Το εκκρεμές ανάμεσα στη διπλωματία και την αμερικανική στρατιωτική εμπλοκή στο Ιράν μοιάζει, τουλάχιστον στην παρούσα φάση, να ταλαντώνεται προς την πρώτη επιλογή. Καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα από τα πλέον σύνθετα γεωπολιτικά διλήμματα της προεδρίας του, το βλέμμα στρέφεται στον νέο γύρο διαπραγματεύσεων μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης, αφότου άνοιξε την περασμένη εβδομάδα ο δίαυλος στο σουλτανάτο του Ομάν. Δεν έχει ακόμη καθοριστεί ωστόσο πότε θα πραγματοποιηθεί η επόμενη συνάντηση, ούτε είναι σαφές εάν και σε ποιο βαθμό ο Αμερικανός πρόεδρος θα επιδιώξει να πιέσει το καθεστώς Χαμενεΐ για υποχωρήσεις πέραν του πυρηνικού προγράμματος, εντάσσοντας στο πυρήνα των συνομιλιών και το βαλλιστικό οπλοστάσιο, το οποίο η Τεχεράνη θεωρεί αδιαπραγμάτευτη «κόκκινη γραμμή» και μέσο διασφάλισης της ίδιας της επιβίωσης του καθεστώτος.
Καθώς διέρχεται τη βαθύτερη κρίση νομιμοποίησης από τη σύστασή του και ενώ βρίσκεται περικυκλωμένo από ισχυρή αμερικανική δύναμη πυρός, το θεοκρατικό καθεστώς γιόρτασε -στο αίμα όσων σφαγίασε- την 46η επέτειο της Ισλαμικής Επανάστασης του 1979 με μαζικές συγκεντρώσεις σε ολόκληρη τη χώρα, αντιαμερικανικά συνθήματα και τιμές στους «μάρτυρες» των Φρουρών της Επανάστασης.
Καθώς τα δημόσια μέσα μετέδιδαν στους εορτασμούς της Τετάρτης πλάνα με ογκώδεις συγκεντρώσεις, σε βίντεο από την Τεχεράνη ακούγονταν συνθήματα «Θάνατος στον Χαμενεΐ» και «Θάνατος στον δικτάτορα». Και τώρα που οι πανηγυρισμοί τελείωσαν, η Τεχεράνη επιστρέφει στην πραγματικότητα της κρίσιμης διαπραγμάτευσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Δίνει εμφανώς τη δεδομένη στιγμή προβάδισμα στη διπλωματία ο Τραμπ, ωστόσο ταυτόχρονα «δείχνει» στην αποστολή και δεύτερου αεροπλανοφόρου στον Κόλπο κρατώντας όλα τα ενδεχόμενα στο «τραπέζι» και προειδοποιώντας με «κάτι πολύ σκληρό» εάν η Τεχεράνη δεν ανταποκριθεί στις απαιτήσεις. ΗΠΑ και Ιράν επανήλθαν στις συνομιλίες την περασμένη Παρασκευή στο Ομάν για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο των 12 ημερών του Ιουνίου και επίκειται η συνέχεια.
Το καθεστώς του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ επιμένει ότι συνομιλεί αποκλειστικά και μόνο για το πυρηνικό πρόγραμμα, αρνούμενο να θέσει υπό διαπραγμάτευση το οπλοστάσιο βαλλιστικών πυραύλων και τη δράση των περιφερειακών του πληρεξουσίων. Τη θέση αυτή επιβεβαίωσε ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί, μετά το πέρας των έμμεσων συνομιλιών στο Μουσκάτ, κάνοντας λόγο για «καλή αρχή» με μοναδικό αντικείμενο συζήτησης το πυρηνικό πρόγραμμα, και έχει επαναλάβει έκτοτε ο Ιρανός πρόεδρος, Μεσούντ Πεζεσκιάν, εκ των θεωρούμενων μετριοπαθών του καθεστώτος.
Και ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ δείχνει να επικεντρώνεται στο πυρηνικό πρόγραμμα. Για το Ισραήλ, ωστόσο, η απειλή δεν περιορίζεται στο πυρηνικό πρόγραμμα. Ο πιο άμεσος κίνδυνος είναι η ταχεία ανασυγκρότηση της ιρανικής ικανότητας εκτόξευσης πυραύλων κατά του ισραηλινού εδάφους. Το Ιράν διαθέτει οπλοστάσιο βαλλιστικών πυραύλων μεσαίου βεληνεκούς ικανών να πλήξουν οποιοδήποτε σημείο του Ισραήλ, καθώς και μεγάλο αριθμό πυραύλων μικρότερου βεληνεκούς που θα μπορούσαν να στοχεύσουν αμερικανικές βάσεις στο Κατάρ, στο Ιράκ και αλλού στη Μέση Ανατολή.
