ΓΔ: 903,48 -3,60 (-0,40 %)

Τζίρος: 69,43 εκατ. €   RT

7ος χρόνος, ημέρα 2025η
Τρίτη, 18 Μαΐου 2021

ΓΔ: 903,48 -3,60 (-0,40 %)

Τζίρος: 69,43 εκατ. €   RT

Ποιος θα σώσει την χαμένη τιμή της Δύσης;

Μπορεί να είναι ο Τζο Μπάιντεν που έχει αναλάβει με ένα θηριώδες νεο-κεϋνσιανικής έμπνευσης πρόγραμμα για την ανασυγκρότηση της αμερικανικής κοινωνίας και οικονομίας  να σώσει τη χαμένη στον πόλεμο με την πανδημία τιμή της Δύσης, αλλά, κακά τα ψέμματα. Είναι η Ευρώπη που αποτελεί τον πιο αδύνατο κρίκο της Δύσης και είναι εκεί που, αν αυτός ο κρίκος σπάσει, κινδυνεύει να χαθεί το παιχνίδι της φιλελεύθερης δημοκρατίας με τον ανατολικό δεσποτισμό.

Το παιχνίδι είναι ασφαλώς εξαιρετικά δύσκολο. Και το κάνουν ακόμα δυσκολότερο τρεις τουλάχιστον παράγοντες.

Ο πρώτος είναι οι αξιοθρήνητες επιδόσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην αντιμετώπιση της υγειονομικής κρίσης. 

Ο δεύτερος είναι το εξ αιτίας αυτών των επιδόσεων πεσμένο ηθικό των ευρωπαϊκών κοινωνιών.

Ο τρίτος είναι η αβεβαιότητα που κυριαρχεί στην ευρωπαϊκή οικογένεια σχετικά με τις δυνατότητες και τις ικανότητες των κρατών-μελών της να ακολουθήσουν τις ΗΠΑ στην αντεπίθεση που επιχειρούν για την ανάκτηση του χαμένου εδάφους στον διεθνή ανταγωνισμό.

Το καλό σενάριο προβλέπει βέβαια ότι όταν σταματήσουν τα  αλλεπάλληλα κύματα της πανδημίας να εμποδίζουν τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να βγάλουν το κεφάλι τους από το νερό, οι κοινωνίες τους θα αναθαρρήσουν και οι οικονομίες τους θα εκτιναχθούν προς μια νέα και ίσως δυναμικότερη ανάπτυξη υποστηριζόμενη από το νεοσύστατο Ταμείο Ανασυγκρότησης, αλλά κυρίως ενισχυόμενη από την επιστροφή της χαράς στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων, την αλλαγή της ψυχολογίας τους, την αύξηση των καταναλωτικών-ψυχαγωγικών δαπανών τους και την παραγωγή του νέου πλούτου που θα φέρει η στροφή των επενδύσεων στην οικολογική μετάβαση και στον ψηφιακό μετασχηματισμό της διοίκησης, της εργασίας και της πραγματικής οικονομίας.

Υπό την προϋπόθεση, εννοείται,  ότι θα εφευρεθεί ένας νέος τρόπος απορρόφησης των ιδιωτικών και των δημόσιων χρεών, που εν τω μεταξύ παραμένει άγνωστο σε ποιο ύψος θα έχουν φθάσει. 

Και υπό την δεύτερη προϋπόθεση ότι θα αναθεωρηθεί η Συνθήκη του Μάαστριχτ, θα χαλαρώσουν οι δημοσιονομικοί περιορισμοί της, θα συλληφθεί μια διαφορετική αρχιτεκτονική για την οικοδόμηση της Ένωσης των 27 και ένα λιγότερο γερμανικό παράδειγμα για το μέλλον του εγχειρήματος της.

