Παρήλθε η «εποχή των παγετώνων» στις σχέσεις Ηνωμένου Βασιλείου-Κίνας με την επίσκεψη του Κιρ Στάρμερ στο Πεκίνο συνοδεία πολυπληθούς επιχειρηματικής αντιπροσωπείας. Ο Βρετανός πρωθυπουργός επιχείρησε «άνοιγμα» στο καθεστώς Σι, επιδιώκοντας να τονώσει μια στάσιμη βρετανική οικονομία, χωρίς -τουλάχιστον στη δική του ανάγνωση- να προκαλέσει ανοιχτά την οργή της Ουάσινγκτον. Ωστόσο, ο Ντόναλντ Τραμπ δείχνει «κίτρινη κάρτα», ενώ ο Στάρμερ δέχεται επικρίσεις και στο εσωτερικό της Βρετανίας.
Η επίσκεψη του Κιρ Στάρμερ ήταν η πρώτη Βρετανού πρωθυπουργού στην Κίνα από το 2018, όταν στο Πεκίνο είχε μεταβεί η Τερέζα Μέι, και σηματοδοτεί μια σαφή ρήξη με τη γραμμή που ακολούθησαν διαδοχικές κυβερνήσεις των Συντηρητικών, οι οποίες τα τελευταία χρόνια έδιναν έμφαση κυρίως στην εθνική ασφάλεια, τα ανθρώπινα δικαιώματα και στην αντιμετώπιση της κινεζικής επιρροής. Στο εσωτερικό, αυτή η στροφή δεν πέρασε «αναίμακτα», όπως και το γεγονός ότι ο Στάρμερ άνοιξε την «πόρτα» σε επίσκεψη του Σι Τζινπίνγκ στο Λονδίνο κατά τη σύνοδο της G20 το 2027. Η πρώτη και τελευταία φορά που ο Κινέζος πρόεδρος επισκέφθηκε τη Βρετανία ήταν το 2015, στο απόγειο της λεγόμενης «χρυσής εποχής» των διμερών σχέσεων, επί πρωθυπουργίας Ντέιβιντ Κάμερον.
Η κριτική που ασκείται στον Στάρμερ εδράζεται στο ότι η Κίνα διαθέτει ριζικά διαφορετική κοσμοαντίληψη, δεν είναι αξιόπιστος εταίρος και ότι κάθε οικονομικό «άνοιγμα» ενέχει σοβαρούς κινδύνους. Οι ανησυχίες για την κλίμακα της κινεζικής κατασκοπείας στο βρετανικό έδαφος, οι κατηγορίες για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας στη Σιντζιάνγκ και η υπόθεση του Τζίμι Λάι στο Χονγκ Κονγκ τροφοδοτούν έναν ευρύτερο σκεπτικισμό, που θέτει υπό αμφισβήτηση το κατά πόσο μπορεί να υπάρξει η «πραγματιστική» συνεργασία που επικαλείται ο Στάρμερ.
Παρά τις αντιδράσεις, ο Κιρ Στάρμερ μετέβη στο Πεκίνο με σαφές οικονομικό αφήγημα. Συνοδευόταν από περισσότερους από 60 εκπροσώπους του κόσμου των επιχειρήσεων και του πολιτισμού, μεταξύ των οποίων στελέχη της HSBC, της GSK, της Jaguar Land Rover, της AstraZeneca, αλλά και του National Theatre. Ο στόχος ήταν διττός: αφενός να σταλεί μήνυμα ότι η Βρετανία «επέστρεψε» ως σοβαρός συνομιλητής της Κίνας, αφετέρου να εξασφαλιστούν απτά οφέλη σε όρους επενδύσεων, πρόσβασης στην κινεζική αγορά και χαλάρωσης εμπορικών φραγμών. «Για χρόνια, η προσέγγισή μας προς την Κίνα χαρακτηριζόταν από ασυνέπεια - πότε 'χρυσή εποχή', πότε 'εποχή των παγετώνων'», δήλωσε ο ίδιος, προσθέτοντας: «όμως, είτε μας αρέσει είτε όχι, η Κίνα έχει σημασία για το Ηνωμένο Βασίλειο».
