Η προσάρτηση της Χαβάης, η νύχτα που έπεσε το Βασίλειο
Shutterstock
Shutterstock
Από τη Χαβάη στη Γροιλανδία

Η προσάρτηση της Χαβάης, η νύχτα που έπεσε το Βασίλειο

Το απόγευμα της 16ης Ιανουαρίου 1893, η βασίλισσα Λυδία Λιλιουοκαλάνι στεκόταν σιωπηλή πίσω από τα παραθυρόφυλλα του ανακτόρου Iolani, βλέποντας την πόλη να παραδίνεται αργά στο δειλινό. Στους δρόμους, μικρές ομάδες ενόπλων Αμερικανών, ιδιοκτήτες φυτειών ζαχαροκάλαμου, έμποροι και απόγονοι προτεσταντών ιεραποστόλων, κινούνταν με νευρική αποφασιστικότητα. Στο λιμάνι, το αμερικανικό πολεμικό πλοίο USS Boston είχε αγκυροβολήσει, και ο διοικητής του, ναύαρχος John L. Stevens, είχε ήδη δώσει εντολή στους πεζοναύτες να αποβιβαστούν.

Η Λιλιουοκαλάνι δεν έτρεφε αυταπάτες για το τί επρόκειτο να διαδραματιστεί. Είχε ανέλθει στον θρόνο μόλις το 1891, διαδεχόμενη τον αδελφό της, Καλακάουα, και είχε αγωνιστεί για την αποκατάσταση της μοναρχίας που είχε αλωθεί από την ισχύ της αμερικανικής οικονομικής διείσδυσης. Το 1887, υπό την άμεση απειλή ενόπλων εποίκων, ο Καλακάουα είχε εξαναγκασθεί να υπογράψει το αποκαλούμενο "Σύνταγμα της Ξιφολόγχης" - Bayonet Constitution, ένα καταστατικό κείμενο που περιόριζε δραστικά τις βασιλικές αρμοδιότητες, παρέχοντας δικαίωμα ψήφου αποκλειστικά στους οικονομικά ευκατάστατους, ευνοώντας κατ' ουσίαν τη λευκή ελίτ. Η Λιλιουοκαλάνι, ευγενική αλλά ανυποχώρητη, είχε δεσμευθεί να το καταργήσει, θεωρώντας το προϊόν εξαναγκασμού και εθνικής ταπείνωσης.

Στις 17 Ιανουαρίου 1893, η αποκαλούμενη "Επιτροπή Ασφαλείας", ένα σώμα δεκατριών Αμερικανών επιχειρηματιών, με επικεφαλής τον Sanford Dole, ανακήρυξε την ανατροπή της μοναρχίας και την εγκαθίδρυση "προσωρινής κυβέρνησης". Ο ναύαρχος Stevens αναγνώρισε αμέσως το νέο καθεστώς. Η βασίλισσα, αντιμέτωπη με τα όπλα των πεζοναυτών και τη βεβαιότητα ότι η αντίσταση θα οδηγούσε σε αιματοχυσία, παραδόθηκε χωρίς βία. Στη διαμαρτυρία της έγραψε: "Παραχωρώ την εξουσία μου στις υπέρτερες δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, με την ελπίδα ότι η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών θα αποκαταστήσει τη δικαιοσύνη".

Κατά τις επόμενες νύχτες, κλεισμένη στο ανάκτορο που δεν ήταν πιά δικό της, η Λιλιουοκαλάνι συνέθεσε το τραγούδι που θα έμενε στην ιστορία ως το πένθιμο άσμα της χαμένης της κυριαρχίας: το "Aloha 'Oe" - Αντίο σε Σένα. Άν και είχε επισήμως γραφεί έτη νωρίτερα ως ερωτικό τραγούδι, η λαϊκή μνήμη το υιοθέτησε ως συλλογικό μοιρολόι· έναν σπαρακτικό αποχαιρετισμό πρός μιά πατρίδα που χάθηκε από τον χάρτη μέσα σε μία μόλις νύχτα.

Η Λιλιουοκαλάνι, Η Καλλιεργημένη Βασίλισσα

Άν και οι υποστηρικτές της μοναρχίας ήταν έτοιμοι να αντιδράσουν με τα όπλα, η Λιλιουοκαλάνι αρνήθηκε να δώσει τη σχετική εντολή, προτίμώντας την παράδοση από το λουτρό αίματος. "Δεν θα χύσω χαβανέζικο αίμα για να σώσω το θρόνο μου", δήλωσε. Η απόφασή της αυτή θα της στοίχιζε το βασίλειο, αλλά θα της χάριζε την ιστορική αξιοπρέπεια.

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1895, όταν μιά αποτυχημένη ένοπλη απόπειρα αποκατάστασης της μοναρχίας κατεστάλη βίαια και ακολούθησαν συλλήψεις, η πρώην βασίλισσα κατηγορήθηκε για συνωμοσία. Παρά το γεγονός ότι δεν είχε πάρει μέρος, φυλακίσθηκε για εννέα μήνες εντός των άλλοτε βασιλικών της διαμερισμάτων, σε συνθήκες αυστηρής απομόνωσης. Εκεί, προκειμένου να διατηρήσει την πνευματική της εγρήγορση, μετέφρασε τη Γένεση στη χαβανέζικη γλώσσα και συνέθεσε ύμνους. Αφέθηκε ελεύθερη μόνον όταν υπέγραψε επισήμως την οριστική της παραίτηση από κάθε διεκδίκηση του θρόνου, μιά πράξη που, όπως θα έγραφε στα απομνημονεύματά της, ήταν "η σταύρωση της ψυχής μου".

Ο Sanford Dole, Ο Υιός Ιεραποστόλων που Έγινε Πρόεδρος

Αν η Λιλιουοκαλάνι ήταν η τραγική ηρωίδα, ο Sanford Ballard Dole ήταν η ενσάρκωση της αντίφασης. Γεννημένος το 1844 στη Χαβάη, τέκνο Αμερικανών προτεσταντών ιεραποστόλων, ο Dole γαλουχήθηκε με τις αρχές του ιεραποστολικού ήθους: προσήλωση στην έννοια του καθήκοντος και ακλόνητη πεποίθηση ότι ο δυτικός πολιτισμός όφειλε να εξαγνίσει και να "εκπολιτίσει" το γηγενές στοιχείο. Ο πατέρας του, Daniel Dole, αφιέρωσε τη ζωή του στον προσηλυτισμό των ιθαγενών· ο υιός, Sanford, σπούσασε νομικά και επέστρεψε στη Χαβάη με το όραμα να χτίσει μιά "αξιοπρεπή δημοκρατία".

Ο Dole και οι ομοϊδεάτες του, σχεδόν όλοι απόγονοι ιεραποστόλων ή λευκοί έποικοι δεύτερης γενιάς, είχαν ήδη συγκεντρώσει στα χέρια τους τεράστιες γεωργικές εκτάσεις, μετατρέποντας τη Χαβάη σε εμπορική αυτοκρατορία. Και η μοναρχία, με τις παρωχημένες και αυθαίρετες αξιώσεις της, στεκόταν εμπόδιο στην πλήρη ενσωμάτωση των νησιών στην αμερικανική οικονομική σφαίρα.

