Αντιμέτωπες με ένα από τα πιο σύνθετα διλήμματα της σύγχρονης διατλαντικής σχέσης βρίσκονται οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, καθώς καλούνται να διαχειριστούν την επιμονή του Ντόναλντ Τραμπ να αποκτήσει τη Γροιλανδία «με τον έναν ή τον άλλον τρόπο». Η άφιξη μικρών ευρωπαϊκών στρατιωτικών αποστολών στο νησί, η ανακοίνωση νέων ασκήσεων, οι συζητήσεις για ενίσχυση της ΝΑΤΟϊκής παρουσίας και η πρόταση για την αποστολή Arctic Sentry, αποτυπώνουν την προσπάθεια της Ευρώπης να απαντήσει χωρίς να οδηγηθεί σε ευθεία σύγκρουση με την Ουάσινγκτον - την ώρα που ο Αμερικανός πρόεδρος έρχεται να απειλήσει ακόμη και με δασμούς τις χώρες που εναντιώνονται στους σχεδιασμούς του.
Οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αντιλαμβάνονται ότι η πίεση του Ντόναλντ Τραμπ τη Γροιλανδία δεν είναι μια παροδική ρητορική έξαρση, αλλά μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής επαναφοράς όχι μόνο σφαιρών επιρροής, αλλά κυριαρχίας, που στο όνομα της «εθνικής ασφάλειας» αγγίζει τη βασική παραδοχή ότι τα σύνορα δεν αλλάζουν μέσω απειλών και εξαναγκασμού, βίας και τετελεσμένων.
Από τη μία πλευρά, η Ευρώπη επιχειρεί να δείξει ότι λαμβάνει σοβαρά την ασφάλεια της Αρκτικής και ότι μπορεί να αναλάβει μεγαλύτερο βάρος εντός του ΝΑΤΟ. Από την άλλη, ο Αμερικανός πρόεδρος επαναλαμβάνει ότι οι υφιστάμενες διευθετήσεις δεν επαρκούν και ότι μόνο η αμερικανική «ιδιοκτησία» της Γροιλανδίας μπορεί να διασφαλίσει τα στρατηγικά συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών ενόσω η Ρωσία και η Κίνα έχουν εντείνει την παρουσία και τις δραστηριότητές τους.
Κρατώντας ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο στρατιωτικής δράσης, ο Τραμπ προσέθεσε χθες στην «εξίσωση» και την προειδοποίηση της επιβολής δασμών σε χώρες που «δεν συμπλέουν» με την επιδίωξη προσάρτησης της Γροιλανδίας προκειμένου να εντείνει την πίεση προς την Ευρώπη, ενώ ο ειδικός απεσταλμένος του Τζεφ Λάντρι συμπλήρωνε πως η συμφωνία για την απόκτηση της Γροιλανδίας από τις ΗΠΑ «πρέπει να γίνει, και θα γίνει» προαναγγέλλοντας επίσκεψή του στην περιοχή τον Μάρτιο.
Η αφετηρία της τελευταίας κλιμάκωσης ήταν η συνάντηση στην Ουάσινγκτον των υπουργών Εξωτερικών της Δανίας και της Γροιλανδίας, Λαρς Λέκε Ράσμουσεν και Βίβιαν Μότζφελντ αντίστοιχα, με τον Αμερικανό αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς και τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο. Η δανική και η γροιλανδική πλευρά επιχείρησαν να μεταφέρουν το μήνυμα ότι η ασφάλεια της Γροιλανδίας μπορεί να ενισχυθεί αποτελεσματικά μέσω του ΝΑΤΟ και της διμερούς αμυντικής συμφωνίας Δανίας-ΗΠΑ του 1951, η οποία ήδη επιτρέπει ευρεία αμερικανική στρατιωτική παρουσία στο νησί. Η συνάντηση όχι μόνο δεν συνέβαλε σε εκτόνωση της έντασης, αλλά η δημόσια αντιπαράθεση που ακολούθησε ανέδειξε το βάθος της απόκλισης.
Ο Λευκός Οίκος έκανε λόγο για συμφωνία συνέχισης «τεχνικών συνομιλιών για την απόκτηση της Γροιλανδίας» για να ακολουθήσει διάψευση εκ μέρους του υπουργού Εξωτερικών της Δανίας ότι υπήρξε συζήτηση περί «απόκτησης» του νησιού της Αρκτικής. Ο Λαρς Λέκε Ράσμουσεν επισήμανε ότι το μόνο για το οποίο υπήρξε σύγκλιση ήταν η σύσταση μιας ομάδας εργασίας υψηλού επιπέδου για την εξέταση των αμερικανικών ανησυχιών, ξεκαθαρίζοντας ότι η κυριαρχία της Δανίας και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του λαού της Γροιλανδίας συνιστούν αδιαπραγμάτευτες κόκκινες γραμμές, και προειδοποιώντας ότι χωρίς σεβασμό αυτών των αρχών η διαδικασία «θα είναι σύντομη και ανεπιτυχής».
