Η Γαλλία απέκτησε τελικά Προϋπολογισμό για το 2026, έπειτα από μήνες πολιτικής φθοράς, κοινοβουλευτικής παράλυσης και διαδοχικών κυβερνητικών κρίσεων. Η απόρριψη των τελευταίων προτάσεων μομφής στις αρχές Φεβρουαρίου επέτρεψε την υιοθέτηση του νομοσχεδίου, όμως ταυτόχρονα σήμανε την πρόωρη είσοδο της χώρας σε μία παρατεταμένη προεκλογική περίοδο, με τον Εμανουέλ Μακρόν αποδυναμωμένο στο τελευταίο έτος της δεύτερης και τελευταίας θητείας του, την Εθνοσυνέλευση κατακερματισμένη και τις πολιτικές δυνάμεις να αναδιατάσσονται εν όψει της μάχης για το Ελιζέ το 2027. Η μετά Μακρόν Γαλλία αρχίζει να διαμορφώνεται με την Άκρα Δεξιά μπροστά και το Κέντρο σε άμυνα.
Η υιοθέτηση του Προϋπολογισμού ήρθε έπειτα από περίπου 200 ημέρες διαπραγματεύσεων. Η διαδικασία υπήρξε ενδεικτική της νέας γαλλικής πολιτικής πραγματικότητας: παρασκηνιακές διαβουλεύσεις, συνεχείς αναδιπλώσεις, αδυναμία συγκρότησης σταθερών πλειοψηφιών και, τελικά, προσφυγή σε συνταγματικά εργαλεία για την έγκριση του νομοσχεδίου χωρίς κοινοβουλευτική ψηφοφορία. Η εικόνα αυτή επιβεβαίωσε τη βαθιά κρίση διακυβέρνησης που προκάλεσε η απόφαση του Μακρόν το 2024 να διαλύσει αιφνιδιαστικά την Εθνοσυνέλευσην σε ένα στοίχημα κατά της Ακροδεξιάς που γύρισε μπούμερανγκ, οδηγώντας σε ένα Κοινοβούλιο χωρίς σαφή πλειοψηφία και εγκλωβίζοντας την εκτελεστική εξουσία σε μια αλληλουχία αδύναμων κυβερνήσεων.
Ο Σεμπαστιάν Λεκορνί, ο τέταρτος πρωθυπουργός μέσα σε δύο χρόνια, κατάφερε εκεί όπου οι προκάτοχοί του απέτυχαν: να περάσει έναν Προϋπολογισμό. Το πέτυχε όχι μέσω μιας νέας πολιτικής συναίνεσης, αλλά συνδυαστικά μέσω συμβιβασμών, στοχευμένων παραχωρήσεων και της τακτικής αποχής των Σοσιαλιστών από τις ψηφοφορίες επί των προτάσεων μομφής της ριζοσπαστικής Αριστεράς και της Άκρας Δεξιάς. Η επιτυχία αυτή, αν και προσφέρει πρόσκαιρη θεσμική σταθερότητα, ανέδειξε ταυτόχρονα και για πολλοστή φορά την αδυναμία της εκτελεστικής εξουσίας σε ένα πλαίσιο όπου οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις έχουν ουσιαστικά «παγώσει».
Η αναστολή της αύξησης του ορίου συνταξιοδότησης, αποτέλεσμα των πιέσεων των Σοσιαλιστών, υπήρξε το πιο ηχηρό παράδειγμα. Το μέτρο, που αποτελούσε κεντρικό πυλώνα της μεταρρυθμιστικής ατζέντας Μακρόν, παραπέμφθηκε για μετά τις προεδρικές εκλογές, επιβεβαιώνοντας ότι η πολιτική πρωτοβουλία έχει μετατοπιστεί από την κυβέρνηση προς την εκλογική στρατηγική των κομμάτων.
Ο ίδιος ο Εμανουέλ Μακρόν, με ιστορικά χαμηλά ποσοστά δημοτικότητας, έχει περιορίσει δραστικά την εμπλοκή του στην εσωτερική πολιτική, όπου το Κέντρο είναι αποδυναμωμένο χωρίς σαφή διάδοχο και χωρίς έλεγχο της κοινοβουλευτικής ατζέντας. Ο ενεργός ρόλος του επικεντρώνεται στη διεθνή σκηνή, επενδύοντας στην άμυνα, την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και τη γεωπολιτική. Οι παρεμβάσεις του για την Ουκρανία, η στάση του απέναντι στη προεδρία Τραμπ και οι πρωτοβουλίες του σε ζητήματα ευρωπαϊκής ασφάλειας ενισχύουν το διεθνές προφίλ του, χωρίς όμως να ανατρέπουν την εικόνα εσωτερικής πολιτικής αδυναμίας.