Όταν, το 1887, η πολιτική φατρία του Sanford Dole εξανάγκασε τον βασιλέα Καλακάουα να υπογράψει το περιώνυμο "Σύνταγμα της Ξιφολόγχης", ο ίδιος το εξέλαβε ως θρίαμβο της συνταγματικής τάξης και ως επιβεβαίωση του οράματός του περί "δημοκρατικής αναμόρφωσης". Λίγα χρόνια αργότερα, το 1893, με την ανατροπή της Λιλιουοκαλάνι και την κατάλυση της μοναρχίας, ο Dole ανακηρύχθηκε πρόεδρος της νεοσύστατης "Δημοκρατίας της Χαβάης".

Αργότερα, όταν η Χαβάη προσαρτήθηκε οριστικά στις ΗΠΑ το 1898, ο Dole έγινε ο πρώτος κυβερνήτης της. Απεβίωσε το 1926, περιβαλλόμενος από τιμές ως 'πατέρας του νέου καθεστώτος", ενώ για τους περισσότερους ιθαγενείς Χαβανέζους παρέμεινε ο άνδρας που έκλεψε το βασίλειο.

Ο Sanford Dole δεν υπήρξε καιροσκόπος ή δημαγωγός· φαίνεται πως πίστευε με ειλικρίνεια ότι υπηρετούσε το δημόσιο συμφέρον. Η αντίφασή του, ωστόσο, ήταν η ευρύτερη αντίφαση του τέλους του 19ου αιώνα, πώς δικαιολογείται η κατάργηση της αυτοδιάθεσης ενός λαού στο όνομα της "προόδου";

Η κληρονομιά του Dole παραμένει έως σήμερα αμφίσημη. Το όνομά του επιβίωσε ως εμπορική επωνυμία. Η Dole Food Company, που ιδρύθηκε από τον εξάδελφό του James Dole, εξελίχθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες πολυεθνικές επιχειρήσεις εξαγωγής ανανά παγκοσμίως. Το σήμα "Dole" που βλέπει κανείς σε κάθε σούπερ μάρκετ είναι ένα ίχνος της Χαβάης εκείνης της εποχής.

Το Δίλημμα του Cleveland

Όταν η είδηση της ανατροπής έφθασε στην Ουάσινγκτον, ο Πρόεδρος Grover Cleveland ένιωσε οργή και ντροπή. Ο ίδιος, γνωστός για την προσήλωσή του στη συνταγματική νομιμότητα και για τον σταθερό του σκεπτικισμό απέναντι στον επεκτατισμό, αντελήφθη αμέσως ότι όσα είχαν διαδραματιστεί στα νησιά συνιστούσαν κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου.

Ανταποκρινόμενος άμεσα, ο Cleveland ανέθεσε στον James Henderson Blount, πρώην βουλευτή και γνωστό για τη νηφαλιότητά του, τη διενέργεια ανεξάρτητης έρευνας. Η Έκθεση Blount, που παραδόθηκε τον Ιούλιο του 1893, υπήρξε καταπέλτης: η ανατροπή της Λιλιουοκαλάνι ήταν προϊόν μιάς καλά ενορχηστρωμένης συνωμοσίας μεταξύ Αμερικανών εποίκων και του διπλωματικού και ναυτικού προσωπικού των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο ναύαρχος John L. Stevens είχε αυθαιρέτως παραβιάσει την αρχή της διεθνούς ουδετερότητας. Η "προσωρινή κυβέρνηση" δεν διέθετε καμμία απολύτως λαϊκή νομιμοποίηση· η εκθρόνιση της βασίλισσας ήταν αποτέλεσμα επέμβασης εξωγενών συμφερόντων.

Στις 18 Δεκεμβρίου 1893, ο Πρόεδρος Grover Cleveland κατέθεσε ενώπιον του Κογκρέσου ένα προεδρικό μήνυμα που συγκαταλέγεται, δικαίως, μεταξύ των πλέον εμβληματικών τεκμηρίων ηθικής ακεραιότητας στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών:

"Μέσω των ενεργειών των εκπροσώπων μας, οι Ηνωμένες Πολιτείες παραβίασαν την κυριαρχία ενός φίλιου και ανεξάρτητου έθνους. Η νόμιμη κυβέρνηση της Χαβάης ανατράπηκε με τη συνδρομή των ενόπλων δυνάμεών μας. Ο σεβασμός πρός την τιμή και τη δικαιοσύνη μας υπαγορεύει την υποχρέωση να αποκαταστήσουμε, όσο αυτό καθίσταται εφικτό, την κατάσταση πραγμάτων που ίσχυε πρίν από αυτή την παράνομη πράξη".

Ήταν μιά αναπάντεχη ομολογία εθνικής ενοχής. Ο ανώτατος άρχων της ισχυρότερης δημοκρατίας της εποχής αναγνώριζε δημοσίως ότι το κράτος του είχε συμπράξει σε πολιτική εκτροπή και αξίωνε την ηθική επανόρθωση. Εντέλλεται η αποστολή απεσταλμένου στη Χαβάη με ρητή εντολή να διαπραγματευθεί την αποκατάσταση της μοναρχίας και τη θεσμική αποκατάσταση της Λιλιουοκαλάνι.

Ωστόσο, η ηθική αποφασιστικότητα του Cleveland προσέκρουσε στην πολιτική πραγματικότητα. Οι έποικοι της Χαβάης αρνήθηκαν μετά βδελυγμίας να εκχωρήσουν την εξουσία. Το Κογκρέσο, επηρεασμένο από οικονομικούς παράγοντες, απαξίωσε την προεδρική έκκληση. Η δημοκρατία έκλεισε τ' αυτιά στη δικαιοσύνη. Ο Cleveland, άν και Πρόεδρος, αποδείχθηκε ανίσχυρος να επιβάλει την νομιμότητα.

Ως τη λήξη της προεδρικής του θητείας, το 1897, η Χαβάη παρέμενε υπό τον πλήρη έλεγχο των αποίκων. Και όταν ο διάδοχός του, William McKinley, ανέλαβε τα ηνία τον Μάρτιο του ιδίου έτους, το πολιτικό κλίμα είχε αλλάξει. Τον Ιούλιο του 1898, σε μιά απλή ψηφοφορία του Κογκρέσου, χωρίς συνταγματική αλλαγή και χωρίς δημοψήφισμα στη Χαβάη, το αρχιπέλαγος προσαρτήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η επιστολή του Cleveland έμεινε στα αρχεία ως μιά ενοχλητική υπόμνηση: υπήρξε μιά στιγμή που η Αμερική μπορούσε να επιλέξει τη δικαιοσύνη αντί της ισχύος και, δεν το έκανε.

...