Το λόγο έλαβε στη συνέχεια ο Ντόναλντ Τραμπ για να επαναλάβει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «χρειάζονται τη Γροιλανδία» για λόγους εθνικής ασφάλειας, προσθέτοντας ότι η Δανία δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστος εγγυητής της άμυνας του νησιού. Ο Τραμπ έχει συνδέσει επανειλημμένα τη Γροιλανδία με το σχέδιο αντιπυραυλικής άμυνας «Golden Dome», υποστηρίζοντας ότι ο αμερικανικός έλεγχος του νησιού θα καθιστούσε το ΝΑΤΟ «πολύ πιο ισχυρό και αποτελεσματικό». Η θέση αυτή απορρίπτεται από τη Δανία, τη Γροιλανδία και την πλειονότητα των Ευρωπαίων συμμάχων, που επισημαίνουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ήδη διαθέτουν μόνιμη στρατιωτική παρουσία στη βάση Pituffik και, βάσει των υφιστάμεων συμφωνιών, μπορούν να αναπτύξουν όσες δυνάμεις κρίνουν αναγκαίες.
Σε αυτό το τεταμένο περιβάλλον, η ευρωπαϊκή απάντηση πήρε, σε πρώτη φάση, τη μορφή μιας συμβολικής αλλά συντονισμένης στρατιωτικής κινητικότητας. Μικρά αποσπάσματα από τη Γαλλία, τη Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Νορβηγία, τη Σουηδία, τη Φινλανδία και την Ολλανδία έφτασαν στη Γροιλανδία στο πλαίσιο ασκήσεων και αναγνωριστικών αποστολών υπό δανική διοίκηση. Οι αριθμοί είναι περιορισμένοι -μερικές δεκάδες στρατιώτες- και η χρονική διάρκεια της παρουσίας ασαφής, όμως αυτό που η Ευρώπη θέλει να δείξει είναι ότι δεν αντιμετωπίζει τη Γροιλανδία ως διμερές ζήτημα Δανίας-ΗΠΑ, αλλά ως μέρος της συλλογικής ασφάλειας του ΝΑΤΟ.
Στόχος, σύμφωνα με Ευρωπαίους αξιωματούχους, είναι αφενός να σταλεί μήνυμα πολιτικής στήριξης προς τη Δανία και τη Γροιλανδία και αφετέρου να εξεταστεί τι θα μπορούσε να σημαίνει μια πιο σταθερή και μόνιμη παρουσία στο έδαφος, κατά τα πρότυπα της ενισχυμένης ΝΑΤΟϊκής παρουσίας στην ανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας εξαιτίας της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Η πρωθυπουργός της Δανίας, Μέτε Φρεντέρικσεν, υπογραμμίζει ότι η «η άμυνα της Γροιλανδίας είναι κοινή υπόθεση για ολόκληρο το ΝΑΤΟ» και ότι υπάρχει σαφής συμφωνία εντός της Συμμαχίας πως «μια ενισχυμένη παρουσία στην Αρκτική είναι κρίσιμη για την ευρωπαϊκή και τη βορειοαμερικανική ασφάλεια». Αναγνωρίζοντας ότι οι προθέσεις Τραμπ δεν έχουν αλλάξει, επαναλαμβάνει ότι η Δανία δεν μπορεί να αποδεχθεί καμία λύση που παραβιάζει την εδαφική της ακεραιότητα. Μία κυριαρχία των ΗΠΑ που θα επιβληθεί με τη βία θα ήταν, σύμφωνα με τα λόγια της πρωθυπουργού της Δανίας, «το τέλος όλων».
Στο ίδιο μήκος κύματος ο Εμανουέλ Μακρόν. Ανακοινώνοντας την αποστολή προσεχώς «χερσαίων, εναέριων και ναυτικών μέσων», ο Γάλλος πρόεδρος προειδοποίησε ότι αν «η κυριαρχία ενός ευρωπαϊκού συμμάχου πληγεί, οι αλυσιδωτές συνέπειες θα είναι πρωτοφανείς». Σύμφωνα με τη γαλλική κυβέρνηση, ο Μακρόν ξεκαθάρισε ότι η Γαλλία «θα δράσει σε πλήρη αλληλεγγύη με τη Δανία», συνδέοντας ευθέως το ζήτημα της Γροιλανδίας με τις θεμελιώδεις αρχές της ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Καθώς η ρητορική Τραμπ κλιμακώνεται και η Ευρώπη έχει βρεθεί να ισορροπεί ανάμεσα στην ανάγκη στήριξης ενός κράτους-μέλους και στον φόβο μιας «μετωπικής» με τις ΗΠΑ, συζητείται έντονα η πρόταση, που υποβλήθηκε αρχικά από τη Γερμανία, για τη δημιουργία μίας νέας ΝΑΤΟϊκής αποστολής με την ονομασία Arctic Sentry. Στα πρότυπα των αποστολών Baltic Sentry και Eastern Sentry, η πρωτοβουλία θα ενίσχυε την αεροναυτική επιτήρηση στην Αρκτική, με μεγαλύτερη ευρωπαϊκή συνεισφορά ενώ οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να αυξήσουν την παρουσία τους στη Γροιλανδία στο πλαίσιο των υφιστάμενων συμφωνιών. Η πρωτοβουλία στοχεύει στην αποτροπή ρωσικής ή κινεζικής δραστηριότητας καθώς οι πάγοι υποχωρούν και ανοίγουν νέες θαλάσσιες οδοί, αλλά σαφέστατα πρόκειται πρωτίστως για ένα μέσο διαχείρισης της έντασης και ένα μήνυμα προς τις ΗΠΑ ότι οι Ευρωπαίοι εταίροι στο ΝΑΤΟ μπορούν να ανταποκριθούν στις προκλήσεις της Αρκτικής χωρίς να αμφισβητηθεί η κυριαρχία ενός συμμάχου.
