Το πραγματικό κύμα φυγής επιχειρήσεων περνά κάτω από τα... ραντάρ

Το πραγματικό κύμα φυγής επιχειρήσεων περνά κάτω από τα... ραντάρ

Καθαρή έξοδο από το αντιαναπτυξιακό περιβάλλον της Ελλάδας και το cοuntry risk δεν αναζητούν μόνο μεγάλοι διεθνοποιημένοι όμιλοι αλλά και μικρότερες εταιρείες, που επιλέγουν με αμείωτο ρυθμό να δραστηριοποιηθούν στα Βαλκάνια και την Κύπρο.

Το κύμα φυγής αυτών των επιχειρήσεων αποτυπώνεται μόνο ως ένα βαθμό, καθώς πολλές επιλέγουν ολοένα και περισσότερο να συστήσουν, γι'' αυτόν ακριβώς το σκοπό κάποια offshore σε φορολογικούς παραδείσους, όπως εξηγεί στο Liberal.gr ο Χάρρυ Παπαπανάγος, καθηγητής Οικονομικών στο τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

«Δηλαδή η ίδρυση μιας νέας παραγωγικής επιχείρησης π.χ. στη Βουλγαρία, εμφανίζεται να προέρχεται από εταιρεία με έδρα το Λιχτενστάιν, το Λουξεμβούργο ή την Κύπρο, όταν πίσω από αυτή βρίσκεται μια αμιγώς ελληνική επιχείρηση, άρα ένα τμήμα της μετανάστευσης κεφαλαίων είναι αθόρυβο, γι' αυτό και δεν μπορεί να μετρηθεί από τα επίσημα στατιστικά», όπως ο ίδιος λέει χαρακτηριστικά.

Εκτιμά πάντως  ότι η έξοδος προς τη ΝΑ Ευρώπη, είτε ως μεταφορά παραγωγικής δραστηριότητας και έδρας, είτε μέσω offshore, θα συνεχιστεί, αφού σήμερα η Ελλάδα, με εξαίρεση τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και την Τουρκία, έχει το πιο δύσκολο επιχειρηματικό περιβάλλον και στις 13 χώρες των Βαλκανίων.

Συνέντευξη στον Γιώργο Φιντικάκη

- Τι μας δείχνει για την ελληνική οικονομία η κίνηση του Τιτάνα να μεταφέρει την έδρα του στο Βέλγιο, δύο μόλις μήνες μετά την αποφοίτηση της Ελλάδας από το 3ο Μνημόνιο;

H φυγή τώρα του Τιτάνα, ακολουθεί αντίστοιχες κινήσεις παλαιότερα των Βιοχάλκο, S&B Βιομηχανικά Ορυκτά, 3Ε, και ΦΑΓΕ, όμιλοι που έκριναν όλοι ότι η μετανάστευση της έδρας τους είναι μονόδρομος αν θέλουν να συνεχίσουν να πρωταγωνιστούν στην παγκόσμια αγορά. 

Η μεταφορά έδρας τώρα του Τιτάνα, ενός ομίλου με πάνω από 5.400 εργαζόμενους διεθνώς, 14 εργοστάσια παραγωγής, και εμπορική παρουσία σε όλο τον πλανήτη, εμπεριέχει ασφαλώς ένα αρνητικό συμβολισμό για την ελληνική οικονομία και τις αναπτυξιακές της προοπτικές.

Συνδέεται με τη δυσχέρεια που προφανώς βλέπει ο όμιλος ως προς την υλοποίηση της αναπτυξιακής του προοπτικής, το υψηλό κόστος δανεισμού για μια επιχείρηση που χαρακτηρίζεται ως «ελληνική εταιρεία», το γεγονός ότι δεν μπορεί πλέον να σηκώσει ρευστότητα από το μικρό και ρηχό ελληνικό χρηματιστήριο. Ταυτόχρονα έχουν ληφθεί υπόψιν και οι μακροπρόθεσμες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, και προφανώς εκτιμήθηκε ότι αυτές δεν θα είναι ιδανικές.