Το τελευταίο, ευτυχώς, μοιάζει να γίνεται πιο εφικτό. Η Άνγκελα Μέρκελ αποχωρεί. Η γερμανική Χριστιανοδημοκρατία υποχωρεί. Η επιλογή της να πάει στις εκλογές του ερχόμενου Σεπτεμβρίου με τον Λάνσετ είναι προφανώς ηττοπαθής. Οι πιθανότητες να διεκδικήσει την καγκελαρία ο δημοφιλέστερος βαυαρός χριστιανοκοινωνιστής Μάρκους Ζέντερ ελαχιστοποιούνται μετά τις χθεσινές αποφάσεις του συντηρητικού μηχανισμού και της νεολαίας του αδελφού χριστιανοδημοκρατικού κόμματος. Πολύ δε περισσότερο που τις δυο φορές που οι Χριστιανοδημοκράτες δοκίμασαν στο παρελθόν να στοιχηθούν πίσω από έναν χριστιανοκοινωνιστή υποψήφιο καγκελάριο απέτυχαν παταγωδώς. 

Όσο για τις δυνατότητες ανάκαμψης της γερμανικής σοσιαλδημοκρατία είναι μάλλον ανύπαρκτες. Ιδιαίτερα μετά τον άσσο που έβγαλαν χθες από το μανίκι τους οι "Πράσινοι" εμφανίζοντας αίφνης την νεαρή, άγνωστη εκτός Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας, πλην όμως χαρισματική Αναλένα Μπέρμποκ ως υποψήφια για την διαδοχή της Μέρκελ στην Καγκελαρία. Η κίνησή τους ενδέχεται να αποδειχθεί ανατρεπτική. Σίγουρα πάντως πρόκειται για μια επιλογή που δεν θα μειώσει την ανοδική δυναμική ενός κόμματος που μοιάζει ικανό να κάνει την έκπληξη οδηγώντας την μεγαλύτερη και ισχυρότερη χώρα της Ευρώπης σε μια μέχρι πρότινος απρόσμενη ανανέωση.

Αυτό άλλωστε είναι και το σύνθημα με το οποίο η Αναλένα Μπέρμποκ  ξεκινά την καμπάνια της αναμένοντας τον Ιούνιο να πάρει και το επίσημο χρίσμα του κόμματός της από το προγραμματισμένο Συνέδριό του. 

Γεγονός πάντως είναι ότι σε αντίθεση με την πολυδιασπασμένη και ανόρεχτη γερμανική κεντροδεξιά οι Πράσινοι επιδεικνύουν μια εντυπωσιακή πειθαρχία και ενότητα σφυρηλατούμενη από την πραγματική θέλησή τους να ενσαρκώσουν τη ρήξη με τις κραταιές παραδόσεις της γερμανικής πολιτικής ζωής. Με μια έννοια φαίνεται να ξαναβάζουν  το στοίχημα που έβαλε πρώτος και κέρδισε πριν από τέσσερα χρόνια στην Γαλλία ο Εμμανουέλ Μακρόν: της απαλλαγής του πολιτικού συστήματος από τα βαρίδια των κυρίαρχων κομμάτων που εναλλάσσονταν στην εξουσία χωρίς να αλλάζουν την καθημερινότητα των πολιτών και την ουσία της πολιτικής. 

Μόνο που ενώ η δύσκολη αναμέτρηση του Μακρόν με τις προκλήσεις της πανδημίας τον υποχρέωσαν να αναλωθεί σε έναν διαχειριστικό ρόλο που έφθειρε την εικόνα του, ματαίωσε τις προσδοκίες ενός μεγάλου μέρους του ακροατηρίου του και τον απομάκρυνε από τους νέους, που σήμερα φλερτάρουν με την ιδέα ότι η ευρωσκεπτικίστρια Μαρίν Λεπέν έχει περισσότερα φόντα να κάνει την επιθυμητή διαφορά, οι γερμανοί "Πράσινοι" επωφελούνται της αποτυχίας του κατεστημένου κομματικού συστήματος να διαχειριστεί αποτελεσματικά την υγειονομική κρίση για να προβάλουν ένα νέο αφήγημα για τον «μετα-πανδημικό κόσμο».

Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια εντυπωσιακή μεταμόρφωση ενός σχηματισμού που ήρθε στο πολιτικό προσκήνιο με τα απόνερα της εξέγερσης του Μάη του 1968, με ό,τι ετερόκλητο και άναρχο αυτά τα απόνερα περιείχαν, για να ανασυγκροτηθεί ως μια συντεταγμένη και συμπαγής πολιτική δύναμη με μια ατζέντα που, είναι αλήθεια ότι ο συσχετισμός της πανδημίας με την κλιματική αλλαγή, καθιστούσε δραματικά επίκαιρη. Σε μια συγκυρία που όλο και περισσότεροι πολίτες αναρωτιόνται τι πρέπει να αλλάξει για να μη ξαναβιώσουν το «σοκ» και το «δέος» της πανδημίας και του επαναλαμβανόμενου  εγκλεισμού, οι «Πράσινοι» στην Γερμανία απαντούσαν με μια ατζέντα αλλαγών στις δημόσιες πολιτικές που επαγγέλλεται ένα νέο πρότυπο ανάπτυξης και μια εναλλακτική  ιεράρχιση των κοινωνικών προτεραιοτήτων.

Και όταν οι αντίπαλοί τους αδυνατούσαν να συμφωνήσουν για το πρόσωπο που θα ήταν καταλληλότερο να τους οδηγήσει στην εκλογική μάχη, οι Πράσινοι έβλεπαν τον επικεφαλής τους Ρόμπερτ Χάμπεκ να αποσύρρεται από την υποψηφιότητα του για την Καγκελαρία υπέρ της νεότερης συναρχηγού τους, της σαραντάχρονης Αναλένα Μπέρμποκ,  με το απλό και αφοπλιστικό επιχείρημα ότι η τελευταία "ξέρει τι θέλει". "Είμαστε" πρόσθεσε στις χθεσινές του δηλώσεις ο Χάμπεκ, "το κόμμα στο οποίο απλώνουμε το χέρι όταν άλλοι βάζουν τρικλοποδιές ο ένας στον άλλον". Ενώ σχολιάζοντας την πράξη του ο ερευνητής του Ινστιτούτου του Γκέτινγκεν για την Δημοκρατία Μίκαελ Λούμαν, αφού θυμίζει ότι η υποψήφια των "Πρασίνων" ήταν αυτή που ηρέμησε και ένωσε το κόμμα, παρατήρησε ότι η επιλογή της  Αναλένα Μπέρμποκ είναι στρατηγικά ανταγωνιστική των λοιπών υποψηφίων για την καγκελαρία. " Δεν είναι μόνον μια νέα γυναίκα. Είναι ακριβής, σαφής, εργατική και γνώστρια όχι μόνον των περιβαλλοντικών θεμάτων, αλλά και όλων σχεδόν των φακέλων". 

Το σίγουρο πάντως είναι ότι, ακόμα και αν οι Πράσινοι δεν καταφέρουν να κάνουν την έκπληξη υποσκελίζοντας στις εκλογές του Σεπτεμβρίου τα γερμανικά κεντροδεξιά κόμματα, η συμμετοχή τους στην επόμενη κυβέρνηση είναι δεδομένη και οι πιθανότητες αυτό να σημάνει μια νέα εποχή για την Ευρώπη είναι πολύ μεγάλες. 

