7ος χρόνος, ημέρα 2097η
Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2021

Τότε που απέκτησα αστυνομική συνοδεία

Θα σας γράψω μια προσωπική ιστορία με αφορμή την υπόθεση της αστυνομικής φύλαξης του Μένιου Φουρθιώτη με 14(;) αστυνομικούς και δυο θωρακισμένα οχήματα. Καθότι αυτά διαβάζω και επίσημες διαψεύσεις δεν διαβάζω. Θα σας την διηγηθώ την ιστοριούλα μου όχι για να περιαυτολογήσω, αλλά για να καταλήξω σ' ένα απλό (και βαθιά υπαρξιακό) ερώτημα. Είμαι αφελής ή ηλίθιος;

Ήταν λίγους μήνες πριν το πρώτο lockdown, όταν ξαφνικά άρχισα να λαμβάνω στο προσωπικό μου mail απανωτά απειλητικά μηνύματα. Έρχονταν επί βδομάδες από τρεις - τέσσερις φανερά ψεύτικους λογαριασμούς και έγραφαν απαίσια και επίφοβα πράγματα. Ότι θα με σκοτώσουν, ότι θα με αφήσουν ανάπηρο, ότι ξέρουν τη διεύθυνση μου, ότι η οικογένεια μου θα πληρώσει «αυτά που κάνω» και άλλα τρομερά παρόμοια.

Στην αρχή δεν έδωσα σημασία, τα είχαμε ξαναζήσει αυτά την περίοδο 2012-15, όταν όλοι οι «συστημικοί» δημοσιογράφοι ήμασταν επικηρυγμένοι από τους αγανακτισμένους, του Χρυσαυγίτες και τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Είπα «κάποιος βλάκας είναι που κρυμμένος στην υπόγα του βγάζει την τρέλα του με μηνύματα». Η επιμονή του όμως, οι λεπτομέρειες για τις κινήσεις μου που υπήρχαν μέσα στα mail του και οι αναφορές στην οικογένεια μου, μετά από ένα σημείο με προβλημάτισαν. «Λες» σκέφτηκα, «να τον βρω κανένα πρωί βγαίνοντας απ’ την πόρτα μου;» ή «να ξυπνήσω μέσα στην νύχτα με το αμάξι μου να καίγεται;» Στον δρόμο παρκάρω.

Μπήκα το λοιπόν στο επίσημο mail της ΕΛΑΣ, πήγα στο εικονίδιο επικοινωνίας, έγραψα τα στοιχεία μου και περίγραψα τις απειλές ρωτώντας τι μπορώ να κάνω. Δεν ξέρω αν οφείλονταν στο όνομα και την ιδιότητα που διάβασαν ή έτσι δουλεύουν, πάντως την επομένη επικοινώνησε μαζί μου ένας αξιωματικός. Με ρώτησε πολλά πράγματα, διάβασε τα απειλητικά mails που είχα κρατήσει και του έστειλα, με συμβούλευσε να παίρνω κάποιες στοιχειώδεις προφυλάξεις και μου είπε ότι θα επανέλθει.

Μια βδομάδα αργότερα, ήρθε στο σπίτι μου ένα συστημένο γράμμα από την διεύθυνση φύλαξης υψηλών προσώπων ή κάτι τέτοιο, που με ενημέρωνε ότι κάποιο υπηρεσιακό τους συμβούλιο είχε εκτιμήσει ότι διατρέχω υπαρκτό κίνδυνο και μου χορηγεί έναν αστυνομικό για την προσωπική μου ασφάλεια. Έπρεπε εντός δεκαπενθημέρου να προτείνω αστυνομικό –αν είχα προφανώς- αλλιώς θα τον επέλεγε η υπηρεσία. Ομολογώ ότι έμεινα εμβρόντητος. Ούτε που είχα φανταστεί ποτέ τον εαυτό μου με συνοδεία αστυνομικού, αφήστε που χλεύαζα συστηματικά τους συναδέλφους που έβλεπα να κυκλοφορούν με κουστωδία.. Άλλο πράγμα είχα φανταστεί εγώ όταν έγραφα το mail προς την ΕΛΑΣ, ας πούμε να έχει μια παραπάνω έννοια για την περιοχή μου το τοπικό αστυνομικό τμήμα (ειδικά τα βράδια) ή να κάνουν καμιά βόλτα απ’ τον δρόμο μου πότε-πότε οι μηχανοκίνητοι της ΔΙΑΣ που κινούνται στον δήμο μου.

