Η «επιστροφή» στο Ουκρανικό και οι ανοιχτές πληγές της κρίσης για τη Γροιλανδία
AP Photo/Markus Schreiber
AP Photo/Markus Schreiber

Η «επιστροφή» στο Ουκρανικό και οι ανοιχτές πληγές της κρίσης για τη Γροιλανδία

Η κρίση για τη Γροιλανδία μπορεί να αποκλιμακώνεται, όμως υποχρεώνει τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες να αντιμετωπίσουν πλέον κατάματα τη βαθιά διάβρωση της διατλαντικής σχέσης και τη ρευστότητα του μεταπολεμικού συστήματος ασφαλείας. Η μη προβλεψιμότητα της αμερικανικής πολιτικής υπό τον Ντόναλντ Τραμπ, ακόμη και όταν αυτή καταλήγει σε τακτικές υπαναχωρήσεις, σηματοδοτεί το οριστικό τέλος της εποχής των ψευδαισθήσεων για την Ευρώπη, αλλά και τη συνειδητοποίηση πως η συλλογική αντίσταση απέναντι στην αμφισβήτηση θεμελιωδών κανόνων του Διεθνούς Δικαίου μπορεί να αποδώσει.

Σε αυτό το περιβάλλον, το ζήτημα του πολέμου στην Ουκρανία, το οποίο είχε σχεδόν εκτοπιστεί από τη διεθνή ατζέντα, επανέρχεται στο προσκήνιο μέσα από μια αλληλουχία επαφών και πρωτοβουλιών που επαναφέρουν το ερώτημα αν βρισκόμαστε όντως κοντά σε μια συμφωνία. 

Η συνάντηση Τραμπ-Ζελένσκι στο περιθώριο των εργασιών του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ στο Νταβός, η (πολλοστή) επίσκεψη του διδύμου Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ για συνομιλίες με τον Βλαντιμίρ Πούτιν στο Κρεμλίνο και, κυρίως, η πρώτη τριμερής συνάντηση ΗΠΑ-Ρωσίας-Ουκρανίας σε τεχνικό επίπεδο εντός του Σαββατοκύριακου, συνθέτουν μια εικόνα έντονης κινητικότητας. 

Ωστόσο, πίσω από την αισιοδοξία που καλλιεργεί δημόσια η Ουάσινγκτον, το Κρεμλίνο ακολουθεί μια διαφορετική λογική: εντείνει ένα ανελέητο κύμα βομβαρδισμών, στραγγαλίζοντας ενεργειακά την Ουκρανία εν μέσω του βαρύτερου χειμώνα στα τέσσερα χρόνια που συμπληρώνει προσεχώς ο πόλεμος, έχοντας εκμεταλλευτεί την κρίση για τη Γροιλανδία ως ένα βολικό διάλειμμα διεθνούς πίεσης. Τίποτα δεν δείχνει ότι το Κρεμλίνο προτίθεται να επιβεβαιώσει την αμερικανική εκτίμηση πως μια ειρηνευτική συμφωνία μπορεί να βρίσκεται προ των πυλών, διατηρώντας ακέραιες τις μαξιμαλιστικές απαιτήσεις του.

Η κρίση για τη Γροιλανδία απορρόφησε σχεδόν πλήρως το ενδιαφέρον στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, με το Ουκρανικό ζήτημα να απουσιάζει από τα κεντρικά πάνελ και τα παρασκήνια εν μέσω του «ιλίγγου» που είχαν προκαλέσει οι απειλές Τραμπ ακόμη και περί στρατιωτικής δράσης για την προσάρτηση της νήσου. Η ουκρανική αποστολή είχε δώσει μάχη για να εξασφαλίσει έστω μια συνάντηση υψηλού επιπέδου. Η συνάντηση Ζελένσκι-Τραμπ παρέμενε αβέβαιη μέχρι την τελευταία στιγμή, με πληροφορίες να κάνουν λόγο για έντονες διαβουλεύσεις και αντικρουόμενα μηνύματα από την Ουάσινγκτον· ο Ουκρανός πρόεδρος παρέμενε στο Κίεβο, που είχε γίνει ξανά στόχος σφοδρών ρωσικών επιδρομών, και μετέβη στο Νταβός μόνο αφότου ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε αιφνιδίως ότι σκοπεύει να τον συναντήσει.

Όταν η συνάντηση τελικά πραγματοποιήθηκε, οι δηλώσεις ήταν προσεκτικά διατυπωμένες. Ο Ντόναλντ Τραμπ έκανε λόγο για «καλή συνάντηση», επισημαίνοντας ωστόσο ότι «υπάρχει ακόμη δρόμος» μέχρι να υπάρξει μία τελική συμφωνία, αν και νωρίτερα είχε πιο θετική αποτίμηση. Επανέλαβε ότι «ο πόλεμος πρέπει να τελειώσει» και ότι «πολλοί άνθρωποι σκοτώνονται», χωρίς να υπεισέλθει σε λεπτομέρειες για τη συνομιλία του με τον Ουκρανό πρόεδρο.

Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι χαρακτήρισε τη συνάντηση «θετική» και «πολύ σημαντική», υπογραμμίζοντας ότι το τελευταίο στάδιο είναι «πολύ δύσκολο» και ότι κάθε διάλογος απαιτεί σκληρή υπεράσπιση των ουκρανικών θέσεων. Οι χαμηλοί τόνοι αμφοτέρων ήρθαν σε αντίθεση με την εκτίμηση του ειδικού απεσταλμένου του Λευκού Οίκου Στιβ Γουίτκοφ, ο οποίος δήλωσε ότι οι συνομιλίες έχουν πλέον περιοριστεί «σε ένα μόνο ζήτημα», το οποίο, σύμφωνα με ευρωπαϊκές πηγές, αφορά το εδαφικό. 

Οι επικείμενες συνομιλίες Γουίτκοφ-Κούσνερ με τον Βλαντίμιρ Πούτιν στο Κρεμλίνο έρχονται να προστεθούν σε μια μακρά αλυσίδα επίσημων και ανεπίσημων επαφών που έχουν «ανοίξει» τους τελευταίους μήνες γύρω από το εδαφικό, εγγυήσεις ασφαλείας, χρονοδιαγράμματα κατάπαυσης του πυρός και τη μορφή μιας ευρύτερης συμφωνίας-πλαισίου στη βάση του σχεδίου Τραμπ, το οποίο κατόπιν της αναθεώρησής του έπειτα από ευρωπαϊκή παρέμβαση, η ρωσική πλευρά «εντέχνως» ούτε απορρίπτει, ούτε αποδέχεται.

Ο ίδιος ο Ζελένσκι, από το βήμα του Νταβός, επέλεξε να ασκήσει ευθεία κριτική στην Ευρώπη. Παρομοίασε τη διεθνή διπλωματία για την Ουκρανία με την ταινία «Groundhog Day», όπου η ίδια μέρα επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, υπονοώντας έναν φαύλο κύκλο συζητήσεων χωρίς αποφάσεις. Υποστήριξε ότι η Ευρώπη δείχνει παγιδευμένη σε «λειτουργία Γροιλανδίας», περιμένοντας να καταλαγιάσει η κρίση αντί να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες. Ανέφερε ότι η αποστολή περιορισμένων στρατιωτικών δυνάμεων δεν στέλνει σαφές μήνυμα αποτροπής και αναρωτήθηκε ποιο σήμα λαμβάνουν η Μόσχα και το Πεκίνο από αυτή τη στάση.

Παράλληλα, επανέλαβε ότι η ευρωπαϊκή ασφάλεια εξακολουθεί να εξαρτάται σε κρίσιμο βαθμό από τη στάση των Ηνωμένων Πολιτειών. Περιέγραψε την Ευρώπη ως ένα «κατακερματισμένο καλειδοσκόπιο μικρών και μεσαίων δυνάμεων» και επισήμανε ότι η ασφάλεια της ηπείρου εξακολουθεί να βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην υπόθεση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα παρέμβουν, διερωτώμενος τι θα συμβεί αν δεν το πράξουν σε ένα υποθετικό ενδεχόμενο ρωσικής επίθεσης στη Λιθουανία ή την Πολωνία.

Στην ίδια ομιλία, ο Ουκρανός πρόεδρος αποκάλυψε ότι «έγγραφα με στόχο τον τερματισμό του πολέμου είναι σχεδόν έτοιμα», προαναγγέλλοντας την τριμερή συνάντηση αντιπροσωπειών ΗΠΑ, Ουκρανίας και Ρωσίας στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Πρόκειται για την πρώτη συνάντηση αυτού του σχήματος, έστω και σε τεχνικό επίπεδο, γεγονός που πολλοί δυτικοί παρατηρητές χαρακτηρίζουν ως δοκιμαστική κίνηση χαμηλού ρίσκου. Η Μόσχα, από την πλευρά της, έχει σε κάθε περίπτωση καταστήσει σαφές ότι δεν προτίθεται να υπαναχωρήσει από τις βασικές της θέσεις, επιμένοντας στις εδαφικές «πραγματικότητες επί του πεδίου» και χωρίς να δίνει την οποιαδήποτε ένδειξη περί ενός άμεσου συμβιβασμού. 

Το γεγονός ότι η Ρωσία δεν έχει αποδεχθεί το αμερικανικό σχέδιο 20 σημείων για τον τερματισμό του πολέμου αποτελεί βασικό λόγο για τον οποίο ο Λευκός Οίκος επέλεξε να μην προχωρήσει στο πλαίσιο του Φόρουμ του Νταβός στην υπογραφή της αποκαλούμενης συμφωνίας «ευημερίας», η οποία θα συνόδευε μια πολιτική συμφωνία με πακέτο οικονομικής στήριξης και ανασυγκρότησης για την Ουκρανία.