Στη Μεγάλη Αίθουσα του Λαού, ο Κιρ Στάρμερ και ο Σι Τζινπίνγκ επιχείρησαν να δώσουν τον τόνο μιας νέας αρχής. Ο Κινέζος πρόεδρος μίλησε για διάθεση «υπέρβασης των διαφορών» και παρουσίασε την Κίνα ως αξιόπιστη παγκόσμια δύναμη, υποστηρίζοντας ότι «όσο κι αν αναπτύσσεται και ισχυροποιείται, δεν θα αποτελέσει απειλή για άλλες χώρες». Από την πλευρά του, ο Βρετανός πρωθυπουργός χαρακτήρισε την Κίνα «ζωτικής σημασίας» για τα βρετανικά συμφέροντα και ζήτησε μια «πιο ώριμη και εξελιγμένη σχέση», που θα επιτρέπει οικονομική συνεργασία παράλληλα με τη διαχείριση των διαφωνιών.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, απαντώντας σε ερωτήσεις σχετικά με τα «ανοίγματα» στην Κίνα, δήλωσε: «Είναι πολύ επικίνδυνο γι' αυτούς να το κάνουν». Λίγες ημέρες νωρίτερα, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε απευθύνει προειδοποίηση προς την Οττάβα, απειλώντας ότι θα επιβάλει δασμούς 100% στα καναδικά προϊόντα εάν ο πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ προχωρήσει σε εμπορική συμφωνία με το Πεκίνο.
Οι δηλώσεις Τραμπ προκάλεσαν νευρικότητα στη Ντάουνινγκ Στριτ και Βρετανοί αξιωματούχοι έσπευσαν να αποσαφηνίσουν ότι οι ΗΠΑ είχαν ενημερωθεί εκ των προτέρων για το ταξίδι και τους στόχους του. Ο ίδιος ο Στάρμερ ανέφερε πως θεωρεί ότι η κριτική Τραμπ στρέφεται κυρίως προς τον Καναδά και όχι τη Βρετανία. Απαντώντας παράλληλα στην κριτική, κυρίως από τους Συντηρητικούς, που τον κατηγορούν ότι υιοθετεί μια «δουλοπρεπή στάση» απέναντι στην Κίνα, ανέφερε ότι «θα ήταν ανόητο να κάθεται κανείς με το κεφάλι στην άμμο και να αρνείται να εμπλακεί», προσθέτοντας πως «μέσα από την εμπλοκή αξιοποιήσαμε ευκαιρίες και θέσαμε δύσκολα και ευαίσθητα ζητήματα».
Ο Βρετανός πρωθυπουργός υπογράμμισε πως η Κίνα «δεν μπορεί να αγνοηθεί» - είναι η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο και, μαζί με το Χονγκ Κονγκ, ο τρίτος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της χώρας του. Ο Βρετανός υπουργός Εμπορίου, Κρις Μπράιαντ, πήγε ένα βήμα παραπέρα, δηλώνοντας ότι ο Ντόναλντ Τραμπ «κάνει λάθος» και υπενθυμίζοντας πως ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος αυτοχαρακτηρίζεται φίλος του Σι και σχεδιάζει επίσκεψη στην Κίνα.
Στο πρακτικό σκέλος του ταξιδιού Στάρμερ, η Κίνα χαλάρωσε τους κανόνες έκδοσης βίζας για Βρετανούς πολίτες για διαμονή έως 30 ημέρες, φέρνοντας το Ηνωμένο Βασίλειο στο ίδιο καθεστώς με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Συμφωνήθηκε η μείωση κατά 50% των δασμών στο σκωτσέζικο ουίσκι, μια εξέλιξη που, σύμφωνα με την κυβέρνηση, θα μπορούσε να αποφέρει έως και 250 εκατ. λίρες στην επόμενη πενταετία. Η AstraZeneca ανακοίνωσε επένδυση 15 δισ. δολαρίων στην Κίνα για έρευνα και παραγωγή φαρμάκων, τη μεγαλύτερη που έχει πραγματοποιήσει ποτέ στη χώρα, ενώ η Octopus Energy εισέρχεται για πρώτη φορά στην κινεζική αγορά. Παράλληλα, υπήρξαν συμφωνίες σε τομείς όπως η υγεία, η πράσινη τεχνολογία, οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και η συνεργασία για την καταπολέμηση των δικτύων διακίνησης μεταναστών.