Η προσάρτηση της Χαβάης αποτέλεσε καθοριστικό σταθμό για τη θαλάσσια προβολή ισχύος των Ηνωμένων Πολιτειών, την οποία ο Alfred Thayer Mahan, θεμελιωτής της αμερικανικής ναυτικής στρατηγικής, είχε προβλέψει και εισηγηθεί. Έναν αιώνα αργότερα, η αναθέρμανση της ιδέας της επικυριαρχίας πέραν των παραδοσιακών συνόρων, με πιό πρόσφατο παράδειγμα την πρόταση του Προέδρου Τράμπ περί εξαγοράς ή προσάρτησης της Γροιλανδίας, σηματοδοτεί την αναβίωση ενός αρχέγονου στρατηγικού ενστίκτου που ανάγει τη ναυτική ισχύ σε θεμέλιο της γεωπολιτικής ισχύος.

Η Γροιλανδία, μία παγωμένη και αραιοκατοικημένη νήσος, έχει πάψει να προσλαμβάνεται πλέον ως λευκή κηλίδα του παγκόσμιου χάρτη, αλλά ως προωθημένος κόμβος του υπό διαμόρφωση αρκτικού θεάτρου, όπου αναφύονται νέες εντάσεις και ενεργειακά συμφέροντα. Αντιστοίχως, η Χαβάη, στα μάτια του Mahan, ήταν το κατεξοχήν σύμβολο του εξωστρεφούς μέλλοντος: ένας άξονας μέσω του οποίου το νεαρό αμερικανικό κράτος μετεξελισσόταν από ενδοχώρα σε θαλασσοκράτειρα δύναμη. Όπως η αγορά της Louisiana το 1803 διπλασίασε το αμερικανικό έδαφος, άν και οι παραχωρηθείσες εκτάσεις δεν ανήκαν κυριαρχικά στον Ναπολέοντα, αλλά σε αυτόχθονες πληθυσμούς που ουδέποτε ερωτήθησαν και όπως η αγορά της Αλάσκας το 1867, αρχικώς απαξιωμένη ως "η ανοησία του Seward", κατέληξε να θεωρείται ορόσημο στρατηγικής διορατικότητας, έτσι και η προσάρτηση της Χαβάης συνιστούσε, μάλλον, τη στρατηγική μετάβαση του αμερικανικού έθνους από την ενδοχώρα στο αρχιπέλαγος, εναρμονισμένη με τον μεσσιανικό μύθο του Manifest Destiny και, το αφήγημα του εθνικού πεπρωμένου.

Ο μύθος αυτός, ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν μοιραία προορισμένες να εκτείνουν την κυριαρχία τους από τις ακτές του Ατλαντικού μέχρι τον Ειρηνικό, είχε ήδη αποκρυσταλλωθεί σε γεγονότα όπως η προσάρτηση του Τέξας, στον πόλεμο με το Μεξικό, και η εδαφική ενσωμάτωση της Καλιφόρνιας. Ο Mahan, όμως, τον επέκτεινε πέρα από την ήπειρο: στον ωκεανό. Κατά την άποψή του, η Αμερική δεν μπορούσε να παραμείνει ηπειρωτική δύναμη χωρίς να καταδικαστεί σε ιστορική στασιμότητα. Όπως η αρχαία Ρώμη δεν απέβη αυτοκρατορία όσο παρέμενε εντός των γεωγραφικών ορίων της ιταλικής χερσονήσου, αλλά μόνο όταν κυριάρχησε στη Μεσόγειο, έτσι και οι Ηνωμένες Πολιτείες έπρεπε να υπερβούν τα ηπειρωτικά τους όρια για να εδραιωθούν ως ναυτική υπερδύναμη.

Η αντιπαραβολή της Χαβάης και της Γροιλανδίας δεν εξαντλείται στο γεγονός ότι πρόκειται για νησιωτικά σύνορα. Το διακύβευμα είναι πολυπρισματικό: πώς ο προσδιορισμός της στρατηγικής σημασίας ενός γεωγραφικού χώρου εξαρτάται από το ιστορικό momentum, τον τύπο του αντιπάλου, τις διαθέσιμες τεχνολογίες, και κυρίως, το πολιτικό ήθος ενός έθνους.

Alfred Thayer Mahan, Ο Άνθρωπος Πίσω από τη Θεωρία

Η ανάδυση των Ηνωμένων Πολιτειών ως θαλασσοκρατορικής δυνάμεως στο μεταίχμιο του 20ού αιώνα στηρίχθηκε σε ένα ενιαίο στρατηγικό αφήγημα που συνδύαζε τη γεωγραφία με την ιστορία και τη ναυτική επιχειρησιακή ικανότητα με την αντίληψη που είχε το έθνος για τον εαυτό του. Ο άνθρωπος που συμπύκνωσε αυτήν τη γεωστρατηγική σύνθεση υπήρξε ο Alfred Thayer Mahan, αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, ιστορικός των ναυτικών συγκρούσεων, θεωρητικός της θαλάσσιας ισχύος και αρχιτέκτων μιάς στρατηγικής που επρόκειτο να διαμορφώσει τις παγκόσμιες ισορροπίες για δεκαετίες.

Κι όμως, το στρατηγικό του μεγαλείο δεν καλλιεργήθηκε εν πλώ. Παραδόξως, ο άνθρωπος που αναδείχθηκε σε πνευματικό πατέρα της αμερικανικής ναυτικής ισχύος υπήρξε, ως εν ενεργεία αξιωματικός, μάλλον ανεπαρκής και αμφιλεγόμενος. Γεννηθείς το 1840 στο West Point, όπου ο πατέρας του, Dennis Hart Mahan, δίδασκε μεθοδική στρατιωτική θεωρία και μηχανική στην ομώνυμη Ακαδημία, ο νεαρός Alfred ανδρώθηκε υπό τη βαριά κληρονομιά μιάς πατρικής φιγούρας που απαιτούσε αριστεία. Η σχέση του με τον πατέρα του ήταν πολύπλοκη: ο πατήρ υπήρξε αυστηρός στοχαστής· ο υιός αναζητούσε την επικύρωση διά της πράξεως. Όταν ο Mahan εισήχθη στη Ναυτική Ακαδημία του Annapolis το 1856, η τροχιά της ζωής του φαινόταν προδιαγεγραμμένη: ένας βίος καταξίωσης στο επιχειρησιακό πεδίο.

Ο Mahan μέν υπηρέτησε κατά τη διάρκεια του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου, πλήν όμως ουδέποτε διακρίθηκε για ηρωισμό εν πολέμω. Ως κυβερνήτης ναυτικών μονάδων στα μεταγενέστερα έτη, θεωρείτο επαρκής πλήν όχι χαρισματικός, ένας αξιωματικός συχνά εστιασμένος περισσότερο στη θεωρία παρά στην ενεργό επιχειρησιακή αριστεία. Η ιδιοσυγκρασία του, επιφυλακτικός, νευρικός, ενίοτε αμήχανος στην καθημερινή διαχείριση του προσωπικού, τον καθιστούσε σεβαστό αλλά όχι αξιοθαύμαστο στους ομοτίμους του. Η ενδόμυχη ανασφάλειά του, η αίσθηση μιάς αέναης υστέρησης απέναντι στο αυστηρό πατρικό πρότυπο τον ώθησε σε έναν εσωτερικό διχασμό: άν δεν μπορούσε να είναι πρωταγωνιστής στο πεδίο, θα γινόταν θεωρητικός της ιδέας· άν όχι ήρωας, τότε προφήτης.