Το λεγόμενο σχέδιο ευημερίας συνιστά το οικονομικό συμπλήρωμα μιας ευρύτερης ειρηνευτικής πρωτοβουλίας που διαπραγματεύονται οι ΗΠΑ, η Ουκρανία και ευρωπαϊκές πρωτεύουσες με στόχο τον τερματισμό της σχεδόν τετραετούς ρωσικής εισβολής. Ουκρανοί αξιωματούχοι έχουν αποφύγει μέχρι στιγμής να δώσουν λεπτομέρειες για το περιεχόμενό του. Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ωστόσο, είχε αναφέρει τον προηγούμενο μήνα ότι το σχέδιο προβλέπει τη δημιουργία πολλαπλών επενδυτικών ταμείων με έμφαση σε τομείς όπως η τεχνολογία και η ενέργεια, με στόχο τη μακροπρόθεσμη στήριξη της ανοικοδόμησης και της οικονομικής ανάκαμψης της χώρας μετά από οποιαδήποτε εκεχειρία.

Πηγές με γνώση των συνομιλιών σημείωναν ότι οι εντάσεις μεταξύ Ουάσινγκτον και ευρωπαϊκών πρωτευουσών γύρω από τη Γροιλανδία διέκοψαν αυτή την εβδομάδα τις διαπραγματεύσεις για το σχετικό έγγραφο μεταξύ ανώτερων αξιωματούχων εθνικής ασφάλειας, επιβεβαιώνοντας ότι η κρίση για τη Γροιλανδία επηρέασε άμεσα και τη δυναμική των συνομιλιών για την Ουκρανία. 

Την ίδια στιγμή, ο Αμερικανός πρόεδρος παρουσίασε στο Νταβός το αμφιλεγόμενο «Συμβούλιο Ειρήνης», με τη συμμετοχή μόλις 19 χωρών και την Ευρωπαϊκή Ένωση απούσα, πλην της Ουγγαρίας και της Σλοβακίας. Η πρωτοβουλία αυτή προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο πολυπλοκότητας για τις Βρυξέλλες και τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, οι οποίες καλούνται να διαχειριστούν ταυτόχρονα το Ουκρανικό, τις επιπτώσεις της κρίσης για τη Γροιλανδία και την προοδευτική υπονόμευση των πολυμερών θεσμών.

Η συνολική εικόνα που προκύπτει από από τις εκτιμήσεις αναλυτών και το «φακό» μεγάλων διεθνών μέσων είναι σαφής: ακόμη και αν η Ουάσινγκτον κάνει βήματα πίσω, η ζημιά στην εμπιστοσύνη έχει ήδη, η εποχή των ψευδαισθήσεων έχει τελειώσει για την Ευρώπη και η Ένωση πρέπει να χαράξει το βηματισμό της μπροστά στα νέα δεδομένα.

Ευρωπαϊκές διπλωματικές πηγές περιγράφουν ανωνύμως μια προσωρινή εκτόνωση των φόβων, χωρίς αντίστοιχη αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Η δημόσια δέσμευση του Ντόναλντ Τραμπ ότι δεν θα χρησιμοποιήσει στρατιωτική βία για την απόσπαση της Γροιλανδίας από τη Δανία περιόρισε τα σενάρια ακραίας κλιμάκωσης και συνοδεύτηκε από θετική αντίδραση στις αγορές. Λίγες ώρες αργότερα, έπειτα από συνάντησή του με τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ, ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι υποχωρεί και από την απειλή επιβολής δασμών, μετά τη διασφάλιση ενός πλαισίου συμφωνίας για τη Γροιλανδία - που καλλιστα θα μπορούσε να είχε συμφωνηθεί και δίχως να έχει απειλήσει τη σύμμαχο Δανία με στρατιωτική βία.

«Το συμπέρασμα για την Ευρώπη είναι ότι η αντίσταση μπορεί να αποδώσει. Υπάρχει ανακούφιση, ασφαλώς, που η στρατιωτική επιλογή βγήκε από το τραπέζι, αλλά και επίγνωση ότι ο Τραμπ μπορεί να αλλάξει τη στάση του», δήλωσε υπό καθεστώς ανωνυμίας στο Politico Ευρωπαίος αξιωματούχος που παρακολούθησε την ομιλία του Αμερικανού προέδρου. Όπως πρόσθεσε, «οι υποσχέσεις και οι δηλώσεις του Τραμπ είναι αναξιόπιστες, όμως η περιφρόνησή του προς την Ευρώπη είναι σταθερή. Θα χρειαστεί να δείξουμε μεγαλύτερη αποφασιστικότητα και περισσότερη αυτονομία, γιατί δεν μπορούμε πλέον να προσκολλόμαστε στην ψευδαίσθηση ότι η Αμερική παραμένει αυτό που πιστεύαμε».