Με ένα πρόγραμμα που προβλέπει μεν αύξηση της φορολογίας των μεγάλων περιουσιών, αλλά και 50 δισεκαττομύρια επενδύσεις στην παιδεία, την φροντίδα  ευάλωτων ατόμων, τις ψηφιακές τεχνολογίες και, βέβαια, την πράσινη ενέργεια, οι "Πράσινοι" μπορεί να γίνουν οι game changers της Γηραιάς Ηπείρου σε περισσότερα του ενός επίπεδα. Η συμμετοχή τους στην διακυβέρνηση της Γερμανίας μπορεί κάλιστα να μετατρέψει την ατμομηχανή της ευρωπαϊκής οικονομίας σε ατμομηχανή ενός ευρύτερου μετα-πανδημικού μετασχηματισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Πολλώ δε μάλλον που η  Αναλένα Μπέρμποκ, δηλώνοντας ότι βάζει την έννοια μιας συλλογικότερης Ευρώπης στο κέντρο των πολιτικών της πιστεύω, μπορεί να συνδυαστεί εύκολα με το δίδυμο Μακρόν - Ντράγκι σε μια κοινή προσπάθεια να αλλάξουν τους  δημοσιονομικούς και όχι μόνον κανόνες της λειτουργίας της Ένωσης των 27. Άλλωστε τόσο ο Γάλλος Πρόεδρος όσο και ο Ιταλός Πρωθυπουργός δεν έχουν κρύψει ότι αυτή την φορά δεν πρόκειται να συνθηκολογήσουν με την μέχρι σήμερα κρατούσα γερμανική στρατηγική τόσο για τον γεωπολιτικό ρόλο, όσο και για το μέλλον της Ένωσης. Δεδομένων μάλιστα των απόψεων των γερμανών «Πρασίνων» για τις σχέσεις με την Τουρκία και τα αυταρχικά καθεστώτα, η υπόθεση ότι πλησιάζει η ώρα που το άστρο της Γερμανίας θα ευθυγραμμιστεί με τα άστρα της Γαλλίας και της Ιταλίας και τα τρία μαζί με το άστρο που οδηγεί την νέα αμερικανική διοίκηση στο δρόμο των αξιών του δυτικού πολιτισμού, μοιάζει να γίνεται όλο και πιο ευσταθής. 

Εκτός εάν τελικώς δεν επιβεβαιωθεί το καλό, αλλά το κακό σενάριο. Και το κακό, αλλά καθόλου απίθανο, σενάριο δεν προβλέπει να γίνεται η πανδημία μαμή της αναγέννησης  της Δύσης, αλλά αιτία μιας γενικευμένης οικονομικής απόγνωσης και κοινωνικής αναταραχής. 

Είναι το σενάριο που δημοσίευσε το Δ.Ν.Τ προβλέποντας ότι 14 μήνες μετά το τέλος της πανδημίας, οψέποτε αυτό επέλθει, θα ανοίξει ένας φαύλος κύκλος χαμηλής ανάπτυξης και διεύρυνσης των ανισοτήτων με αποτέλεσμα 28 μήνες μετά την επιστροφή στην κανονικότητα να επιτείνεται η κοινωνική κρίση λόγω της μείωσης της κατανάλωσης, της αύξησης της ανεργίας και της παράτασης της ύφεσης. 

Αυτό το κακό σενάριο επιχειρεί να αποτρέψει στις ΗΠΑ το πακέτο Μπάϊντεν περιλαμβάνοντας κολοσσιαίες δαπάνες για οικονομικά κίνητρα, δημόσιες επενδύσεις και προνοιακά προγράμματα. Το ερώτημα είναι αν η μετα-πανδημική και μετα-μεκερλική Ευρώπη θα είναι σε θέση να ακολουθήσει το παράδειγμά του πριν να βρεθεί παγιδευμένη μεταξύ κοινωνικής απόγνωσης και πολιτικής αποσταθεροποίησης. 

Άλλωστε η διαφορετική αίσθηση του χρόνου, η έλλειψη ανακλαστικών και η θεσμική δυσκαμψία ήταν μαζί με τους εθνικούς εγωισμούς-ανταγωνισμούς και την πολιτική ατολμία τα προβλήματα  που η Ένωση των 27 ανέκαθεν δυσκολευόταν να λύσει. Αν καταφέρει να τα λύσει τώρα που η πανδημία αποκάλυψε το μέγεθος και την σοβαρότητά  τους, θα έχει για μια ακόμα φορά αποδειχτεί ότι ουδέν κακό αμιγές καλού.