Η ολοκλήρωση της μάχης για τον Προϋπολογισμό λειτούργησε ως άτυπο σήμα εκκίνησης για την προεκλογική περίοδο. Οι δημοτικές εκλογές του Μαρτίου αναδεικνύονται σε πρώτο μεγάλο τεστ, τόσο για την κυβέρνηση όσο και για τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Σε αυτό το πλαίσιο εντάχθηκε και η περιοδεία του Μακρόν στην ανατολική Γαλλία, λίγες ημέρες μετά τη νίκη της Άκρας Δεξιάς σε επαναληπτική εκλογή στην Άνω Σαβοΐα. Η παρουσία του είχε διπλό συμβολισμό: αφενός την προσπάθεια διατήρησης θεσμικής παρουσίας σε περιοχές όπου το προεδρικό «στρατόπεδο» υποχωρεί, αφετέρου την έμμεση αναγνώριση ότι οι τοπικές αναμετρήσεις αποκτούν εθνικό πολιτικό βάρος.
Η επικράτηση του υποψηφίου της Ένωσης της Δεξιάς για τη Δημοκρατία (UDR), του σχήματος που ίδρυσε ο Ερίκ Σιοτί σε συμμαχία με την Εθνική Συσπείρωση (RN), ανέδειξε τη στρατηγική σύγκλιση της παραδοσιακής Δεξιάς με την Ακροδεξιά σε ορισμένες περιοχές. Η αποτυχία του λεγόμενου «δημοκρατικού μετώπου» και η χαμηλή συμμετοχή αντανακλούν μια ευρύτερη κόπωση του εκλογικού σώματος, αλλά και την εδραίωση της Ακροδεξιάς ως κυρίαρχου πόλου της αντιπολίτευσης.
Η απόφαση των εισαγγελικών αρχών να ζητήσουν την επικύρωση της πενταετούς απαγόρευσης συμμετοχής της Μαρίν Λεπέν σε εκλογές, λόγω της καταδίκης της για κατάχρηση ευρωπαϊκών κονδυλίων, δεν αποδυναμώνει κατ' ανάγκη την Ακροδεξιά. Εφόσον η απαγόρευση διατηρηθεί, η Λεπέν κινδυνεύει να αποκλειστεί από την προεδρική κούρσα. Όμως, ήδη οι δημοσκοπήσεις εμφανίζουν τα δύο τρίτα των ψηφοφόρων της Εθνικής Συσπείρωσης να προτιμούν τον Ζορντάν Μπαρντελά αντί της ίδιας, θεωρώντας ότι θα ήταν ισχυρότερος υποψήφιος.
Η υπόθεση Λεπέν λειτουργεί ταυτόχρονα ως πολιτικός καταλύτης και ως αφήγημα σύγκρουσης με τους θεσμούς, όπως διακρίνει ο γαλλικός Τύπος. Οι επιθέσεις της κατά της Δικαιοσύνης, αλλά και η προσπάθεια των εισαγγελέων να υπογραμμίσουν τον θεσμικό χαρακτήρα της υπόθεσης, εντείνουν μια αντιπαράθεση που ξεπερνά τα όρια της δικαστικής αίθουσας και εντάσσεται στην ευρύτερη στρατηγική της Άκρας Δεξιάς περί «ελίτ» και «συστήματος».
Στο κέντρο του πολιτικού φάσματος, η κατάσταση παραμένει ρευστή. Οι Σοσιαλιστές, αν και διαθέτουν περιορισμένη κοινοβουλευτική δύναμη, επανεμφανίζονται ως ρυθμιστικός παράγοντας, αξιοποιώντας τη στάση τους στον Προϋπολογισμό για να επανατοποθετηθούν ως υπεύθυνη αντιπολίτευση. Η επιλογή τους να μην στηρίξουν τις προτάσεις μομφής τους έδωσε διαπραγματευτικά οφέλη, αλλά τους εκθέτει και σε πιέσεις από τη ριζοσπαστική Αριστερά, εν όψει των δημοτικών εκλογών.
Οι Ρεπουμπλικανοί (RN), αντίθετα, εμφανίζονται διχασμένοι. Η στροφή τμήματος του κόμματος προς μια πιο σκληρή αντιπολιτευτική γραμμή και η παράλληλη απορρόφηση στελεχών από σχήματα που συνεργάζονται με την Ακροδεξιά καταγράφουν μια διαδικασία ανασύνθεσης της Δεξιάς. Το ερώτημα αν θα μπορούσαν τελικά να ενώσουν δυνάμεις με την Ακροδεξιά προβάλλει όλο και περισσότερο.
Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις σκιαγραφούν ένα πολιτικό τοπίο σαφώς δυσμενέστερο για το κεντρώο «στρατόπεδο» του Εμανουέλ Μακρόν και ολοένα πιο ευνοϊκό για την Ακροδεξιά, η οποία εμφανίζεται πλέον σταθερά ως πρώτη δύναμη στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών του 2027. Η Εθνική Συσπείρωση προηγείται είτε με τη Μαρίν Λεπέν -υπό την αίρεση της τελικής δικαστικής έκβασης- είτε με τον Ζορντάν Μπαρντελά, που έχει ήδη κατοχυρώσει ρόλο βασικού διεκδικητή και πιθανού διαδόχου.