Αναφέρομαι στη δυσκολία του Δημοσίου να δανειστεί από τις αγορές, το οποίο αν δεν καταφέρει να κερδίσει σταδιακά την εμπιστοσύνη τους, ώστε να αποκλιμακωθούν σημαντικά τα επιτόκια, τότε η Ελλάδα θα επιστρέψει σε μια κατάσταση χειρότερη και από του 2010, αφού μετά από τρία συνεχή μνημόνια, αυτή δεν θα έχει πετύχει απολύτως τίποτε.

Ακόμη όμως και αν η Ελλάδα καταφέρει και βγει στις αγορές, δυσκολεύομαι να διακρίνω τους παράγοντες που θα οδηγήσουν σε ραγδαία μείωση των spreads, γεγονός που με τη σειρά του σημαίνει ότι το κόστος δανεισμού του ιδιωτικού τομέα θα παραμείνει υψηλό. Ένα ακριβό όμως κόστος χρήματος για επιχειρήσεις, τράπεζες και τελικά για τα νοικοκυριά σημαίνει με τη σειρά ότι δεν μπορεί να στηρίξει μια προοπτική ισχυρής ανάπτυξης. Σύμφωνα με τα παραπάνω, θα μπορούσε κανείς να πει ότι όσο μια επιχείρηση δεν διεθνοποιείται και δεν «αποδεσμεύεται» από το χαρακτηρισμό της ως ελληνική, δύσκολα μπορεί να ελπίζει ότι θα μειωθεί γι' αυτήν το κόστος χρήματος.

- Πόσο αυτό δυσκολεύει μια ελληνική επιχείρηση να ανταγωνιστεί μια ομοειδής επιχείρηση όχι μόνο από τη Δ.Ευρώπη, αλλά και από τη γειτονιά μας;

Κάθε χρόνο και περισσότερο αν σκεφτείτε ότι εκτός από το κόστος χρήματος, πολλοί γείτονες προσφέρουν στις επιχειρήσεις ένα ολοένα και καλύτερο επιχειρηματικό περιβάλλον συγκριτικά με το ελληνικό.

Σήμερα λοιπόν η Ελλάδα θεωρείται ως η δυσκολότερη χώρα για επιχειρηματικότητα σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση των 28, σύμφωνα με το δείκτη Ease of Doing Business της Παγκόσμιας Τράπεζας ανάμεσα σε 190 χώρες.

Το πιο δυσάρεστο όμως είναι αυτό που ακολουθεί. Με εξαίρεση τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και τη Τουρκία, η Ελλάδα έχει το πιο δύσκολο επιχειρηματικό περιβάλλον και στις 13 χώρες των Βαλκανίων. Αν μάλιστα εξετάσουμε τι συμβαίνει στη περιοχή της Μαύρης Θάλασσας, με εξαίρεση το Αζερμπαϊτζάν, τη Τουρκία και την Ουκρανία, και πάλι η Ελλάδα κατέχει το θλιβερό τίτλο της χώρας με το πιο δύσκολο επιχειρηματικό περιβάλλον. Σκεφτείτε ότι κατέχει την 143η θέση ως προς τη καταγραφή της ιδιοκτησίας, και την 133η θέση ως προς το νομικό πλαίσιο για επίλυση διαφορών, κατέχοντας και στους δύο δείκτες τη χαμηλότερη θέση στις χώρες της Μαύρης Θάλασσας και των Βαλκανίων.

- Εφόσον όμως όλες οι γειτονικές μας χώρες γίνονται όλο πιο ανταγωνιστικές έναντι της Ελλάδας, εύλογα γεννάται το ερώτημα κατά πόσο συνεχίζεται η έξοδος των ελληνικών επιχειρήσεων προς τα Βαλκάνια, και αν ναι, ποια μορφή, αυτή προσλαμβάνει; Της μεταφοράς παραγωγής ή έδρας;

Καταρχήν, πράγματι υπάρχει σημαντική έξοδος ελληνικών επιχειρήσεων σε ολόκληρη τη περιοχή της ΝΑ Ευρώπης, όπως επίσης σε χώρες φιλικές προς την επιχειρηματικότητα με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Κύπρο, καθώς και προς άλλους φορολογικούς παραδείσους.  