Το 1884, ο Mahan ανέλαβε καθηγητής στο νεοσύστατο Naval War College στο Newport. Εκεί, απελευθερωμένος από τις απαιτήσεις του καταστρώματος, βρήκε το στοιχείο του: τη συγγραφή. Σε μιά σειρά διαλέξεων που κατέγραψε και επεξεργάστηκε επιμελώς, γεννήθηκε το μνημειώδες έργο του "The Influence of Sea Power upon History, 1660 - 1783" - 1890. Το βιβλίο υπήρξε η επιτομή της στρατηγικής φιλοσοφίας, μιά αποκάλυψη με θεωρητική και πολιτική απήχηση. Ο Mahan διετύπωσε με εξαιρετική διαύγεια το αξίωμα ότι η ναυτική ισχύς δεν αποτελεί απλώς επιμέρους εργαλείο πολεμικής επιβολής, αλλά το κατεξοχήν μέσο μέσω του οποίου ένα έθνος μπορεί να εξασφαλίσει οικονομική άνθηση, πολιτική επιρροή και ιστορική διάρκεια.

Βασισμένος σε συγκριτικές αναγνώσεις της ναυτικής ιστορίας της Βρετανίας, της Ισπανίας και της Ολλανδίας, ο Mahan μεταβόλισε το ιστορικό υλικό σε στρατηγικό δόγμα.

Η Θεωρία της Θαλάσσιας Ισχύος

Η θεμελιώδης αυτή αντιπαράθεση ανάμεσα στη θαλάσσια και τη χερσαία ισχύ, επανεμφανίζεται, αιώνες αργότερα, στην Αρκτική, όπου οι δύο μεγάλες στρατηγικές κοσμοαντιλήψεις συναντώνται.

Η παγκόσμια ιστορία δύναται να αναγνωσθεί ως μιά μακρά διαλεκτική ανάμεσα σε χερσαίους και θαλασσίους πολιτισμούς: η Ρώμη αντιπαρατιθέμενη πρός την Καρχηδόνα, η Ρωσία έναντι της Βρετανίας. Η Γροιλανδία, σε αυτό το πλαίσιο, είναι το σημείο όπου η διάκριση καταρρέει.

Ο Mahan ασφαλώς δεν υπήρξε ο πρώτος στοχαστής που συνέδεσε την εθνική επιβίωση με την κυριαρχία επί της θάλασσας. Προηγήθηκαν, μεταξύ άλλων, ο Βρετανός Sir Julian Corbett και η πραγματιστική ναυτοσύνη του ολλανδικού εμπορικού ρεαλισμού του 17ου αιώνα. Εκείνο, όμως, που διαφοροποιεί τον Mahan δεν είναι η καινοτομία του περιεχομένου, αλλά η ικανότητά του να υφάνει τη στρατηγική με την ιδεολογία και να επενδύσει τη ναυτική ισχύ με μία αύρα ιστορικού πεπρωμένου. Στο έργο του, η θάλασσα είναι η σκηνή πάνω στην οποία δοκιμάζεται η ευρωστία ενός έθνους. Η ναυτική κυριαρχία είναι η απόδειξη της ιστορικής ωριμότητας ενός λαού και της συλλογικής βούλησης προς εξωστρέφεια.

Η ρητορική του Mahan εμφορείται ενίοτε από τις παραδοχές του κοινωνικού δαρβινισμού της εποχής του, όπως αυτές διατυπώθηκαν από τον Herbert Spencer: τα έθνη που δεν επεκτείνονται, φθίνουν. Συγχρόνως, η επίδραση της περίφημης "θεωρίας της μεθορίου" - frontier thesis, του ιστορικού Frederick Jackson Turner, είναι διάχυτη: η ιδιοσυστασία του αμερικανικού χαρακτήρα σφυρηλατήθηκε εντός του διαρκώς μετακινούμενου δυτικού ορίου. Τί συμβαίνει, όμως, όταν η ηπειρωτική μεθόριος τελειώνει; Ο Turner διαβλέπει τον κίνδυνο στασιμότητας· ο Mahan αντιπροτείνει: η μεθόριος μετεγκαθίσταται στον ωκεανό.

Και όμως, η κυρίαρχη σταθερά στο έργο του Mahan δεν είναι η επιθετικότητα, αλλά η επιμελής οικοδόμηση στρατηγικής ταυτότητας με ιστορική και θεσμική διάρκεια. Ο Mahan δεν φαντάζεται την Αμερική ως επεκτατικό θηρευτή· την οραματίζεται ως δύναμη σταθεροποιητική και εδραία στον ρόλο της ως θεματοφύλακα της ελευθερίας των θαλασσών.

Η επιχειρηματολογία του υπέρ της ανάγκης εγκαθίδρυσης ναυτικών βάσεων και δη προκεχωρημένων φυλακίων στην καρδιά των θαλάσσιων διαδρόμων, αποκαλύπτει την πίστη του σε μιά αντίληψη ισχύος που προϋποθέτει φυσική εγκατάσταση και σταθερή επιτήρηση. Η θαλάσσια ισχύς κατά τον Mahan, δεν επαρκεί να υπάρχει ως εν δυνάμει· πρέπει να είναι παρούσα, οργανωμένη, προβλέψιμη, και πολιτικά ανθεκτική. Η περίπτωση της Χαβάης, το 1893, συνιστά υπόδειγμα αυτής της λογικής: απομονωμένη αλλά κομβική, ευλογημένη με φυσικούς λιμένες και προορισμένη να λειτουργήσει ως σπονδυλική στήλη της αμερικανικής γεωστρατηγικής στον Ειρηνικό.