Ως ένα από τα απτά «κέρδη» της επίσκεψης Στάρμερ στο Πεκίνο παρουσίασε ταυτόχρονα η Ντάουνινγκ Στριτ την άρση των κινεζικών κυρώσεων σε βάρος τεσσάρων Βρετανών βουλευτών των Τόρις και δύο μελών της Βουλής των Λόρδων. Ο Κιρ Στάρμερ δήλωσε ότι η απαγόρευση ταξιδιών και οι σχετικές κυρώσεις «δεν ισχύουν πλέον», υποστηρίζοντας ότι η εξέλιξη αυτή «δικαιώνει» την προσέγγισή του. Ωστόσο, τα ίδια τα πρόσωπα που είχαν τεθεί στο στόχαστρο του καθεστώτος Σι, λόγω της έντονης κριτικής τους για τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κίνα, αντιμετώπισαν την εξέλιξη με σαφή επιφύλαξη. Σε κοινή τους δήλωση τόνισαν ότι... «δεν αντλούν καμία παρηγοριά» από την απόφαση, επισημαίνοντας ότι άλλοι Βρετανοί πολιτικοί παραμένουν υπό κινεζικές κυρώσεις και διαμηνύοντας ότι «δεν θα φιμωθούν».
Για το ίδιο το Πεκίνο, το όφελος της επίσκεψης Στάρμερ είναι εξίσου πολιτικό και οικονομικό. Ενδεικτική των ευρύτερων γεωπολιτικών ανακατατάξεων, η επίσκεψη εντάσσεται άλλωστε σε μια ευρύτερη κινητικότητα: ο Μαρκ Κάρνεϊ βρέθηκε πρόσφατα στο Πεκίνο ως ο πρώτος Καναδός πρωθυπουργός έπειτα από οκτώ χρόνια, ο Εμανουέλ Μακρόν είχε προηγηθεί τον Δεκέμβριο, ο Φινλανδός πρωθυπουργός Πετέρι Όρπο έγινε δεκτός λίγες ημέρες πριν από τον Βρετανό πρωθυπουργό, ενώ ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς αναμένεται να ακολουθήσει.
Παρά την έμφαση στο εμπόριο, οι πιέσεις στο εσωτερικό της Βρετανίας παραμένουν έντονες. Ο επικεφαλής της MI5 έχει προειδοποιήσει ότι οι Κινέζοι πράκτορες συνιστούν καθημερινή απειλή για την εθνική ασφάλεια, ενώ οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατηγορούν την κυβέρνηση ότι υποβαθμίζει σοβαρά ζητήματα στο όνομα του οικονομικού οφέλους. Η επικεφαλής της Human Rights Watch στο Ηνωμένο Βασίλειο, Γιασμίν Άχμεντ, τόνισε ότι είναι «επιτακτικό ο Στάρμερ να μην εγκαταλείψει τις αρχές του στην επιδίωξη του κέρδους», ζητώντας δημόσια πίεση για την απελευθέρωση του Τζίμι Λάι και για την κατάσταση στο Χονγκ Κονγκ. Ο Βρετανός πρωθυπουργός απάντησε ότι έθεσε τόσο το ζήτημα Λάι όσο και τη μεταχείριση των Ουιγούρων στον Σι Τζινπίνγκ.
Καθώς επιχειρήσει να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο παράλληλα μέτωπα, δηλώνοντας βέβαιος ότι μπορεί να ενισχύσει τους οικονομικούς δεσμούς με το Πεκίνο χωρίς να ζημιώσει τη στρατηγική σχέση με την Ουάσινγκτον, κάτι που μένει να διαφανεί. «Είμαι πραγματιστής, ένας Βρετανός πραγματιστής που εφαρμόζει την κοινή λογική», αναφέρει, υπογραμμίζοντας τη σημασία των σχέσεων με τις ΗΠΑ σε άμυνα, ασφάλεια και πληροφορίες. Παράλληλα υπογραμμίζει ότι «προφανώς δεν πρόκειται ποτέ να κάνει συμβιβασμούς που θα θέτουν σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια».
