ΓΔ: 907,08 7,66 (0,85 %)

Τζίρος: 81,54 εκατ. €   RT

7ος χρόνος, ημέρα 2023η
Κυριακή, 16 Μαΐου 2021

ΓΔ: 907,08 7,66 (0,85 %)

Τζίρος: 81,54 εκατ. €   RT

Ο Σοστακόβιτς και οι μυλόπετρες του κομματικού μηχανισμού (Β)

Ο Σοστακόβιτς και οι μυλόπετρες του κομματικού μηχανισμού (Β)

Είναι γνωστές οι περιπέτειες του Ντμίτρι Σοστακόβιτς με αφορμή την όπερά του «Η Λαίδη Μάκβεθ του Μστένσκ». 

Η καθυπόταξη ενός ανυπότακτου συνθέτη, ήταν μέσα στις προτεραιότητες του καθεστώτος. Παρά το γεγονός ότι ο Σοστακόβιτς δεν συνελήφθη, η ζωή του μετατράπηκε σε κόλαση μετά το άρθρο στην κομματική εφημερίδα «Πράβντα». 

Στο πρώτο έγγραφο, βλέπουμε την «φιλική και εποικοδομητική συζήτηση» με τον τότε υπουργό Πολιτισμού και τις προσπάθειες του συνθέτη να αποφύγει τα χειρότερα και, στο δεύτερο, τον απολογισμό των παρακολουθήσεων των μυστικών πρακτόρων και των καταδοτών για διάφορους λογοτέχνες και την στάση που τήρησαν απέναντι στην «κομματική γραμμή», έτσι όπως διατυπώθηκε στο διαβόητο άρθρο. 

Για τον συγγραφέα του διαβόητου άρθρου, μπορείτε να διαβάσετε εδώ: https://www.liberal.gr/apopsi/i-istoria-enos-keimenou/317850

Ο ανελέητος μηχανισμός στράφηκε εναντίον του, θέλοντας να δείξει στο παράδειγμά του, τι πρόκειται να συμβεί σε όλους, ιδιαίτερα σε εκείνους που δεν ήταν γνωστοί στην Δύση. Η μακρά νύχτα της ομοιομορφίας, είχε σκεπάσει πλέον την Ρωσία. 

* * *

Σημείωμα του Μυστικού-Πολιτικού Τμήματος της Γενικής Διεύθυνσης Κρατικής Ασφάλειας του Λαϊκού Κομισαριάτου Εσωτερικών Υποθέσεων για τις αντιδράσεις λογοτεχνών και άλλων καλλιτεχνών απέναντι στο άρθρο της «Πράβντα» για τον συνθέτη Ντ. Ντ. Σοστακόβιτς

[όχι αργότερα από την 11η Φεβρουαρίου 1936] 

Η δημοσίευση στην «Πράβντα» του άρθρου «Σύγχυση αντί για μουσική» έτυχε θετική απόκρισης από την πλειονότητα των λογοτεχνών και άλλων καλλιτεχνών της Μόσχας. 

Μαζί με αυτό, καταγράφηκαν και αρνητικές, αντισοβιετικές απόψεις μεμονωμένων συγγραφέων και συνθετών. 

Παρατίθενται παρακάτω οι πλέον χαρακτηριστικές, αρνητικές αντιδράσεις. 

Γιούρι Ολέσα (πεζογράφος): «Σε σχέση με το άρθρο στην «Πράβντα» κατά του Σοστακόβιτς ανησυχώ πολύ για την τύχη της ταινίας μου, η οποία πρόκειται από μέρα σε μέρα να εμφανιστεί στην οθόνη. Η ταινία μου είναι πολύ πιο αριστερή από τον Σοστακόβιτς. Μακάρι να μην με βαρέσουν με όλη την δύναμη πυρός. Δεν καταλαβαίνω δύο διαφορετικά πράγματα: την εξύμνηση του Μαγιακόφσκι και την ταπείνωση του Σοστακόβιτς. Ο Σοστακόβιτς είναι ο Μαγιακόφσκι στην μουσική, είναι ο πολιτικός εκπρόσωπος της σοβιετικής μουσικής στο εξωτερικό, είναι ένας μεγαλοφυής άνθρωπος και το χτύπημα κατά του Σοστακόβιτς είναι μεγάλη συμφορά για την τέχνη. Αν αυτή είναι η νέα πολιτική, τότε δεν θα οδηγήσει πουθενά, εκτός από το ότι οι δημιουργοί αυτού του άρθρου εξέθεσαν τον εαυτό τους. Η μεγάλη τέχνη θα υπάρχει σε αντίθεση με όλα αυτά». 

Ισαάκ Μπάμπελ: «Δεν έπρεπε να γίνει τόσος θόρυβος για ανοησίες. Κανείς δεν το πήρε στα σοβαρά. Ο λαός σιωπά, αλλά μέσα στην ψυχή του γελάει ήσυχα. Ο Μπουντιόνιν μ’ έβρισε, θα το ξεπεράσω. Πιστεύω πως το ίδιο θα κάνει και ο Σοστακόβιτς». 