Επί χρόνια, η διεθνής προσοχή ήταν εστιασμένη στον κίνδυνο να αποκτήσει πράγματι το Ιράν πυρηνικό όπλο, το οποίο και θα ήταν το απόλυτο μέσο αποτροπής έναντι κινήσεων ανατροπής της θεοκρατίας. Τώρα όμως, αναλυτές ειδικευμένοι στο Ιράν θεωρούν ότι, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, ο ανώτατος ηγέτης Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ θεωρεί το βαλλιστικό οπλοστάσιο ως βασικό εγγυητή της επιβίωσης της Ισλαμικής Δημοκρατίας, ιδίως μετά την αποδυνάμωση οργανώσεων-πληρεξουσίων όπως η Χεζμπολάχ στον Λίβανο.
«Από την οπτική του Ιράν, ο κίνδυνος ενός αμερικανικού πλήγματος των ΗΠΑ είναι μικρότερος από τον κίνδυνο να εγκαταλείψει το μοναδικό μέσο άμυνας που διαθέτει απέναντί του. Πιστεύουν ότι η εγκατάλειψη των πυραύλων θα άνοιγε τον δρόμο για αλλαγή καθεστώτος», λέει στους New York Times ο Ραζ Ζιμτ, ειδικός για το Ιράν στο Ινστιτούτο Μελετών Εθνικής Ασφάλειας του Πανεπιστημίου του Τελ Αβίβ. Ανάλυση δορυφορικών εικόνων, επίσης από τους NYT, έχει καταδείξει ότι το Ιράν επισκευάζει με ταχύτητα εγκαταστάσεις παραγωγής και δοκιμών βαλλιστικών πυραύλων που είχαν πληγεί, ενώ περιορισμένες είναι οι εργασίες αποκατάστασης σε μεγάλες πυρηνικές εγκαταστάσεις, γεγονός που επιβεβαιώνει και την προτεραιότητα που δίνει στο βαλλιστικό πρόγραμμα το καθεστώς.
Το ιρανικό βαλλιστικό οπλοστάσιο ήταν στον πυρήνα της προχθεσινής επίσκεψης του Μπενιαμίν Νετανιάχου στην Ουάσινγκτον για την έκτη συνάντησή του με τον Ντόναλντ Τραμπ αφότου επέστρεψε στον Λευκό Οίκο, η οποία και ανέδειξε τις αποχρώσεις στις δημόσιες δηλώσεις των δύο ηγετών. Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι «επέμεινε να συνεχιστούν οι διαπραγματεύσεις με το Ιράν» για μια πιθανή συμφωνία και σημείωσε πως «δεν προέκυψε τίποτα οριστικό» από τη συνάντηση. Προειδοποίησε ωστόσο ότι χωρίς συμφωνία «θα πρέπει να δούμε ποια θα είναι η έκβαση».
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός, σε ανακοίνωσή του, ανέφερε ότι «υπογράμμισε τις ανάγκες ασφάλειας του Ισραήλ στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων», χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις. Aποκλίνουσες ήταν οι δημόσιες τοποθετήσεις Τραμπ και Νετανιάχου και πριν από την ισραηλινή επιχείρηση στο Ιράν τον Ιούνιο, προτού συντονιστούν στενά και ακολουθήσει η αμερικανική δράση. Αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ έχουν δηλώσει πάντως σε αμερικανικά μέσα πως η απόφαση του Αμερικανού προέδρου να αναθέσει στους Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ την περασμένη εβδομάδα να προσέλθουν στις συνομιλίες με τον Αμπάς Αραγτσί δεν συνιστά κάλυψη για αιφνιδιαστική επίθεση.
Αναλυτές που μίλησαν στο δίκτυο CNBC εκτιμούν ότι δεν είναι πιθανό ένα αμερικανικό πλήγμα κατά του Ιράν και ότι οι στρατιωτικές επιλογές της Ουάσινγκτον είναι περιορισμένες και σύνθετες. Η αποστολή της ομάδας κρούσης του αεροπλανοφόρου USS Abraham Lincoln αύξησε σε έξι τα αντιτορπιλικά με πυραύλους στην περιοχή, ωστόσο, όπως σημειώνουν, αυτό δεν θα αρκούσε για την ανατροπή του καθεστώτος. «Οι αμερικανικές δυνάμεις στην περιοχή δεν επαρκούν για να υποστηρίξουν μια σημαντική, μακροχρόνια στρατιωτική επιχείρηση στο Ιράν, η οποία θα ήταν απαραίτητη για την επίτευξη οποιουδήποτε μεγάλου στρατιωτικού στόχου», δηλώνει ο Αλιρεζά Αχμαντί του Κέντρου Πολιτικής και Ασφάλειας της Γενεύης (GCSP). Ο Αλί Βάεζ, διευθυντής του Iran Project στο Crisis Group, προσθέτει ότι ο Τραμπ είναι μεν απρόβλεπτος όμως «γνωρίζει πως το ιρανικό ζήτημα δεν προσφέρεται για καθαρές και εύκολες στρατιωτικές επιλογές».