Η Επιρροή στην Ευρώπη, Ο Alfred von Tirpitz και το Lebensraum

Η επιρροή του Alfred Thayer Mahan δεν περιορίστηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες· απεναντίας, το έργο του μεταφράστηκε σε πλήθος γλωσσών και αναγνώστηκε με εσχατολογικό δέος από ναυάρχους, γεωπολιτικούς θεωρητικούς και πολιτικούς ταγούς ανά την υδρόγειο. Ιδιαίτερη απήχηση γνώρισε στη Γερμανία, όπου ο ναύαρχος Alfred von Tirpitz, ο αρχιτέκτων του γερμανικού ναυτικού επεκτατισμού κατά τη βασιλεία του Κάιζερ Βίλχελμ Β', αναγνώριζε στο πρόσωπο του Mahan έναν Geistiger Lehrer, τον πνευματικό του καθοδηγητή. Εμπνεόμενος από τις αρχές της θαλάσσιας ισχύος, ο Tirpitz επιχείρησε να μετατρέψει τη Γερμανία από ηπειρωτική δύναμη σε παγκόσμιο ναυτικό παίκτη, δρομολογώντας την αγγλογερμανική ναυτική κούρσα εξοπλισμών, η οποία θα οδηγούσε στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η υιοθέτηση των θέσεων του Mahan συνδέθηκε, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, με την έννοια του Lebensraum, του "ζωτικού χώρου" που χρειάζεται ένα έθνος για να επεκταθεί και να ευημερήσει. Άν και η έννοια αυτή θα αποκτήσει δυσώδη φήμη υπό τον Ναζισμό, οι απαρχές της εντοπίζονται στο προγενέστερο ιδεώδες του εδαφικού πεπρωμένου των ισχυρών κρατών. Ο Mahan ουδέποτε χρησιμοποίησε ρητώς τον όρο· ωστόσο, η λογική του κινείται στην ίδια κατεύθυνση: για να εκπληρώσει την ιστορική της αποστολή, η ανερχόμενη Αμερική δεν αρκεί να οχυρωθεί εντός της ηπειρωτικής επικράτειας· χρειάζεται θαλάσσιο Lebensraum, βάσεις, λιμένες, γεωστρατηγικούς κόμβους.

Δεν είναι διόλου συμπτωματικό ότι ο Mahan επανέρχεται, τέσσερα έτη μετά την αρχική του παρέμβαση στις σελίδες των New York Times, με ένα πλήρες άρθρο στο Forum, το 1897, υπό τον εύγλωττο τίτλο Hawaii and Our Future Sea Power, στο οποίο υποστηρίζει ότι ο Ειρηνικός θα καταστεί η αρένα της επόμενης παγκόσμιας αντιπαράθεσης, και η Χαβάη θα είναι το σκαλοπάτι.

Η επίκληση της θεωρίας του Mahan στο σημερινό γεωπολιτικό πλαίσιο της Γροιλανδίας, λειτουργεί ως παραβολικός καθρέφτης, στον οποίο μπορούμε να αναγνώσουμε τις δυνάμει ολέθριες συνέπειες της αυθαίρετης άσκησης ισχύος. Το κόστος της επέκτασης, πολιτικό, θεσμικό, ηθικό, δεν είναι ποτέ αφηρημένο· είναι διαρκές, πολυεπίπεδο και επιστρέφει, εν είδει αντεστραμμένου καθρέφτη, σε εκείνον που ασκεί την εξουσία.

Στρατηγική Αναγκαιότητα

Πέραν της πασιφανούς ηθικής της φόρτισης, η ενσωμάτωση του αρχιπελάγους υπήρξε το επισφράγισμα μιάς στρατηγικής, στην οποία συνέκλιναν αμοιβαίως ενισχυτικοί παράγοντες: τα εμπορικά συμφέροντα, η ανάγκη για σταθερές δομές ανεφοδιασμού και η εμπεδωμένη πεποίθηση ότι η θαλάσσια παρουσία αποτελεί το sine qua non της διεθνούς επιρροής. Ο Alfred Thayer Mahan, στην προγραμματική του συνηγορία υπέρ της προσάρτησης, στάθηκε ο στρατηγικός νούς ενός ναυτικού πεπρωμένου, το οποίο βρήκε την απτή του πραγμάτωση στον Ειρηνικό.

Η κεντρική του θέση ήταν σαφής: η Χαβάη δεν είναι προαιρετική· είναι αναγκαία. Αυτό το αξίωμα δεν ερείδεται σε κάποια μανία ιμπεριαλισμού, αλλά στην ψυχρή ανάλυση της εμπορικής γεωγραφίας και των τεχνικών περιορισμών της εποχής. Το ενδεχόμενο δημιουργίας ενός διαύλου στην Κεντρική Αμερική, με τις ανταγωνιστικές προτάσεις της Νικαράγουας και του Παναμά ακόμη υπό διαπραγμάτευση, καθιστούσε τον Ειρηνικό Ωκεανό νευραλγικό άξονα μετακίνησης τόσο για τον εμπορικό στόλο όσο και για το πολεμικό ναυτικό. Τα πλοία της εποχής, εξαρτημένα από τον άνθρακα και ευάλωτα χωρίς σταθμούς ανεφοδιασμού, θα χρειάζονταν μιά ασφαλή, φίλια βάση ακριβώς στη μέση της διαδρομής και η Χαβάη, από άποψη γεωγραφικής θέσης, ήταν απολύτως ιδανική.

Η στρατηγική αυτή θέση που ο Mahan ονόμασε "situation", μία εκ των τριών θεμελιωδών παραμέτρων για την αξιολόγηση της γεωπολιτικής αξίας μιάς ναυτικής βάσης, μαζί με τη δύναμη -strength, και τους πόρους -resources, καθιστούσε τη Χαβάη αναντικατάστατη στο πλαίσιο του αμερικανικού ναυτικού σχεδιασμού. Οι θαλάσσιοι διάδρομοι από το κανάλι πρός την Κίνα, την Ιαπωνία και την Αυστραλία διέρχονταν σχεδόν αναγκαστικά πλησίον του αρχιπελάγους. Ο Mahan σημειώνει εμφατικά ότι δεν υπάρχει εναλλακτικό λιμάνι στον Ανατολικό Ειρηνικό που να προσφέρει ανάλογη κάλυψη και βάθος. Το γεωγραφικό κενό καθιστούσε τη Χαβάη μονοπώλιο· ένα φυσικό μονοπώλιο στρατηγικής επιρροής.

Η Εμπορική Διάσταση

Η εμπορική διάσταση δεν υπολειπόταν σε σημασία· αντιθέτως, αποτελούσε οργανικό σκέλος της στρατηγικής σκέψης του Mahan. Για τον ίδιο, η ναυτική κυριαρχία ήταν ο μηχανισμός εγγύησης των θαλάσσιων εμπορικών ροών. Το πολεμικό ναυτικό διασφαλίζει τη ροή των συναλλαγών· οι εμπορικές ροές τροφοδοτούν την οικονομική ευρωστία· και η οικονομία, με τη σειρά της, καθιστά δυνατή τη χρηματοδότηση και την αναβάθμιση του στόλου, ένας αυτοτροφοδοτούμενος μηχανισμός ισχύος και επιβίωσης. Υπό αυτό το πρίσμα, η Χαβάη είναι ο αναγκαίος ενδιάμεσος κρίκος, που καθιστά λειτουργικό το όλο ναυτικό σύστημα ισχύος.

Πλήν όμως, ο Mahan γνώριζε ότι τα τεχνικά επιχειρήματα όσο στιβαρά κι άν ήταν, δεν επαρκούσαν για την ευρύτερη νομιμοποίηση της προσάρτησης. Έτσι, επιστράτευσε και μιά σειρά ιδεολογικών παραμέτρων, οι οποίες, χωρίς να διατυπώνονται ρητά, διαπερνούν τη στρατηγική του. Η επέκταση της Αμερικής πέρα από τα ηπειρωτικά της όρια δεν εμφανίζεται ως κατάκτηση, αλλά ως "εξαγωγή" της ηθικής της υπεροχής, του φιλελεύθερου συνταγματισμού και της πολιτισμικής της αποστολής.

