Το πρόβλημα με τον κυρανακισμό

Το πρόβλημα με τον κυρανακισμό

Την εποχή που οι πρόεδροι των κομμάτων εξουσίας εκλέγονταν από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του κόμματος, η πορεία κάθε φιλόδοξου βουλευτή εξαρτιόταν από την ομάδα του ισχυρού παίκτη του κόμματος που θα κατάφερνε να ενταχθεί μόνο εάν τον δεχόταν κι εκείνος στην ομάδα του. Τότε, ο κάθε βουλευτής ήταν και εκλέκτορας του εκάστοτε αρχηγού, δηλαδή είχε ρόλο στη διατήρηση των εσωκομματικών ισορροπιών.

Οι ομάδες, στη Νέα Δημοκρατία ευρύτερα γνωστές ως «βαρονίες», ήταν οι κόμβοι απ’ όπου ξεκινούσαν και κατέληγαν τα πελατειακά δίκτυα που συνδέονταν με την κοινωνία κυρίως με όρους γεωγραφικούς. Ακόμα και σήμερα, στον τελευταίο ανασχηματισμό για παράδειγμα, ακούγαμε κάποιους να αναρωτιούνται αν θα «εκπροσωπηθεί στην κυβέρνηση» η τάδε ή η δείνα γεωγραφική περιφέρεια της χώρας. 

Όμως η εκλογή στην προεδρία της Νέας Δημοκρατίας της προσωποποίησης του αντιλαϊκιστικού μετριοπαθούς Κέντρου, του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, μπορεί να μην σήμανε και τη διάλυση των βαρονιών αλλά μετέτρεψε τη Νέα Δημοκρατία, για πρώτη φορά στην ιστορία της, σε πομπό πολιτικού λόγου μοναδικής ποιότητας. 

Το γεγονός ότι ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης μιλούσε σκληρά πολιτικά, με ξεκάθαρες ιδεολογικές αναφορές στον πολιτικό φιλελευθερισμό (χαρακτηριστική η συνεργασία της Νέας Δημοκρατίας τότε με το γερμανικό φιλελεύθερο think tank Friedrich Naumann) ανάγκασε και τους υπόλοιπους βαρόνους του κόμματος να επιχειρήσουν να ανασυγκροτηθούν πολιτικά ψελλίζοντας κάποια λογάκια, στη βάση της ιδεολογίας.

Απέτυχαν βέβαια, γιατί η δεξιά που είχε αφήσει τους ηττημένους του Εμφυλίου να γράψουν την ιστορία αφού το μόνο που ήξερε να κάνει ήταν να στήνει ανδριάντες χωροφυλάκων με κατόρθωμά τους μόνο ότι είχαν πετσοκόψει από 1-2 κομμουνιστές ο καθένας, ήταν απλώς αδύνατον να αντιπαρατεθεί με όρους ιδεολογικούς στον πολιτικό οδοστρωτήρα που λεγόταν Κωνσταντίνος Μητσοτάκης που κάθε φορά που εμφανιζόταν στη Βουλή έδινε πραγματικό ρεσιτάλ με την πολιτική του βιρτουοζιτέ αφήνοντας άναυδους φίλους και αντιπάλους. Γι αυτό και το μόνο που είχαν να πουν γι αυτόν οι εσωκομματικοί του αντίπαλοι ήταν ότι υπήρξε ένα «ξένο σώμα» για την παράταξη. 

Πάντως, έτσι παιζόταν τότε το παιχνίδι και έτσι παίχτηκε και μετά την αποχώρηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη από την ηγεσία του κόμματος, κυρίως από τον Κώστα Καραμανλή, έναν άνθρωπο μορφωμένο, «του βιβλίου», πολύ συγκροτημένο και υπερταλαντούχο στην «πολιτική μπάλα». Κι αυτός είχε απέναντι του τον σημαντικότερο πρωθυπουργό της Μεταπολίτευσης, τον καθηγητή Κώστα Σημίτη, με τον οποίο κατάφερε να αντιπαρατεθεί παλικαρίσια με ιδεολογικούς όρους, αρθρώνοντας ένα πειστικό εναλλακτικό αφήγημα.

Η εκλογή των προέδρων από τη βάση και μάλιστα με ανοιχτές διαδικασίες, διέλυσε την οργανική σχέση των βουλευτών με τον εκάστοτε πρόεδρο του Κόμματος, ο βουλευτής δεν είναι πλέον εκλέκτορας και η επιρροή του στις εσωκομματικές εξελίξεις περιορίστηκε, οι βαρωνίες έχουν διαλυθεί κι όλα αυτά συνέβησαν σε μια συγκυρία πρωτοφανούς πολιτικής κρίσης, διάδοσης των social media ως Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας, δηλαδή αδιαμεσολάβητης επικοινωνίας μεταξύ πολιτικών και πολιτών, μια εποχή ραγδαίας απαξίωσης της πολιτικής σε βαθμό που  να ασχολούνται με αυτή μόνον οι ανεπάγγελτοι, οι ανάξιοι και τα νούμερα των τηλεοπτικών πάνελ.

Σε αυτή την πολιτική πραγματικότητα πως να διακριθεί ένας βουλευτής; Τι να κάνει, όταν πρόκειται για ένα «ατομάκι», χωρίς καμία μόρφωση, με μηδενική πολιτική παιδεία, με ανύπαρκτους δεσμούς με την κοινωνία την οποία συνήθως και μισεί; Τι να κάνει λοιπόν η κάθε ασημαντότητα που ευνοημένη από την παραζάλη της εποχής βρέθηκε να καταλαμβάνει βουλευτικό έδρανο φορώντας μάλιστα τη φανέλα ενός πολύ σημαντικού κόμματος;

Νούμερα στο τουίτερ και τα πάνελ θα κάνει. Κι αυτό κάνει. 

