπεράσει για πρώτη φορά από το 2009 το όριο του 3%, επενδύοντας μεταξύ άλλων στο σύστημα αντιαεροπορικής άμυνας «Taiwan Dome». Ωστόσο, όπως επισημαίνεται, η κατανομή αυτών των κονδυλίων σε βάθος χρόνου δεν αίρει την αίσθηση ευαλωτότητας, ιδίως μπροστά στις αμφιβολίες για τη μακροπρόθεσμη δέσμευση των ΗΠΑ στο πλαίσιο του Taiwan Relations Act.

Τα πιθανά σενάρια για το 2026 σκιαγραφούν ένα φάσμα εξελίξεων χωρίς εύκολες απαντήσεις, βάσει της ανάλυσης του Άξελ Μπερκόφσκι, συν-επικεφαλής του Κέντρου Ασίας του έγκριτου Ιταλικού Ινστιτούτου Πολιτικών Μελετών (ISPI) και καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Παβίας. Το πρώτο προβλέπει τη διατήρηση του status quo, με την Κίνα να αποφεύγει την εισβολή αλλά να συνεχίζει την στρατιωτική πίεση και τις επιχειρήσεις «γκρίζας ζώνης», συμπεριλαμβανομένων εκστρατειών παραπληροφόρησης.

Το δεύτερο, πιο δυσοίωνο για την Ταϊβάν, αφορά τη μετατροπή της αμερικανικής «στρατηγικής αμφισημίας» σε μια σαφή αλλά δυσμενή στάση, όπου η Ταϊβάν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως διαπραγματευτικό χαρτί σε μια ευρύτερη συμφωνία ΗΠΑ-Κίνας.

Το τρίτο σενάριο βασίζεται στην αναζωπύρωση των εντάσεων Ουάσινγκτον-Πεκίνου, με ανανέωση ή ενίσχυση της αμερικανικής στρατιωτικής δέσμευσης. Κατά την εκτίμησή του, πάντως, η πιθανότητα άμεσης κινεζικής εισβολής παραμένει περιορισμένη, όχι λόγω έλλειψης βούλησης, αλλά λόγω επιχειρησιακών περιορισμών, αφήνοντας την ασφάλεια και τη σταθερότητα της Ταϊβάν σε μια εύθραυστη ισορροπία.