Το στοιχείο που προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία στο πολιτικό σύστημα είναι ότι η δυναμική αυτή δεν περιορίζεται στον πρώτο γύρο: σε αρκετά σενάρια, η Ακροδεξιά εμφανίζεται ανταγωνιστική και στον δεύτερο, καθώς η παραδοσιακή «δημοκρατική συσπείρωση» δείχνει αποδυναμωμένη.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο Σεμπαστιάν Λεκορνί αποκτά αναπόφευκτα ειδικό βάρος. Το γεγονός ότι κατόρθωσε να «περάσει» τον Προϋπολογισμό, σε συνδυασμό με την απόσταση που έχει τηρήσει από τον Μακρόν σε κρίσιμες επιλογές, τον τοποθετούν στο επίκεντρο των σεναρίων για τη διαδοχή. Παρότι ο ίδιος επιμένει ότι η κυβέρνησή του δεν πρέπει να εμπλακεί στην προεδρική κούρσα, η πραγματικότητα ενός πρωθυπουργού που επιβιώνει σε ένα εχθρικό Κοινοβούλιο τροφοδοτεί τη σχετική συζήτηση στο μακρονικό «στρατόπεδο» που στερείται προφανούς διαδόχου.
Στον κεντρώο και φιλοευρωπαϊκό χώρο, ο πρώην πρωθυπουργός Εντουάρ Φιλίπ -ο οποίος και έχει καλέσει πολλάκις τον Μακρόν να προκηρύξει πρόωρες προεδρικές εκλογές- έχει εκδηλώσει ξεκάθαρα την πρόθεσή του να διεκδικήσει το Ελιζέ. Παράλληλα, ο πρώην πρωθυπουργός Γκαμπριέλ Ατάλ, επικεφαλής πλέον του προεδρικού κόμματος, θεωρείται από πολλούς πιθανός υποψήφιος, ακόμη κι αν ο ίδιος αποφεύγει μέχρι στιγμής να τοποθετηθεί.
Στη Δεξιά, οι Ρεπουμπλικανοί (LR) παραμένουν εγκλωβισμένοι σε μια παρατεταμένη κρίση ταυτότητας και στρατηγικής. Ο πρόεδρος του κόμματος Μπρουνό Ρεταγιό συγκαταλέγεται στα ονόματα που ακούγονται για την προεδρική κούρσα, όπως και άλλα προβεβλημένα στελέχη του χώρου, χωρίς ωστόσο να έχει διαμορφωθεί ενιαία γραμμή ή δυναμική που να καθιστά κάποιον υποψήφιο κυρίαρχο. Την ίδια στιγμή, η αποσυσπείρωση της παραδοσιακής Δεξιάς επιταχύνεται από τη μετακίνηση τμήματός της προς συμμαχίες ή συγκλίσεις με την Ακροδεξιά, όπως αποτυπώνεται και στη δημιουργία των σχημάτων που κινούνται πλέον ανοιχτά στο πλευρό της Εθνικής Συσπείρωσης.
Στην Αριστερά, η εικόνα είναι εξίσου σύνθετη. Ο Ραφαέλ Γλυκσμάν εμφανίζεται ως ένας από τους πιο «ανταγωνιστικούς» υποψήφιους του χώρου, με δημοσκοπικές επιδόσεις που σε ορισμένες μετρήσεις φτάνουν ή και ξεπερνούν το διψήφιο ποσοστό, ιδίως σε σενάρια πολυδιάσπασης. Στο Σοσιαλιστικό Κόμμα, συζητούνται πιθανές υποψηφιότητες τόσο του νυν επικεφαλής Ολιβιέ Φορ, όσο και του πρώην προέδρου Φρανσουά Ολάντ, χωρίς ωστόσο να έχει ληφθεί απόφαση για κοινή στρατηγική ή πρόσωπο.
Στον χώρο της ριζοσπαστικής Αριστεράς και της Ανυπότακτης Γαλλίας LFI), η διαδοχή του Ζαν-Λυκ Μελανσόν είναι δύσκολο ζήτημα. Ως πιθανά ονόματα για την προεδρική κούρσα του 2027 ακούγονται ο Μανουέλ Μπομπάρ ως εκφραστής της «επόμενης ημέρας» του κινήματος, καθώς και η Ματίλντ Πανό, λόγω της ισχυρής κοινοβουλευτικής της παρουσίας. Παράλληλα, παρότι το διαψεύδει επισήμως, ο ίδιος ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν δεν αποκλείεται να δηλώσει ξανά «παρών».