Έχουμε προς τις χώρες αυτές και μετεγκατάσταση της παραγωγικής διαδικασίας, όσο και μεταφορά έδρας, όμως σε μεγάλο βαθμό πρόκειται για κινήσεις που δεν μπορούν να καταγραφούν, καθώς περνούν κάτω από τα επίσημα ραντάρ.

Το πραγματικό δηλαδή κύμα «φυγής» ελληνικών επιχειρήσεων προς τα Βαλκάνια και τη ΝΑ Ευρώπη δεν αποτυπώνεται στα επίσημα στατιστικά στοιχεία, καθώς πολλές επενδύουν στη γειτονιά μας, μέσω υπεράκτιων εταιρειών (offshore) και φορολογικών παραδείσων.

Δηλαδή η ίδρυση νέας επιχείρησης και η επένδυση π.χ. στη Βουλγαρία, εμφανίζεται να προέρχεται από εταιρεία με έδρα το Λιχτενστάιν, το Λουξεμβούργο ή την Κύπρο, όταν πίσω από αυτή βρίσκεται μια αμιγώς ελληνική επιχείρηση. Ένα τμήμα δηλαδή της «φυγής» των ελληνικών επιχειρήσεων και των επενδύσεων προς τη ΝΑ Ευρώπη, είναι «αθόρυβο», γι' αυτό και δεν μπορεί να μετρηθεί από τα επίσημα στατιστικά.

- Ένας τόπος προσέλκυσης ελληνικών κεφαλαίων και μάλιστα με αυξανόμενο ρυθμό είναι η Κύπρος. Χαρακτηριστικά είναι τα προ ημερών στοιχεία από το Τμήμα Εφόρου Εταιρειών της Κύπρου, που δείχνουν ότι το 2017 εγγράφηκαν στο νησί 1.779 ελληνικές εταιρείες, όσες περίπου και το 2016, ενώ μόνο στο πρώτο εννεάμηνο του 2018 -χρονιά εξόδου από τα μνημόνια- οι εγγραφές είχαν φτάσει τις 1.225 εταιρείες με μετόχους ή διευθυντές με ελληνική υπηκοότητα. Τι δείχνει αυτό;

Δείχνει ότι η κυπριακή οικονομία γίνεται όλο και πιο ανταγωνιστική, βελτιώνει συνεχώς το επιχειρηματικό της περιβάλλον, τρέχει με ρυθμό ανάπτυξης πάνω από 4% του ΑΕΠ, και ότι μπορεί και προσελκύει κεφάλαια από την Ανατολή έως τη Δύση.

Σκεφτείτε ότι το κατά κεφαλήν εισόδημα της Κύπρου σε μονάδες ισοδύναμης αγοραστικής δύναμης αντιστοιχεί σε 34.716 δολάρια, έναντι 25.879 δολάρια της Ελλάδας. Σκεφτείτε ότι αυτή η ψαλίδα δεν θα μειώνεται, παρά θα διευρύνεται, αφού η Κύπρος προβλέπεται να αναπτύσσεται με 3% την επόμενη 5ετία, έναντι 1,5%-2% του ελληνικού.

Δείτε την ανεργία της Κύπρου που βρίσκεται στο 7,3%, όταν εμείς θεωρούμε ως μέγιστη επιτυχία τη πρόσφατη μείωση της στα επίπεδα του 19%. Όχι μόνο το παρόν, αλλά και το μέλλον της Κύπρου φαίνεται πολύ πιο ρωμαλέο εκείνου της Ελλάδας, και όλα δείχνουν ότι η ψαλίδα θα μεγαλώσει ακόμη περισσότερο.