Η κυβέρνηση της Γροιλανδίας έχει διατυπώσει με απόλυτη σαφήνεια τη θέση της. «Η Γροιλανδία δεν είναι προς πώληση. Δεν θέλει να ανήκει στις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν θέλει να κυβερνάται από τις Ηνωμένες Πολιτείες και δεν θέλει να γίνει μέρος τους», δήλωσε ο πρωθυπουργός Γενς-Φρέντερικ Νίλσεν, τονίζοντας ότι το νησί είναι μια δημοκρατική κοινωνία, μέρος του βασιλείου της Δανίας και, κατ’ επέκταση, του ΝΑΤΟ. Ο Ντόναλντ Τραμπ, εν τω μεταξύ, έχει υποβαθμίσει δημοσίως τη βούληση της τοπικής ηγεσίας, λέγοντας ότι «αυτό είναι δικό τους πρόβλημα».
Την ίδια ώρα, στο εσωτερικό των ίδιων των Ηνωμένων Πολιτειών κορυφαίοι Ρεπουμπλικανοί βουλευτές και γερουσιαστές έχουν αποστασιοποιηθεί δημοσίως από τη ρητορική του Λευκού Οίκου. Στην Κοπεγχάγη βρέθηκε χθες δικομματική αντιπροσωπεία του αμερικανικού Κογκρέσου, εκφράζοντας στήριξη στην κυριαρχία της Δανίας και την αυτοδιάθεση της Γροιλανδίας εν μέσω της αυξανόμενης πίεσης από τον Λευκό Οίκο. Η ενδεκαμελής αποστολή, με επικεφαλής τον γερουσιαστή Κρις Κουνς και με τη συμμετοχή Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικανών, συναντήθηκε με την Μέτε Φρεντέρικσεν και τον Γενς-Φρέντερικ Νίλσεν, τονίζοντας ότι η ασφάλεια της Αρκτικής πρέπει να ενισχυθεί μέσω της Συμμαχίας. Ταυτόχρονα, στο Κογκρέσο «τρέχουν» δικομματικές νομοθετικές πρωτοβουλίες με στόχο να αποτραπεί ενδεχόμενη χρήση στρατιωτικής ισχύος για την προσάρτηση της Γροιλανδίας.
Με τη Γροιλανδία να έχει καταστεί το επίκεντρο μιας από τις πιο ευαίσθητες δοκιμασίες για τη συνοχή της Δύσης μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, ο Σερ Ρόμπιν Νίμπλετ, ανώτερος σύμβουλος του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Μελετών (CSIS) και διακεκριμένος ερευνητής του Chatham House δίνει τη δική του ανάγνωση: Από αμιγώς στρατιωτικής άποψης δεν υπάρχει καμία επιχειρησιακή ανάγκη οι Ηνωμένες Πολιτείες να «κατέχουν» τη Γροιλανδία για να την υπερασπιστούν απέναντι στη Ρωσία ή την Κίνα. Ήδη παρακολουθούν ρωσικούς πυραύλους από τη βάση Pituffik και θα μπορούσαν να αναπτύξουν επιπλέον συστήματα στο πλαίσιο των υφιστάμενων συμφωνιών.
Το πραγματικό ζήτημα, υποστηρίζει, είναι ότι η ευρωπαϊκή επιχειρηματολογία παρερμηνεύει τη λογική και τον τρόπο σκέψης του Τραμπ. Για τον Αμερικανό πρόεδρο, το ζήτημα δεν είναι η ενίσχυση της συλλογικής ασφάλειας, αλλά ο άμεσος έλεγχος στρατηγικών και οικονομικών πόρων. Η Γροιλανδία, με τα σπάνια μέταλλα και τους ανεκμετάλλευτους πόρους της, εντάσσεται σε μια ευρύτερη αντίληψη «America First», όπου μόνο η ιδιοκτησία εγγυάται ότι τα οφέλη θα καταλήξουν στις Ηνωμένες Πολιτείες - ούτε στη Ρωσία και την Κίνα ούτε σε ευρωπαίους ανταγωνιστές. Κατά τον Ρόμπιν Νίμπλετ, αν η Ουάσινγκτον επιχειρήσει να επιβάλει αυτή τη λογική διά της ισχύος, θα υπονομεύσει την ίδια τη βάση της διαατλαντικής συμμαχίας και, τελικά, θα καταστήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες πιο απομονωμένες και πιο αδύναμες.