Εάν η Χαβάη διέφευγε της αμερικανικής επιρροής, προειδοποιούσε ο Mahan, υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να περιέλθει είτε υπό τον έλεγχο της βρετανικής αυτοκρατορίας είτε στη σφαίρα επιρροής μιας ανερχόμενης Ασίας. Η δυνητική επικυριαρχία της Κίνας, ήδη παρούσας στο αρχιπέλαγος μέσω του διαρκώς αυξανόμενου κινεζικού πληθυσμού, προσλαμβάνεται από τον Mahan ως απειλή.

Το σενάριο αυτό δεν βασιζόταν σε στρατιωτικές αναλύσεις, αλλά σε δημογραφικές υποθέσεις: ότι δηλαδή η αριθμητική υπεροχή δύναται να μετασχηματιστεί, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, σε στρατηγική απειλή. Ο φόβος ότι το στρατηγικό αρχιπέλαγος θα αποτελούσε προγεφύρωμα μιας εχθρικής παρουσίας στον Ειρηνικό καθιστούσε την αμερικανική προσάρτηση αμυντική πράξη.

Στο σημείο αυτό, η ρητορική του Mahan αγγίζει το ιδεολογικό της crescendo. Η Αμερική, υποστηρίζει, δεν μπορεί να περιχαρακωθεί πίσω από τα ηπειρωτικά της σύνορα· ο εφησυχασμός ισοδυναμεί με παρακμή. Μεταξύ των αλληγοριών που χρησιμοποιεί είναι και η συγκριτική θρησκειολογική παρατήρηση ότι οι θρησκείες που αποκηρύσσουν τον προσηλυτισμό είναι καταδικασμένες σε μαρασμό· εξού και το ρητορικό ερώτημα: "μήπως το ίδιο ισχύει και για τα έθνη;". Η αυτοπεριοριζόμενη ισχύς, φαντάζει στον Mahan ως προοίμιο αφανισμού.

Εντούτοις, ο Mahan υποστήριζε ότι η ναυτική υπεροχή πρέπει να είναι τοπική, όχι καθολική. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν χρειάζονταν έναν στόλο μεγαλύτερο από τον βρετανικό· αρκούσε ένας στόλος αρκετά ισχυρός για να κυριαρχεί εκεί που διακυβεύεται το αμερικανικό συμφέρον, στην Καραϊβική, στην είσοδο του ισθμού και, στον Ανατολικό Ειρηνικό.

7η Δεκεμβρίου 1941, Η Προφητεία Εκπληρώνεται

Καθώς παρήλθαν σαράντα τρία έτη, η στρατηγική προφητεία του Alfred Thayer επαληθεύθηκε με τον πλέον οδυνηρό και αποκαλυπτικό τρόπο.

Ήταν πρωινό Κυριακής, 7 Δεκεμβρίου 1941. Στο Πέρλ Χάρμπορ, τον ναύσταθμο που ο Mahan είχε εντοπίσει ως το κλειδί για τον Ειρηνικό, ο αμερικανικός στόλος του Ειρηνικού ήταν αγκυροβολημένος σε σειρές. Στις 07:48 π.μ., τα πρώτα ιαπωνικά αεροσκάφη εμφανίστηκαν στον ουρανό. Εντός δύο ωρών, διακόσια πενήντα τρία σμήνη σε δύο διαδοχικά κύματα επιθέσεων βομβάρδισαν τον ναύσταθμο: θωρηκτά, αντιτορπιλικά, βάσεις και αεροδρόμια παραδόθηκαν στις φλόγες. Οκτώ θωρηκτά εβυθίσθησαν ή επλήγησαν ανεπανόρθωτα. Πέραν των 2.400 Αμερικανών υπέκυψαν. Η στρατηγική σημασία της Χαβάης επιβεβαιώθηκε· ο ίδιος ο εχθρός την υπέδειξε ως στόχο πρώτης προτεραιότητας.

Και όμως, το Πέρλ Χάρμπορ, εκτός από εθνική τραγωδία, υπήρξε ταυτοχρόνως και τεκμήριο. Εάν η Χαβάη δεν είχε ενσωματωθεί στην αμερικανική επικράτεια, η ισορροπία δυνάμεων στον Ειρηνικό θα είχε ανεπιστρεπτί διασαλευθεί υπέρ της Ιαπωνίας. Η αμερικανική αντεπίθεση που οδήγησε στη νίκη το 1945, εκκίνησε από τη Χαβάη. Το νησί που ο Mahan είχε ονομάσει "σπονδυλική στήλη" του θαλάσσιου συστήματος ισχύος, αποδείχθηκε ακριβώς αυτό: ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστράφηκε ο πόλεμος του Ειρηνικού.

Το ερώτημα που τίθεται σήμερα, εντός διαφορετικού γεωιστορικού πλαισίου, είναι κατά πόσον η Γροιλανδία ή, ακριβέστερα, η προσάρτησή της, μπορεί να ενταχθεί εντός της ίδιας στρατηγικής λογικής, χωρίς να εκτραπεί σε παλινδρόμηση πρός νεοαποικιακά σχήματα.

Η Γροιλανδία στον 21ο Αιώνα

Και όμως, η Γροιλανδία δεν είναι, ούτε μπορεί να εξομοιωθεί, με τη Χαβάη· ούτε ως πρός το πολιτειακό της καθεστώς, ούτε υπό το πρίσμα της διεθνούς νομιμότητας, ούτε εν τέλει εντός του ιστορικού της συγκείμενου. Η Χαβάη των ετών 1890 - 1898 υπήρξε βασίλειο ευρισκόμενο σε κατάσταση πολιτικής κρίσης, υπονομευμένο εκ των ένδον από μιά ανατροπή καθοδηγούμενη από αμερικανικά συμφέροντα· αντιθέτως, η Γροιλανδία είναι αυτόνομη οντότητα εντός του Βασιλείου της Δανίας, η οποία έχει επισήμως απορρίψει οποιαδήποτε πρόταση παραίτησης από την κυριαρχία της. Η στρατηγική του Mahan κινήθηκε, ούτως ειπείν, εντός ενός ρευστού τοπίου, όπου η μεταβολή του status quo υπήρξε δυνατή, έστω και με ηθικά επιλήψιμους όρους. Αντιθέτως, η πρόταση Τράμπ για την "αγορά" της Γροιλανδίας θα συνιστούσε κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαιικού πλαισίου και επικίνδυνο πλήγμα στη συνοχή του ΝΑΤΟ.

Αναμφισβήτητα, η στρατηγική σημασία της Γροιλανδίας καθίσταται ολοένα και προφανέστερη. Εντός του ορίζοντα των επόμενων δεκαετιών, η Αρκτική αναμένεται να αναδειχθεί σε κρίσιμο γεωοικονομικό διάδρομο, με το ενδιαφέρον της Κίνας και της Ρωσίας, να μετατοπίζει την παγκόσμια ισορροπία. Η αμερικανική παρουσία στην περιοχή, συνεπώς, δεν είναι πολυτέλεια, αλλά στρατηγικό προαπαιτούμενο. Πλήν όμως, η εξίσωση της γεωπολιτικής σημασίας με την αναγκαιότητα προσάρτησης συνιστά σύγχυση μέσων και, σκοπών.

