Υπάρχουν δύο ειδών θεούσες. Οι παραδοσιακές, με το μαντίλι, το κομποσκοίνι και το μόνιμο παράπονο ότι «χάλασε ο κόσμος». Και οι άλλες, οι σύγχρονες, οι ανακαινισμένες, οι θεούσες του Instagram, του Facebook, των πάνελ και των διακηρύξεων. Αυτές που δεν σταυροκοπιούνται δημοσίως, αλλά σταυρώνουν κόσμο ιδιωτικώς. Αυτές που δεν μυρίζουν λιβάνι, αλλά ηθικό πλεονέκτημα.
Οι δεύτερες είναι πολύ πιο επικίνδυνες. Ότι αυτές δεν χρειάζονται εκκλησία, χρειάζονται μικρόφωνο. Η επικινδυνότητά τους δεν κατοικοεδρεύει στο πένθος που διακονούν, ούτε στην οργή, ούτε στην ανάγκη για δικαιοσύνη. Αυτά είναι ανθρώπινα, συχνά και δίκαια. Επικίνδυνες γίνονται όταν μετατρέπουν το πένθος σε πολιτικό ρόπαλο, την οργή σε επαγγελματική ταυτότητα και την δικαιοσύνη σε σύνθημα κοπτοραπτικής. Κόβουν ό,τι δεν τις βολεύει, ράβουν ό,τι εξυπηρετεί το αφήγημα τους.
Η κρυφή θεούσα δεν φωνάζει «δόξα τω Θεώ». Φωνάζει «δόξα στο θύμα». Και το κάνει με τόση ένταση, ώστε όποιος τολμήσει να ψελλίσει μια επιφύλαξη, μια λεπτομέρεια, μια νομική ένσταση, βαφτίζεται αυτομάτως τέρας, πληρωμένος, συμμέτοχος, ηθικά διεφθαρμένος.
Σ’ αυτή τη χώρα λατρεύουμε τις ιέρειες του απόλυτου. Μας καθησυχάζουν. Μας απαλλάσσουν από τη σκέψη. Μας προσφέρουν ένα έτοιμο ηθικό GPS. Από δω είναι οι καλοί, εκεί οι κακοί. Εδώ τα θύματα, εκεί τα τέρατα. Δεν χρειάζεται να ξέρεις δικονομία, να δείχνεις αποδεικτικά στοιχεία ή πραγματογνωμοσύνες. Χρειάζεται μόνο να πιστέψεις. Και να μισήσεις σωστά.
Έτσι γεννιέται το νέο πανίσχυρο δόγμα. «Όποιος δεν είναι μαζί μας, είναι εναντίον των νεκρών.» Πρόκειται για την πιο ύπουλη μορφή αυταρχισμού. Όχι εκείνη με τις μπότες και τα γκλομπ, αλλά εκείνη με τα δάκρυα και το υψωμένο ηθικό δάχτυλο. Ο αυταρχισμός της συγκίνησης.
Οι κρυφές θεούσες δεν θέλουν δικαιοσύνη. Θέλουν διαρκές προσκύνημα. Θέλουν μια κοινωνία σε μόνιμο πένθος, για να μπορούν να παρελαύνουν στην κεντρική πλατεία ως η ζωντανή της συνείδηση. Θέλουν το έγκλημα άλυτο, τον ένοχο αόρατο, το κράτος αιώνια ένοχο για κάθε τι. Γιατί μόνο έτσι η πίστα τους διατηρείται ανοιχτή σε νέους γύρους αγανάκτησης.
Δεν είναι τυχαίο που μισούν τους πραγματογνώμονες, τα δικαστήρια και τις διαδικασίες. Αυτά χαλάνε το σενάριο. Φέρνουν δεδομένα, εκεί που αρκεί ο μύθος. Φέρνουν χρονικές καθυστερήσεις, εκεί που χρειάζεται άμεση καταδίκη. Φέρνουν τα «ίσως», ακριβώς εκεί που η θεούσα απαιτεί τα «σίγουρα».
Η κρυφή θεούσα δεν θα σου πει ποτέ ψέματα. Θα σου πει μόνο μισές αλήθειες, στη σωστή δόση ώστε να πονάς και να εξαγριώνεσαι. Και στο τέλος θα σου ζητήσει κάτι απλό. Να την εμπιστευτείς ολοκληρωτικά, παρά την λογική σου που διακρίνει την ανεπάρκεια της. Αυτό να το φοβάσαι. Γιατί η φανερή θεούσα είναι γραφική. Η κρυφή είναι πολιτικό φαινόμενο.
(Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις της επικαιρότητας, είναι εντελώς τυχαία και πέραν των προθέσεων του σχολιαστή).