Κάποιος μπορεί εύλογα να μας αντιγυρίσει ότι αφού αυτά τα φαινόμενα τα βλέπουμε ως παρωδία της πολιτικής  κακώς ασχολούμαστε. Η θητεία του προέδρου Τραμπ, οι εικόνες από την εισβολή στο Καπιτώλιο αλλά και η παρουσία στην ελληνική Βουλή του Κυριάκου Βελόπουλου είναι η απάντηση. Ζούμε στην εποχή που τα σκουπίδια καταλαμβάνουν τις υψηλότερες θέσεις στον πλανήτη και μιλάμε για αιρετά αξιώματα. 

Ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης γνωρίζει από πολιτική θεωρία όσο ελάχιστοι συνάδελφοί του πολιτικοί, ίσως και να μην υπάρχει άλλος βουλευτής που να έχει τη δική του θεωρητική επάρκεια. Γι αυτό και σωστά έχει αναγνωρίσει την ακροδεξιά ως τον πιο επικίνδυνο αντίπαλο της Νέας Δημοκρατίας. 

Μόνο που τα «ατομάκια» που κάνουν νούμερα στο τουίτερ και τα τηλεοπτικά πάνελ δεν είναι ακροδεξιοί. Δεν είναι τίποτα, δεν είναι καν πολιτικά υποκείμενα ώστε να πρέπει κανείς να καταφύγει στην πολιτική θεωρία για να αναζητήσει τρόπους διαχείρισής τους. Είναι του ιδίου φυράματος με αυτούς που φόρεσαν προβιές και επιχείρησαν να καταλάβουν το αμερικανικό Καπιτώλιο επειδή τους το είπε ένας τύπος σαν τον Τραμπ. Δεν έχουν φέρει ούτε μία ψήφο στη Νέα Δημοκρατία, για να εκλεγούν πλιατσικολόγησαν από το ρεύμα που δημιούργησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην κοινωνία. Κάποιοι από αυτούς ισχυρίζονται ότι λειτουργούν ως ανάχωμα της Άκρας Δεξιάς και τη συγκρατούν ώστε να μην κατέβει αυτόνομη στις εκλογές σκοράροντας μέχρι και 8%. Αστεία πράγματα, αυτά συνέβησαν την προηγούμενη δεκαετία.  Και φυσικά όλοι αυτοί, δεν έχουν καμία ιδεολογική σχέση με την ελληνική ακροδεξιά. Προ ημερών ο κ.Μάκης Βορίδης διαφώνησε με τον πρωθυπουργό για την κάνναβη με όρους καθαρά ιδεολογικούς. Δεν μιλάμε για τέτοιες περιπτώσεις.

Το ότι απέκτησαν ορατότητα επειδή γαύγιζαν στα πάνελ σε στελέχη επιπέδου του Νίκου Καρανίκα, δεν τους προσδίδει άλλη ιδιότητα πέραν αυτής του συνομιλητή του κάθε γραφικού Καρανίκα. 

Το ότι έχουν ένα ακροατήριο οφείλεται μόνο στο ότι αυτοί οι τύποι υπάρχουν. Αν εκλείψουν κανείς δεν θα τους αναζητήσει γιατί δεν έχουν καμία απολύτως αναφορά στην ελληνική κοινωνία. 

Τα συνθήματα που κοάζουν δίνουν το μέτρο της λαϊκιστικής ασχήμιας απέναντι στο συγκροτημένο πολιτικό λόγο ως ο νέος χορός βατράχων της γνωστής αριστοφανικής κωμωδίας που σατίριζε την πολιτιστική παρακμή της Αθήνας και είναι τόσο αποκομμένα από την ιστορική πραγματικότητα που τα ενέπνευσε που οι περισσότεροι που τα χειροκροτούν δεν ξέρουν καν σε τι ακριβώς αναφέρονται. Σίγουρα δεν συνδέονται ούτε με το πορτοφόλι τους, ούτε με τους φόρους που πληρώνουν, ούτε με την ποιότητα των υπηρεσιών της δημόσιας υγείας και παιδείας. Δηλαδή, με κάποιο από τα αιτήματα που έδωσαν την αυτοδυναμία στη Νέα Δημοκρατία. 

Φυσικά αυτά τα «ατομάκια» έχουν ηγετικές φιλοδοξίες. Και στρατηγικός τους στόχος είναι να αποξενώσουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη από το πολιτικό κέντρο που τον αναγνωρίζει πλέον ως το μοναδικό φυσικό του ηγέτη, να τον αποδυναμώσουν ώστε να τον φάνε στην πρώτη δύσκολη στροφή. 

Δεν πρέπει να τα καταφέρουν. 

Η χώρα ζει ένα μοναδικό πολιτικό πείραμα: δεξιοί, κεντροδεξιοί και κεντροαριστεροί, Έλληνες πατριώτες όλοι τους, αποφάσισαν να παραμερίσουν τα ατομικά ιδεολογικά τους πιστεύω και να υποστηρίξουν τη Νέα Δημοκρατία επειδή θεωρούν ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν πρέπει να καθυστερήσουν και ο πλέον αξιόπιστος φορέας για την υλοποίησή τους είναι μια κυβέρνηση υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη. 

Αυτή την ιστορικών διαστάσεων υπέρβαση των πολλών για το καλό της Ελλάδας, κανένας αριβίστας των τηλεοπτικών πάνελ και του τουίτερ δεν έχει δικαίωμα να την απειλήσει και μάλιστα με την ανοχή της ηγεσίας της Νέας Δημοκρατίας.