Σε κλειστή ενημέρωση που παρευρέθηκα η οποία πραγματοποιήθηκε κάπου στο Βόρειο Λονδίνο την περασμένη βδομάδα, ένας ανώτερος αξιωματούχος του τομέα ασφαλείας με άμεση εμπειρία στην αντιμετώπιση ιρανικών κρατικών απειλών πρόσφερε μια αξιοσημείωτα συγκρατημένη ανάγνωση μιας συζήτησης που συχνά διεξάγεται με όρους συνθημάτων: Τι πρέπει να κάνει το Η.Β., και κατ' επέκταση η Δύση, με το Σώμα Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC).
Η κεντρική θέση του ομιλητή ήταν απλή αλλά πολιτικά άβολη σχετικά με τον τρόπο που σχολιάζεται πως το Η.Β σκέφτεται να απαγορεύσει πλήρως τους Φρουρούς. Η πλήρης απαγόρευση (proscription) του IRGC, αν και ηθικά και πολιτικά δικαιολογημένη, ενδέχεται να αποδειχθεί πιο αποτελεσματική εάν εφαρμοστεί ως αποκορύφωμα μιας συστηματικής στρατηγικής πίεσης, παρά ως αφετηρία της. Η σκέψη πίσω από αυτή τη θέση δεν είναι τόσο ιδεολογική όσο επιχειρησιακή: η άμεση και ολοκληρωτική απαγόρευση ενός οργανισμού τόσο βαθιά ενσωματωμένου στο ιρανικό κράτος θα μπορούσε να κλείσει διπλωματικούς διαύλους σε μια στιγμή που η εσωτερική αστάθεια του Ιράν κάνει αυτή τη δυνατότητα επικοινωνίας περισσότερο αναγκαία από ποτέ.
Αντί για μια κίνηση-σύμβολο, ο ομιλητής πρότεινε μια αλληλουχία μέτρων που ξεκινά από εκεί όπου η Δύση διαθέτει ήδη αναξιοποίητα εργαλεία: τον χρηματοοικονομικό τομέα. Στοχευμένες κυρώσεις, δέσμευση περιουσιακών στοιχείων και διάσπαση παράνομων δικτύων χρηματοδότησης που συνδέονται με ανώτερα στελέχη του καθεστώτος αποτελούν, σύμφωνα με αυτή την ανάλυση, μέτρα που μπορούν να εκμεταλλευτούν τις εσωτερικές ρωγμές του καθεστώτος χωρίς να στερήσουν από τις δυτικές κυβερνήσεις τη διπλωματική και νομική ευελιξία που θα χρειαστούν στο μέλλον. Η παρατήρηση αυτή δεν είναι καινοτόμα, αλλά η υπόθεση που προβλήθηκε είναι ότι τα υφιστάμενα εργαλεία εξακολουθούν να εφαρμόζονται ανομοιόμορφα, αφήνοντας σημαντικό περιθώριο δράσης πριν ληφθούν μη αναστρέψιμες αποφάσεις.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε η ανάλυση της δομικής πολυπλοκότητας του ίδιου του IRGC. Δεν πρόκειται απλώς για έναν στρατιωτικό φορέα, λειτουργεί ταυτόχρονα ως πολιτικός μηχανισμός, οικονομικός παράγοντας και μέσο εσωτερικής καταστολής. Κάθε πολιτική προσέγγιση που δεν λαμβάνει υπόψη αυτή τη βαθιά θεσμική ενσωμάτωση κινδυνεύει να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα σε μελλοντικά σενάρια σταθεροποίησης ή μετάβασης.
Η διάκριση μεταξύ κατασταλτικών, πληροφοριακών και οικονομικών λειτουργιών του οργανισμού παρουσιάστηκε ως πολιτικά δύσκολη αλλά αναγκαία για τον ρεαλιστικό σχεδιασμό πολιτικής, μια θέση που θα αναγνωρίσουν όσοι παρακολουθούν τις συζητήσεις σχετικά με τη δυαδικότητα του ιρανικού κράτους, ιδίως μετά τη χρήση του IRGC ως μηχανισμού οικονομικής διείσδυσης σε τρίτες χώρες, μεταξύ αυτών στην Ανατολική Μεσόγειο.
Πέρα από την εξωτερική πίεση, η ενημέρωση εστίασε και στην εσωτερική ανθεκτικότητα. Επισημάνθηκε το Ηνωμένο Βασίλειο διαθέτει ήδη ένα σημαντικό νομικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση εχθρικών δραστηριοτήτων επιρροής στο εσωτερικό της, αδήλωτοι ξένοι πράκτορες, εκφοβισμός και παρακολούθηση κοινοτήτων της διασποράς, πιέσεις σε μέσα ενημέρωσης. Πρόσφατες υποθέσεις δείχνουν ότι αυτές οι εξουσίες μπορούν να αποδώσουν, όταν εφαρμόζονται αποφασιστικά. Η παρατήρηση αυτή έχει σαφή απήχηση και εκτός Η.Β, σε ευρωπαϊκές χώρες, και σε χώρες της Ανατολικής Μεσογείου, που αντιμετωπίζουν αντίστοιχες προκλήσεις ξένης κρατικής παρέμβασης.