Η Γροιλανδία είναι απείρως χρησιμότερη ως στρατηγικός σύμμαχος παρά ως αντικείμενο "εδαφικής ενσωμάτωσης". Η ιδέα της προσάρτησης εγκυμονεί τον κίνδυνο διαρραγής της εικόνας των Ηνωμένων Πολιτειών ως υπεύθυνης γεωπολιτικής δύναμης σε μιά εποχή όπου η ισχύς δεν μετράται μόνο σε βάσεις και πλοία, αλλά και σε θεσμική αξιοπιστία και ικανότητα συντονισμένης επιρροής.

Το ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: μπορεί η Γροιλανδία να λειτουργήσει ως στρατηγικός προμαχώνας των ΗΠΑ χωρίς να διακυβευθεί η τάξη πραγμάτων που προσδίδει στην ισχύ του Δυτικού κόσμου την ηθική της διάσταση; Είναι εφικτή μιά σύγχρονη γεωστρατηγική θαλασσίων ζωνών, ικανή να συνδυάσει την αποτρεπτική ισχύ με την τήρηση της κυριαρχικής ακεραιότητας των μικρών ή περιφερειακών δρώντων;

Αυτά τα ερωτήματα οδηγούν αναπόφευκτα στη συγκριτική ανάλυση. Τι κοινό και τι ανόμοιο ενώνει τη Χαβάη του Mahan με τη Γροιλανδία του 21ου αιώνα;

Συγκρίσεις και Αναλογίες

Εάν κανείς ενδώσει στη σαγήνη των επιφανειακών αντιστοιχιών, νησιωτικός χαρακτήρας, στρατηγική θέση, μικρός πληθυσμός, κινδυνεύει να εγκολπωθεί αναχρονιστικά πρότυπα, τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα της σημερινής διεθνούς τάξης. Άν, αντιθέτως, εμβαθύνει στη διαλεκτική ομοιοτήτων και διαφορών, θα μπορέσει να συλλάβει τον τρόπο με τον οποίο η έννοια του "στρατηγικού νησιού" έχει αλλάξει από προέκταση επεκτατικών προθέσεων σε μέτρο του βαθμού θεσμικής εγκράτειας και δημοκρατικής ευθυκρισίας μιάς ώριμης δύναμης.

Η Χαβάη κατείχε εξέχουσα γεωστρατηγική θέση εντός των θαλασσίων διαύλων του Ειρηνικού: δεσπόζουσα χωροθέτηση, ικανότητα ενίσχυσης του φυσικού της λιμένα με ναυτική υποδομή υψηλής κλίμακας, καθώς και επάρκεια σε κρίσιμους πόρους ανεφοδιασμού. Ο ίδιος ο Mahan ανεγνώριζε την απουσία εναλλακτικής· καμμία άλλη τοποθεσία δεν ενσωμάτωνε με τέτοια πληρότητα τα απαιτούμενα στρατηγικά και επιχειρησιακά γνωρίσματα.

Στη Γροιλανδία, τηρουμένων των αναλογιών, θα μπορούσε να διακρίνει κανείς ένα παραπλήσιο "στρατηγικό νησί", έστω και εντός μιάς κλίμακας ασύγκριτα διευρυμένης. Η γεωγραφική της θέση στην Αρκτική, η εγγύτητα πρός τις ρωσικές υποδομές στην Τσουκότκα και τη Θάλασσα του Μπαρέντς, καθώς και η γειτνίαση με τον Βόρειο Ατλαντικό και το FIR της Ισλανδίας, καθιστούν τη Γροιλανδία στρατηγικά αναντικατάστατη στον βόρειο γεωπολιτικό θόλο.

Οι Θεμελιώδεις Ασυμμετρίες

Ωστόσο, οι αναλογίες τελειώνουν εκεί που αρχίζουν οι θεμελιώδεις ασυμμετρίες. Η Χαβάη του Mahan ήταν, άν και επισήμως ανεξάρτητο βασίλειο, de facto πεδίο επιρροής αμερικανικών οικονομικών συμφερόντων. Η ανατροπή της βασίλισσας Λιλιουοκαλάνι, η εγκαθίδρυση "επαναστατικής" κυβέρνησης και η αναγνώρισή της από τις ΗΠΑ αποτελούσαν εσωτερική ανατροπή, την οποία ο Mahan εκλάμβανε ως πρόσφορο ιστορικό momentum για τη θεσμική παγίωση της στρατηγικής κυριαρχίας των ΗΠΑ. Την εποχή εκείνη, η έννοια της εθνικής κυριαρχίας παρέμενε ασαφής και εν πολλοίς ερμηνευτικά ευμετάβλητη, ενώ το διεθνές δίκαιο τελούσε υπό τις πιέσεις του αποικιακού εθιμικού.

Εντελώς διαφορετικό είναι το θεσμικό και ιστορικο-πολιτικό πλαίσιο της Γροιλανδίας. Πρόκειται για διεθνώς αναγνωρισμένη αυτόνομη επικράτεια εντός του Βασιλείου της Δανίας, με κατοχυρωμένη κυριαρχία και ρητή άρνηση οιασδήποτε ιδέας εδαφικής παραίτησης. Οιαδήποτε απόπειρα αλλοίωσης του status quo προσκρούει όχι μόνον στην πολιτική βούληση του τοπικού πληθυσμού, αλλά και στο εμπεδωμένο νομικό και θεσμικό οπλοστάσιο της διεθνούς έννομης τάξης. Η πρόταση Τράμπ, ακόμη και άν εκληφθεί ως διαπραγματευτικό τακτικιστικό τέχνασμα, αφενός συγχέει την αδιαπραγμάτευτη έννοια της κυριαρχίας με εμπορεύσιμα αγαθά, αφετέρου, παραγνωρίζει την πολιτισμική και πολιτική αυτεπίγνωση ενός λαού ο οποίος διεκδικεί την υπόστασή του εντός πλαισίου ισοτιμίας.

Συγκριτικά Παραδείγματα από την Ιστορία

Τα Νησιά Falklands

Το 1982, υπό το αυταρχικό καθεστώς της στρατιωτικής χούντας του στρατηγού Leopoldo Galtieri, η Αργεντινή επιχείρησε την ανακατάληψη των νήσων Falkland, τα οποία αποτελούσαν βρετανική κτήση από το 1833 και που η Αργεντινή διεκδικούσε ως δική της. Η εισβολή της 2ας Απριλίου έλαβε χώρα σε μιά στιγμή εσωτερικής πολιτικής κρίσης: η χούντα ήλπιζε ότι μιά γρήγορη νίκη θα αποκαθιστούσε το κύρος της.

