8ος χρόνος, ημέρα 2275η
Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2022

Τι δείχνει η ακτινογραφία των αριθμών της Ελληνικής Οικονομίας

Οι αριθμοί λένε πάντα την αλήθεια. Αποδεικνύοντας έτσι, είτε την επιτυχία, είτε την αποτυχία των πολιτικών, που σχεδιάζονται και εφαρμόζονται. Αντικειμενικά, τα αποτελέσματα του τρίτου τριμήνου του 2021, σε μια σειρά από σημεία κλειδιά είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά και βρίσκονται εντός στόχων, με μικρές αποκλείσεις προς τα πάνω.

Η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), ανακοίνωσε μια σειρά από μεγέθη, στην πρόσφατη τριμηνιαία της έκδοση. Και επειδή οι αριθμοί είναι όπως προείπαμε αληθινοί, αλλά και λίγο βαρετοί για τους αναγνώστες, θα καταγράψουμε μόνο τους απολύτως απαραίτητους, που θα μας προσφέρουν το περίγραμμα της μεγάλης εικόνας.

Έτσι ο ρυθμός ανάπτυξης του ΑΕΠ έφτασε το 13,4% σε σχέση με το Γ’ τρίμηνο του 2021. Και παρ’ όλο που η αύξηση αυτή υπολείπεται του 16,2% του Β’ τριμήνου, ο αρχικός στόχος του ετήσιου ρυθμού ανάπτυξης του ΑΕΠ της τάξης του 6,9%, όχι μόνο είναι επιτεύξιμος, αλλά ίσως να φανεί και συντηρητικός.

Το σύνολο των ακαθάριστων επενδύσεων παγίου κεφαλαίου αυξήθηκε κατά 18,1%.

Οι εξαγωγές αγαθών αυξήθηκαν κατά 9,2% και οι εξαγωγές υπηρεσιών κατά 84,6%. Στο σύνολο τους, οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 48,6% σε σύγκριση με το Γ’ τρίμηνο του 2020.

Οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 21,7%, με τις εισαγωγές αγαθών να αυξάνονται κατά 10,1% και των υπηρεσιών κατά 58,1%.

Τέλος, η συνολική τελική καταναλωτική δαπάνη αυξήθηκε κατά 7,3%, σε σύγκριση με το Γ’ τρίμηνο του 2020.

Δε χρειάζεται να είναι κανείς οικονομολόγος, για να αντιληφθεί τη σημασία των ρυθμών αύξησης όλων των προαναφερθέντων μεγεθών και τις θετικές επιπτώσεις που επιφέρουν στην πραγματική οικονομία, στην απασχόληση και στο εισόδημα των πολιτών. Διότι η ανάπτυξη, δεν είναι μόνο για τους λίγους, όπως αρέσκεται να λέει η αντιπολίτευση. Ίσα – ίσα, που διαχέεται σε όλη την κοινωνία.

Η αύξηση της κατανάλωσης, που σε μεγάλο βαθμό οφείλεται και στην ανέλπιστα έντονη και μακρά τουριστική περίοδο, οδήγησε στην υπέρβαση των φορολογικών εσόδων του Δημοσίου κατά 480 εκατ. ευρώ, κυρίως λόγου του ΦΠΑ. Αν μάλιστα λάβουμε υπ’ όψιν μας την αύξηση των ηλεκτρονικών πληρωμών, που έχουν ξεπεράσει ακόμα και τα επίπεδα του Νοεμβρίου του 2019 κατά 30% και την εφαρμογή των ηλεκτρονικών βιβλίων myDATA, στην οποία η πλήρης μετάβαση παρατάθηκε μέχρι το τέλος του έτους, αναμένεται η τάση αυτή να διατηρηθεί.

Και με δεδομένο, ότι η φοροδιαφυγή στον ΦΠΑ, ανέρχεται στη χώρα μας στα 5,35 δισ. ευρώ, αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τα περιθώρια που υπάρχουν στα πλαίσια της επίτευξης της φορολογικής συμμόρφωσης, μέσω της υιοθέτησης της myDATA.

Υπάρχουν όμως και άλλα θετικά νέα, που αναμένονται να συμβούν μέσα στο 2022, τα οποία οι ξένοι επενδυτές σημειώνουν από τώρα στο καλαντάρι τους.

Σύμφωνα λοιπόν με εκτιμήσεις ξένων αναλυτών, η Ελλάδα θα ακολουθήσει και μέσα στο 2022, την πολιτική της έκδοσης νέων ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου (ΟΕΔ) που εφαρμόστηκε το 2021, προς αποπληρωμή παλαιών ακριβότερων δανείων του ΔΝΤ. Έτσι μέσα στο 2022 αναμένεται να εκδοθούν ΟΕΔ ύψους 12 δισ., έναντι 14 δισ. του 2021. Μάλιστα σύμφωνα με εκτίμηση του πρακτορείου Reuters, η κυβέρνηση προτίθεται να προβεί και στην έκδοση του πρώτου «πράσινου ομολόγου» με αποκλειστικό σκοπό τη χρηματοδότηση της πράσινης μετάβασης.

Οι ξένοι αναλυτές εκτιμούν ότι η Ελληνική πλευρά θα επιτύχει να διατηρηθεί η προστασία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) απέναντι στα ΟΕΔ, έτσι ώστε να μην αποκλειστούν από τα προγράμματα στήριξης της ΕΚΤ που λήγουν τον Μάρτιο του 2022.

To κερασάκι στην τούρτα των θετικών νέων έρχεται από την Αμερικανική τράπεζα JPMorgan, η οποία προβλέπει ότι η Ελληνική οικονομία θε επανέλθει στη «επενδυτική βαθμίδα» των διεθνών οίκων αξιολόγησης μέσα στο δεύτερο εξάμηνο του 2022. Δηλαδή νωρίτερα από τις αρχικές εκτιμήσεις που την τοποθετούσαν στο Α’ εξάμηνο του 2023. Κάτι που σημαίνει ότι το Ba3 της Moody’s, από το Νοέμβριο του 2020, το ΒΒ της Fitch από τον Απρίλιο του 2020 και το ΒΒ του S&P από τον Απρίλιο του 2021, θα αποτελέσουν σύντομα στοιχεία του ένοχου παρελθόντος.

Η ακτινογραφία των αριθμών της Ελληνικής Οικονομίας, είναι ομολογουμένως αισθητά καλύτερη, από την προϋπάρχουσα. Αναμένονται βέβαια περαιτέρω βελτιώσεις στον δείκτη Χρέους προς ΑΕΠ, μείωση του μισθολογικού κόστους στο Δημόσιο τομέα που δείχνει να έχει πάρει την ανιούσα, αλλά και ισχυρές μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις, όπως για παράδειγμα στον τρόπο λειτουργίας της Δικαιοσύνης, καθώς και στον τρόπο ανάδειξης στελεχών και κάλυψης διοικητικών θέσεων στον ευρύτερο χώρο του Δημοσίου.

Ωστόσο, στις μεταρρυθμίσεις, οι βελτιώσεις δεν ποσοτικοποιούνται άμεσα και τα αποτελέσματα εμφανίζονται σε βάθος χρόνου, προσφέροντας τον πρώτο καιρό μόνο δυσαρέσκεια, από την πλευρά των συμφερόντων που θίγονται. Και αυτό έχει ασφαλώς πολιτικό κόστος.