Η λήξη της New START πυροδοτεί ανησυχίες για νέα κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ρωσία
Russian Defense Ministry Press Service via AP, File
Russian Defense Ministry Press Service via AP, File

Η λήξη της New START πυροδοτεί ανησυχίες για νέα κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ρωσία

Προβληματισμό για την πορεία της παγκόσμιας πυρηνικής ισορροπίας προκαλεί η λήξη της τελευταίας εν ισχύ συμφωνίας ελέγχου στρατηγικών πυρηνικών όπλων ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Ρωσία, εξέλιξη που αφήνει για πρώτη φορά έπειτα από δεκαετίες τις δύο μεγαλύτερες πυρηνικές δυνάμεις χωρίς δεσμευτικά όρια στα οπλοστάσιά τους.

Ειδικοί προειδοποιούν για τον κίνδυνο μιας νέας, δαπανηρής και επικίνδυνης κούρσας εξοπλισμών, την ώρα που η Κίνα ενισχύει επίσης τις πυρηνικές της δυνατότητες και οι προοπτικές για νέο πλαίσιο ελέγχου παραμένουν αβέβαιες.

«Το χειρότερο σενάριο είναι να ξεφύγει η κατάσταση και κάποιο απρόβλεπτο ή προβλέψιμο περιστατικό να πυροδοτήσει μια σύγκρουση που θα κλιμακωθεί γρήγορα σε πυρηνική», δήλωσε ο Τόμας Κάουντριμαν, πρώην υπηρεσιακός υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ για τον έλεγχο εξοπλισμών και τη διεθνή ασφάλεια.

Ωστόσο, σύμφωνα με το CNN, ορισμένοι ειδικοί υποστηρίζουν ότι οι περιορισμοί της συνθήκης New START ήταν ξεπερασμένοι και περιόριζαν αχρείαστα τις ΗΠΑ, ιδίως τη στιγμή που η Κίνα επιδιώκει να επεκτείνει το πυρηνικό της οπλοστάσιο.

Υπενθυμίζεται ότι, η εμβληματική συμφωνία τέθηκε σε ισχύ τον Φεβρουάριο του 2011. Περιόριζε κάθε χώρα σε 1.550 ανεπτυγμένες πυρηνικές κεφαλές, 700 ανεπτυγμένους διηπειρωτικούς βαλλιστικούς πυραύλους, βαλλιστικούς πυραύλους εκτοξευόμενους από υποβρύχια και βαρέα βομβαρδιστικά ικανά να μεταφέρουν πυρηνικά όπλα, καθώς και 800 εκτοξευτές — ανεπτυγμένους και μη.

Έθετε, επίσης, όρια στα ρωσικά διηπειρωτικά πυρηνικά όπλα που θα μπορούσαν να πλήξουν τις ΗΠΑ.

Πολλοί ειδικοί που μίλησαν στο CNN εκτιμούν ότι δεν είναι προς το συμφέρον της εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ να αφεθούν να λήξουν τα όρια της New START και ότι θα είχε νόημα να διατηρηθούν προσωρινά.

«Δεν ωφελούμαστε από μια σπάταλη, αναποτελεσματική κούρσα εξοπλισμών. Δεν ωφελούμαστε από την έλλειψη προβλεψιμότητας και διαφάνειας σχετικά με το τι κάνει το ρωσικό πυρηνικό πρόγραμμα. Δεν ωφελούμαστε από πιθανές παρεξηγήσεις ή λανθασμένους υπολογισμούς λόγω έλλειψης πληροφοριών», δήλωσε ο Πόλ Ντιν, πρώην βοηθός υφυπουργού Εξωτερικών.

Το πώς θα αντιδράσει η κυβέρνηση Τραμπ στη λήξη της συνθήκης παραμένει ασαφές. Πρώην αξιωματούχοι και ειδικοί εκτιμούν ότι οι ΗΠΑ ενδέχεται να «φορτώσουν» περισσότερες πυρηνικές κεφαλές, ανατρέποντας κινήσεις που είχαν γίνει για συμμόρφωση με τη συνθήκη.

Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι αυτό θα καθησύχαζε συμμάχους που ίσως μπουν στον πειρασμό να αναπτύξουν δικά τους πυρηνικά οπλοστάσια.

ΟΗΕ: «Σοβαρή στιγμή για την παγκόσμια ασφάλεια» η λήξη της συμφωνίας για τα πυρηνικά

Παράλληλα, ως «σοβαρή στιγμή για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια» χαρακτήρισε ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ τη λήξη της Συνθήκης New START, προειδοποιώντας ότι «για πρώτη φορά μετά από περισσότερο από μισό αιώνα, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με έναν κόσμο χωρίς κανένα δεσμευτικό όριο στα στρατηγικά πυρηνικά οπλοστάσια της Ρωσικής Ομοσπονδίας και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής».

Όπως τόνισε, τα δύο αυτά κράτη «κατέχουν τη συντριπτική πλειονότητα του παγκόσμιου αποθέματος πυρηνικών όπλων», γεγονός που καθιστά την εξέλιξη ιδιαίτερα ανησυχητική.