Η αντίδραση του Ηνωμένου Βασιλείου υπήρξε άμεση, αποφασιστική και αδιαπραγμάτευτη. Η πρωθυπουργός Μάργκαρετ Θάτσερ διέταξε την ανάπτυξη ναυτικής δύναμης και σώματος 28.000 στρατιωτών, καλύπτοντας απόσταση άνω των 13.000 χιλιομέτρων. Έπειτα από δίμηνη ένοπλη αναμέτρηση, σφοδρές μάχες και βαρύτατο φόρο αίματος, η Αργεντινή υπέγραψε την άνευ όρων παράδοσή της. Το πολιτικό τίμημα για το στρατιωτικό καθεστώς υπήρξε κατακλυσμιαίο: εντός ενός έτους, η χούντα είχε καταρρεύσει.

Η υπόθεση των Falklands προσφέρει ένα νηφάλιο και διδακτικό παράδειγμα για το τί επέρχεται όταν ένα κράτος επιχειρεί να ανατρέψει το διεθνές status quo διά της βίας. Η Αργεντινή διέθετε μέν νομική αξίωση, αλλά όχι την ισχύ για την επιβολή της· η Βρετανία διέθετε όχι μόνο την στρατιωτική υπεροχή, αλλά και την νομιμότητα της μακροχρόνιας κυριαρχίας στις νήσους. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν διπλά επιζήμιο για την Αργεντινή: απώλεσε τόσο τις νήσους όσο και, το ηθικό έρεισμα του αιτήματός της.

Κριμαία, Η Προσάρτηση και οι Συνέπειές της

Το 2014, η Ρωσία προέβη στην προσάρτηση της Κριμαίας, επικαλούμενη την έκβαση ενός ιδιαιτέρως αμφιλεγόμενου δημοψηφίσματος, το οποίο διεξήχθη υπό καθεστώς de facto στρατιωτικής κατοχής. Η ενέργεια αυτή, την οποία η Μόσχα παρουσίασε ως "επανένωση", στηριζόμενη στην εθνοτική σύνθεση της περιοχής και στην επίκληση ιστορικών δεσμών με τη Ρωσική Ομοσπονδία, συνιστά τη σημαντικότερη μονομερή μεταβολή συνόρων στην ευρωπαϊκή ήπειρο από τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και εντεύθεν.

Οι συνέπειες ήταν άμεσες και διαρκείς: οικονομικές κυρώσεις από τη Δύση, αποκλεισμός της Ρωσίας από τη G8, διεθνής απομόνωση και κυρίως, η κατάρρευση του εύθραυστου πλέγματος εμπιστοσύνης που είχε οικοδομηθεί μεταψυχροπολεμικά. Η διεθνής κοινότητα, με ελάχιστες εξαιρέσεις, εξακολουθεί να μην αναγνωρίζει την Κριμαία ως τμήμα της ρωσικής επικράτειας. Η Ουκρανία, αντί να ενδώσει, ενισχύθηκε στρατιωτικά και προσανατολίστηκε πρός τη Δύση.

Η περίπτωση της Κριμαίας καταδεικνύει με σαφήνεια ότι, στον 21ο αιώνα, η βίαιη εδαφική επέκταση, ακόμη και άν επιτυγχάνεται στο επίπεδο των στρατιωτικών τετελεσμένων, επισύρει την απομόνωση και την κατάρρευση της αξιοπιστίας του επιτιθέμενου.

Η Επανάληψη της Ιστορίας ως Επιλογή, Από τη Ναυτική Ισχύ στην Περιφερειακή Αξιοπιστία

Το επιχείρημα περί προσάρτησης της Γροιλανδίας, ως εν δυνάμει στρατηγικού προμαχώνα των Ηνωμένων Πολιτειών στην Αρκτική, καταδεικνύει το υπαρξιακό άγχος μιάς υπερδύναμης που αναζητεί νέες σταθερές εντός ενός μεταβαλλόμενου γεωστρατηγικού ορίζοντα. Η ιστορία, ωστόσο, δεν διαγράφει κυκλικές τροχιές· επιστρέφει ως πρόκληση, ως ηθική εντροπία και ενίοτε ως φάρσα, όταν ο αναχρονισμός μεταμφιέζεται σε πολιτική πρόταση. 

Η Γροιλανδία, στον 21ο αιώνα, αποτελεί συστατικό στοιχείο της κατοχυρωμένης διεθνούς τάξεως, εντός της οποίας η εδαφική ακεραιότητα, η δημοκρατική νομιμοποίηση και η διακρατική αξιοπιστία συνυφαίνονται με τέτοια θεσμική πυκνότητα ώστε να καθιστούν οποιαδήποτε μονομερή απόκλιση ανεπίτρεπτη και επισφαλή. Η απόπειρα επανάληψης της Χαβάης στη Γροιλανδία δεν συνιστά στρατηγική· συνιστά απόκλιση ιστορικά ανερμάτιστη και, θεσμικά αυτοαναιρούμενη.

Η σύγχρονη στρατηγική καλείται να αναγνωρίσει την αξιοπιστία ως νέα μορφή επιρροής· να καταδείξει, δηλαδή, ότι η γεωπολιτική ισχύς δεν εδράζεται πλέον αποκλειστικά στις ναυτικές μοίρες και στα προκεχωρημένα στρατηγεία, αλλά στην ικανότητα διατήρησης σταθερών συμμαχιών, στο κύρος του δημοσίου λόγου, στη συνέπεια μεταξύ πράξεων και αξιακού παραδείγματος.

Η επιθυμία ελέγχου της Αρκτικής δεν συνιστά πολιτικό ατόπημα· αντίθετα, απορρέει από τη λογική της εθνικής ασφάλειας, τη διορατική ανάγνωση των εμπορικών μετατοπίσεων και την τεχνοστρατηγική προνοητικότητα. Όμως η μορφή που θα λάβει αυτή η επιθυμία κρίνει και τη θέση της Αμερικής στον αυριανό κόσμο. Θα επιδιώξει μία επανάληψη των παλαιών μηχανισμών; Ή θα συνθέσει νέα εργαλεία, τα οποία, χωρίς να παραιτούνται από την προβολή ισχύος, δεν θα εξαντλούνται σε αποικιοκρατικές μεθόδους;

Η Ιστορία δεν πρέπει να λειτουργεί ως παγίδα, αλλά ως εργαλείο ενσυναίσθησης και μέτρου. Η Γροιλανδία δεν προσφέρεται ως λεία, αλλά ως καθρέφτης στρατηγικής ωριμότητας· ως κριτήριο εσωτερικής ευθυκρισίας. Άν η Χαβάη υπήρξε το θεμέλιο της αμερικανικής θαλάσσιας ισχύος, η Γροιλανδία μπορεί και οφείλει, να αποτελέσει την περιοχή επαλήθευσης της σύγχρονης αξιοπρέπειας: της συνύπαρξης, της προνοητικής εγρήγορσης, της θεσμικής εγκράτειας. Εκεί, ίσως, θα κριθεί άν οι θέσεις του Mahan θα αποκαλυφθούν ως ιστορική παρεξήγηση.


*Η Μαίρη Αποστολίδη είναι νομικός