Ένα τελευταίο σημείο που αναδείχθηκε στη συζήτηση αφορά την αξιοσημείωτη έλλειψη δημόσιας προσοχής στον πολιτικό μηχανισμό πληροφοριών του Ιράν, σε αντίθεση με το στρατιωτικό σκέλος που μονοπωλεί τον δημόσιο διάλογο. Η επισήμανση δεν διατυπώθηκε ως αίτημα για άμεση δράση αλλά ως ένδειξη ότι η τρέχουσα πολιτική συζήτηση ενδέχεται να παραβλέπει σημαντικά στοιχεία του ευρύτερου τοπίου απειλών.
Η ενημέρωση αυτή πρόσφερε μια πολύτιμη αντίσταση στην απλοποίηση μιας εξαιρετικά σύνθετης πολιτικής επιλογής. Είτε συμφωνεί κανείς με τη σειρά προτεραιοτήτων που προτείνεται είτε όχι, η κεντρική παρατήρηση, ότι τα υπάρχοντα μέσα πίεσης παραμένουν ανεπαρκώς αξιοποιημένα, είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί. Και σε μια εποχή που η γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή επηρεάζει άμεσα την ασφάλεια και τα συμφέροντα της Ευρώπης και της Ανατολικής Μεσογείου, η ποιότητα αυτών των αποφάσεων αφορά πολλούς περισσότερους από τη Βρετανία.
Σε διεθνές επίπεδο, η εμπειρία χωρών όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, που έχουν ήδη προχωρήσει στην ένταξη του IRGC σε λίστα τρομοκρατικών οργανώσεων, προσφέρει χρήσιμα συγκριτικά συμπεράσματα. Στα πλεονεκτήματα συγκαταλέγεται η ενίσχυση του νομικού οπλοστασίου για διώξεις, η αυστηροποίηση των χρηματοοικονομικών περιορισμών και η αποστολή ενός ισχυρού πολιτικού μηνύματος απονομιμοποίησης. Η πλήρης απαγόρευση λειτουργεί αποτρεπτικά για εταιρείες και ιδιώτες, περιορίζοντας τις γκρίζες ζώνες συναλλαγών. Από την άλλη πλευρά, η πλήρης ποινικοποίηση της σχέσης με έναν οργανισμό που αποτελεί οργανικό τμήμα κρατικής δομής δημιουργεί νομικές και διπλωματικές επιπλοκές: περιπλέκει διαύλους επικοινωνίας, αυξάνει τον κίνδυνο αντιποίνων και ενίοτε μετατρέπει ένα εργαλείο στρατηγικής πίεσης σε συμβολική πράξη με περιορισμένη πρακτική απόδοση.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου η συζήτηση για αντίστοιχη καταχώριση εντάθηκε και έλαβε θεσμική δυναμική μόλις πρόσφατα, τα ίδια διλήμματα εμφανίζονται με ακόμη μεγαλύτερη ένταση λόγω της ανάγκης ομοφωνίας και της σύνδεσης με ευρύτερες διπλωματικές ισορροπίες. Η ευρωπαϊκή προσέγγιση παραδοσιακά δίνει έμφαση στη σταδιακή κλιμάκωση μέσω στοχευμένων κυρώσεων και νομικών διαδικασιών, επιδιώκοντας να διατηρεί περιθώρια πολιτικής ευελιξίας. Ωστόσο, ακριβώς αυτή η σταδιακότητα ενδέχεται να εκλαμβάνεται ως αδράνεια.
Υπό αυτό το πρίσμα, η πρόταση του ομιλητή να προηγηθεί μια πλήρης και συστηματική αξιοποίηση των υφιστάμενων εργαλείων πίεσης και να ακολουθήσει η απαγόρευση ως τελικό και όχι αρχικό στάδιο, εμφανίζεται ως στρατηγικά συνεκτική: διατηρεί τη δυνατότητα κλιμάκωσης, μεγιστοποιεί την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα και ενισχύει τη διαπραγματευτική ισχύ της Δύσης, μετατρέποντας την πλήρη απαγόρευση σε κορύφωση στρατηγικής και όχι σε υποκατάστατό της.
*Ο Γιαακώβ Χαλιώτης είναι ιδρυτής της συμβουλευτικής εταιρείας Group of Verified Intelligence και τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια ζει και εργάζεται στο Λονδίνο, στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στη διάρκεια της επαγγελματικής του πορείας έχει δραστηριοποιηθεί σε μια σειρά από μεγάλους οργανισμούς, όπου ηγήθηκε ομάδων ψηφιακής επικοινωνίας, αξιοποιώντας digital analytics και insights, ώστε Διευθύνοντες Σύμβουλοι, Γενικοί Διευθυντές και ακόμα Υπουργοί της βρετανικής κυβέρνησης να μπορούν να λαμβάνουν τεκμηριωμένες και αποτελεσματικές αποφάσεις.
Έχει διατελέσει Digital Strategy Manager στο National Lottery του Ηνωμένου Βασιλείου κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του Ρίο το 2016, εργάστηκε στο Υπουργείο Παιδείας της
Αγγλίας ως Chief Social Media Officer την περίοδο της πανδημίας και, στη συνέχεια, ανέλαβε τον ρόλο του Global Brand Analytics Lead στη Shell, την πετρελαϊκή εταιρεία.
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κύπρο, με καταγωγή από την Κεφαλλονιά. Είναι ενεργό μέλος του Jewish Diplomatic Corps του Παγκόσμιου Εβραϊκού Συνεδρίου, όπου συμβάλλει στην παγκόσμια εβραϊκή διπλωματική δράση, με έμφαση στην αντιμετώπιση του αντισημιτισμού και του αντισιωνισμού.