Ο επικεφαλής του ΟΗΕ υπενθύμισε ότι ο έλεγχος των πυρηνικών εξοπλισμών «καθ' όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και μετά από αυτόν συνέβαλε στην αποτροπή της καταστροφής», καθώς «οικοδόμησε σταθερότητα και απέτρεψε ολέθριους λανθασμένους υπολογισμούς». Ιδιαίτερα υπογράμμισε ότι οι σχετικές συμφωνίες «διευκόλυναν τη μείωση χιλιάδων πυρηνικών όπλων από τα εθνικά οπλοστάσια», επισημαίνοντας πως «από τις Συνομιλίες Περιορισμού Στρατηγικών Όπλων (SALT) έως τη New START, ο στρατηγικός έλεγχος εξοπλισμών βελτίωσε δραστικά την ασφάλεια όλων των λαών».

Όπως αναμεταδίδει το ΑΠΕ-ΜΠΕ, σύμφωνα με τη δήλωση, «η διάλυση δεκαετιών επιτευγμάτων δεν θα μπορούσε να έρθει σε χειρότερη στιγμή», καθώς «ο κίνδυνος χρήσης πυρηνικού όπλου είναι ο υψηλότερος εδώ και δεκαετίες».

Ο Γενικός Γραμματέας μίλησε για «ευκαιρία επανεκκίνησης και δημιουργίας ενός καθεστώτος ελέγχου εξοπλισμών προσαρμοσμένου σε ένα ταχέως εξελισσόμενο περιβάλλον», χαιρετίζοντας ότι οι ηγέτες των δύο χωρών «αναγνωρίζουν την αποσταθεροποιητική επίδραση μιας κούρσας πυρηνικών εξοπλισμών».

Κλείνοντας, απηύθυνε σαφή έκκληση προς Μόσχα και Ουάσιγκτον, τονίζοντας ότι «ο κόσμος προσβλέπει πλέον» στις δύο δυνάμεις «να μετατρέψουν τα λόγια σε πράξεις». Όπως υπογράμμισε, είναι αναγκαίο «να επιστρέψουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων χωρίς καθυστέρηση» και να συμφωνήσουν σε «ένα διάδοχο πλαίσιο που θα αποκαθιστά επαληθεύσιμα όρια, θα μειώνει τους κινδύνους και θα ενισχύει την κοινή μας ασφάλεια».

Ο Βάντεφουλ εκφράζει ανησυχία για τη λήξη της Νέας 

Την ίδια ώρα, ο επικεφαλής της γερμανικής διπλωματίας Γιόχαν Βάντεφουλ κάλεσε σήμερα να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στις διεθνείς σχέσεις, με φόντο τις ανησυχίες που εκφράζονται ολοένα πιο έντονα όσον αφορά τον κίνδυνο νέας κούρσας πυρηνικών εξοπλισμών.

«Κάθε συμφωνία ελέγχου των εξοπλισμών που λήγει πρέπει να μας προκαλεί ανησυχία», έκρινε ο κ. Βάντεφουλ, αναφερόμενος στην τελευταία συνθήκη πυρηνικού αφοπλισμού που απέμενε σε ισχύ, κατά τη διάρκεια συνάντησής του με την αυστραλή ομόλογό του Πένι Γουόνγκ στην Καμπέρα.

Χρειάζεται να ανοικοδομηθεί η εμπιστοσύνη σε διεθνές επίπεδο, να αποτελέσει θεμέλιο για νέες συμφωνίες, επέμεινε.

«Αυτό δεν έχει εφαρμογή μόνο στις σχέσεις ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Ρωσία», επιχειρηματολόγησε ο ΥΠΕΞ Βάντεφουλ.

«Πράγματι, πρέπει να συμπεριληφθεί επίσης η Κίνα» σε μελλοντικές συμφωνίες, έκρινε--μοιάζοντας να ενστερνίζεται θέση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ που απορρίπτει το Πεκίνο.

Σύμφωνα με τον κ. Βάντεφουλ, η Κίνα, που τονίζει σε κάθε ευκαιρία τη δέσμευσή της στην πολυμερή συνεργασία, πρέπει να δείξει αυτή τη διάθεση και στο πεδίο του ελέγχου των εξοπλισμών, να φανεί διατεθειμένη να δείξει αυτοσυγκράτηση και να επενδύσει εμπιστοσύνη στις διεθνείς σχέσεις.

Η Ρωσία ξεκαθάρισε νωρίτερα πως δεν αισθάνεται πλέον να δεσμεύεται από τους περιορισμούς που προβλέπονταν από τη Νέα START, καθώς η ισχύς της εξέπνευσε.

Η Ουάσιγκτον ουδέποτε αντέδρασε επίσημα στην πρόταση της Μόσχας η συνθήκη να παραταθεί για έναν χρόνο, θύμισε χθες Τετάρτη το υπουργείο Εξωτερικών της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

Όσα λέγονται δημόσια στις ΗΠΑ δεν υποδεικνύουν ότι η σημερινή κυβέρνηση των ΗΠΑ έχει καμιά πρόθεση για αυτό.

Από την πλευρά του, ο Αμερικανός πρόεδρος Τραμπ είπε ερωτηθείς σχετικά με τους τίτλους τέλους της Νέας START ότι θα ήθελε να κλειστεί «καλύτερη» συμφωνία. Η Ουάσιγκτον απαιτεί να συμπεριληφθεί η Κίνα, που επεκτείνει με ταχύ ρυθμό το πυρηνικό οπλοστάσιό της, σε δυνητική μελλοντική συμφωνία. Το Πεκίνο απορρίπτει κάθε τέτοιο ενδεχόμενο. Η Μόσχα δεν βρίσκει πως είναι απαραίτητο.