Από την άλλη πλευρά, ο Μάικλ Ρούμπιν, πρώην αξιωματούχος του Πενταγώνου και ανώτερος ερευνητής στο American Enterprise Institute, υποστηρίζει ότι «το κόστος της μη επίθεσης στο Ιράν θα ήταν τεράστιο» και ότι διαφορετικά «η κληρονομιά του Τραμπ θα είναι ότι ήταν ο πρόεδρος που επέτρεψε στο Ιράν να αποκτήσει πυρηνικά». Ο Μπομπ ΜακΝάλι, πρόεδρος της Rapidan Energy Group, αναφέρει από πλευράς του ότι «ο πρόεδρος βρίσκεται σε δύσκολη θέση, οι επιλογές του δεν είναι καλές και πρόκειται για μια πολύ επικίνδυνη στιγμή», προσθέτοντας ότι λόγω του βαλλιστικού προγράμματος «θα έπρεπε να κινηθούμε σε μεγάλη κλίμακα, γιατί το Ιράν είναι αρκετά ισχυρός αντίπαλος».
Στο εσωτερικό του Ιράν, ο πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν δήλωσε σε ομιλία του για την επέτειο της Ισλαμικής Επανάστασης ότι η χώρα «δεν θα υποκύψει απέναντι στην επιθετικότητα», αλλά «συνεχίζει τον διάλογο με όλες του τις δυνάμεις με τις γειτονικές χώρες για την εδραίωση της ειρήνης και της ηρεμίας στην περιοχή». Επανέλαβε ότι ότι η Τεχεράνη «δεν επιδιώκει την απόκτηση πυρηνικών όπλων» και είναι «έτοιμη για κάθε επαλήθευση».
Ιρανοί αξιωματούχοι έχουν αφήσει να εννοηθεί ότι είναι ανοικτοί σε παραχωρήσεις, όπως η δημιουργία «περιφερειακού κονσόρτσιουμ» για την παραγωγή πυρηνικής ενέργειας και η μεταφορά περίπου 400 κιλών υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου σε τρίτη χώρα. Η Τεχεράνη, ωστόσο, επιμένει ότι το δικαίωμά της στον εμπλουτισμό ουρανίου σε ιρανικό έδαφος δεν είναι διαπραγματεύσιμο. Πιθανό σημείο συμβιβασμού θεωρείται μια συμφωνία αναστολής του εμπλουτισμού για συγκεκριμένο διάστημα, στο πλαίσιο ευρύτερου περιφερειακού σχήματος, με αντάλλαγμα την άρση των κυρώσεων που έχουν παραλύσει την οικονομία της χώρας και την αποδοχή νέου καθεστώτος επιθεωρήσεων. Σε κάθε περίπτωση, το Ιράν αναμένεται να απαιτήσει άρση των κυρώσεων που έχουν παραλύσει την οικονομία του σε αντάλλαγμα για ένα νέο καθεστώς επιθεωρήσεων στις πυρηνικές του εγκαταστάσεις.
Σε αυτό το περιβάλλον κλιμακούμενης πίεσης και ταυτόχρονης διπλωματικής κινητικότητας, ιδιαίτερο βάρος δόθηκε στις δηλώσεις του αντιπροέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, Τζέι Ντι Βανς: «Αν ο ιρανικός λαός θέλει να ανατρέψει το καθεστώς, αυτό εξαρτάται από τον ιρανικό λαό. Εκείνο στο οποίο εστιάζουμε τώρα είναι το γεγονός ότι το Ιράν δεν μπορεί να αποκτήσει πυρηνικό όπλο».
Οποιαδήποτε συζήτηση περί στοχευμένης απομάκρυνσης της ιρανικής ηγεσίας αγνοεί τη δομή και τη φύση του ίδιου του καθεστώτος, κατά την άποψη πολλών αναλυτών. «Η ιρανική κυβέρνηση δεν είναι Βενεζουέλα», δηλώνει στο CNBC ο Αλιρεζά Αχμαντί, επισημαίνοντας ότι ακόμη και αν οι Ηνωμένες Πολιτείες κατάφερναν να απομακρύνουν τον ανώτατο ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, «ένας αντικαταστάτης θα επιλεγόταν άμεσα και ο στρατός θα διοικούσε ουσιαστικά τη χώρα στο προβλεπτό μέλλον». Η εξουσία στο Ιράν είναι συγκεντρωμένη γύρω από τον ανώτατο ηγέτη, ο οποίος λαμβάνει τις τελικές αποφάσεις σε όλα τα επίπεδα, με τη στήριξη των Φρουρών της Επανάστασης - στοιχείο που, κατά τους αναλυτές, καθιστά εξαιρετικά αβέβαιη οποιαδήποτε προσπάθεια «χειρουργικής» αλλαγής καθεστώτος.