Πήρα τηλέφωνο στο νούμερο που έγραφε η επιστολή και ρώτησα κάποιον υπεύθυνο τι ακριβώς σημαίνει να έχω αστυνομικό για την προστασία μου. Μου είπε ότι ο αστυνομικός αυτός με ακολουθεί παντού και με προστατεύει, τόσο απλά. Παντού και όσες ώρες είμαι εκτός σπιτιού. Ομολογώ ότι στην αρχή ψευτοκολακεύτηκα. «Έγινα μεγαλοδημοσιογράφος» σκέφτηκα γελώντας, «απέκτησα και αστυνομική συνοδεία.» Μετά όμως φούντωσαν μέσα μου διάφορες σκέψεις και αμφιβολίες:

«Μα είναι δυνατόν να κυκλοφορώ εγώ μπροστά και πίσω μου να έρχεται ένας σωματοφύλακας; Θα με βλέπει ο κόσμος και τι θα σκέφτεται; Θα κάνω τώρα εγώ αυτά που κορόιδευα; Και είναι δυνατόν να τον ενημερώνω τι θα κάνω και που θα πάω και με ποιον ή ποιαν; Μπορώ εγώ να διατάζω άνθρωπο; Ούτε στον γάτο μου δεν μπορώ να κάνω κουμάντο, σε αστυνομικό θα κάνω τον αρχηγό; Και θα κάθομαι εγώ κάπου να πίνω το ποτό μου κι αυτός θα ξεροσταλιάζει απ’ έξω περιμένοντας με; Και είναι πραγματικός ο κίνδυνος που διατρέχω ή υπερβολές του μυαλού μου; Εδώ ολόκληρη η περιοχή του χωριού μου κάτω στην Κρήτη έχει τρεις αστυνομικούς όλους κι όλους, εγώ μόνος μου θα 'χω έναν;» Περιττό να πω τι με συμβούλευσαν δυο - τρεις στενοί φίλοι που ρώτησα: «Ρε μαλάκας είσαι; Πάρτον, τι σε πειράζει, εσύ τον πληρώνεις; Για την ασφάλεια σου είναι.»

Να μην σας τα πολυλογώ, βουρλιζόμουν επί δεκαήμερο χωρίς να παίρνω το τηλέφωνο που περίμενε η ΕΛΑΣ για να ξεκινήσει η φύλαξη μου. Μέχρι που επικοινώνησαν εκείνοι και με ρώτησαν επιτακτικά, διότι είχαν εκκρεμότητα. Τότε, το ίδιο βράδυ, έκατσα και τους έγραψα ένα δεύτερο mail, με το οποίο τους ευχαριστούσα θερμά για την ανταπόκριση, πλην δεν χρειαζόμουν πια συνοδεία. Μόλις το ‘στειλα, ένιωσα να φεύγει ένα βάρος από πάνω μου. Δεν το ‘κανα ούτε από σεμνότητα, ούτε από λαϊκότητα, ούτε από μετριοφροσύνη, ούτε από αίσθηση κοινωνικού καθήκοντος. Το έκανα γιατί δεν είμαι μαθημένος να ζω έτσι και διότι όσο κι αν έχω καβαλήσει το καλάμι λόγω δουλειάς και αναγνωρισιμότητας, δεν το ‘χω καβαλήσει τόσο, ώστε να κορδώνομαι περπατώντας μπροστά από έναν κουμπουροφόρο που με φυλάει, λες και είμαι ο Αβραάμ Πάπας.

Και μετά ταύτα, έρχομαι να ρωτήσω. Είμαι κανονικός άνθρωπος ή κανένας ηλίθιος και αφελής; Έλα ντε. Άγνωστο. Και αφήνοντας στην άκρη την απόφαση της αστυνομίας να φυλάει με τόσα άτομα τον Μένιο Φουρθιώτη, απόφαση για την οποίαν κάποια δικαιολογία θα υπάρχει ελπίζω, προχωρώ στο επόμενο βαρύ φιλοσοφικό ερώτημα. Με ποια προσόντα, ποια κότσια και ποια εσωτερικά αποθέματα θράσους, κάποιοι άνθρωποι θεωρούν ότι δικαιούνται να τους φυλάνε δυο θωρακισμένα αμάξια και μια ντουζίνα αστυνόμοι; Τι διάολο επιστρατεύουν εντός τους και νιώθουν τόση αυτοπεποίθηση ώστε να επιδεικνύουν καταπερήφανοι μια τόσο πελώρια συνοδεία την ώρα που βγαίνουν στον δρόμο; Νιώθουν πράγματι τόσο σημαντικοί, τόσο πολύτιμοι για τον πλανήτη; Απορώ, απορώ…

ΥΓ. Τα απειλητικά mails συνέχισαν για ένα διάστημα και ξαφνικά κόπηκαν μαχαίρι, δίχως να μου συμβεί ποτέ το παραμικρό.