Λεονίντ Σλάβιν (πεζογράφος και δραματουργός): «Δεν μ’ αρέσει ο Σοστακόβιτς και δεν καταλαβαίνω την μουσική του, φοβάμαι, όμως, πως το χτύπημα κατά του Σοστακόβιτς, είναι χτύπημα ενάντια σε όλους εκείνους που προσπαθούν να δουλέψουν εκτός γραμμής. Αν, μάλιστα, η «Πράβντα» δεν είχε σχεδιάσει αυτό το χτύπημα, τότε οι λογοτέχνες γραφειοκράτες, οι οποίοι «χαίρονται να βάλουν να χεράκι», θα βγάλουν, αμέσως, τα αντίστοιχα οργανωτικά συμπεράσματα για την λογοτεχνία». 

Ίγκορ Σεβελίνσκι (ποιητής): «Στην Δύση η όπερα του Σοστακόβιτς γνωρίζει μεγάλη επιτυχία εδώ και 3 χρόνια. Ένα τόσο χοντροκομμένο άρθρο που εκθέτει οριστικά τον Σοστακόβιτς, στην Δύση θα θεωρηθεί ως χτύπημα κατά της σοβιετικής μουσικής». 

Π. Αντοκόλσκι (ποιητής): «Τα άρθρα στην «Πράβντα» με πίκραναν. Από το δεύτερο άρθρο, γίνεται προφανές πως το μπαλέτο όντως είναι άξιο αρνητικής αποτίμησης: από το αποτυχημένο «βιομηχανικό» μπαλέτο δεν μπορείς να κάνεις ωραίο μπαλέτο για τα κολχόζ. Έτσι είναι. Γι’ αυτό όμως θα έπρεπε να γράψει το περιοδικό «Σοβιετική τέχνη» και όχι η «Πράβντα»,  και με τελείως διαφορετικό ύφος. Κατέληξαν, όμως, πολλά σωστά πράγματα, να διατυπωθούν με απαράδεκτο ύφος. Κι αυτό δεν προκαλεί τίποτα άλλο από αμηχανία και αδυναμία κατανόησης. Στο Λένινγκραντ μου έλεγε ο Βενιαμίν Καβέριν, στους μουσικούς κύκλους η διάθεση είναι πολύ σκοτεινή. Γύρω από το Θέατρο Μαρίνσκι μάλιστα, συγκεντρώνονται διάφοροι άνθρωποι, μουσικοί, ηθοποιοί, κοινό και συζητήσουν ταραγμένοι την κατάσταση. Ο Καβέριν μου είπε πως η μητέρα του Σοστακόβιτς τηλεφώνησε στον Ζόσενκο (νομίζω πως ζουν κοντά) και τον ρώτησε απεγνωσμένα: «Τι θα γίνει τώρα με τον γιο μου;». Αυτό ακούγεται σαν εβραϊκό ανέκδοτο, αλλά μόνο χαρούμενο δεν είναι».

Γκριγκόρι Σάννικοφ (πεζογράφος): «Συγκλονίζει η αντιμετώπιση του ταλέντου. Θα πρέπει να συνυπολογίσουμε την δύναμη του χτυπήματος. Τον παίνευαν, τον παίνευαν και ξαφνικά: μία στο κεφάλι! Και όλα αυτά γιατί η ηγεσία του Π.Κ.Κ (Μπ.) όταν είδε την ταινία «Ήρεμος Ντον» πέταξε μία φράση πως ο Σοστακόβιτς είναι κακός συνθέτης. Αμέσως μαστόρεψαν το άρθρο στην «Πράβντα».

Βίκτωρ Σκλόφσκι (λογοτέχνης): «Μετά την δημοσίευση της ετυμηγορίας του Στάλιν για τον Μαγιακόφσκι, αμέσως προσπάθησαν να την ερμηνεύσουν στενά. Τάχα, δεν αφορούσε τον Ασέγιεφ. Τώρα τα έβαλαν με τον Σοστακόβιτς και δεν παρέλειψαν, παράλληλα, να βλάψουν και τον Μέγιερχολντ. Και τι σημαίνει η φράση πως «η μικροαστική καινοτομία» δεν μας χρειάζεται. Είναι γραμμένο πολύ επιπόλαια». 

Βησσαρίων Σαγιάνοφ (λογοτέχνης): «Σε εμάς στο Λένιγκραντ πολύ βαριά εξέλαβαν την ιστορία με τον Σοστακόβιτς. Πόσο εύκολα γίνονται όλα: στέρησαν από τον άνθρωπο την δυνατότητα να εργάζεται. Το δεύτερο άρθρο είναι γραμμένο πιο ήπια, αλλά παρ’ όλα αυτή η φράση αναφορικά με «τους υποκριτές και αδιάκριτους ανθρώπους» είναι πολύ απρόσεκτη. Κριτική στον Σοστακόβιτς, έπρεπε να έχει ασκηθεί από καιρό. Προσωπικά δεν μου αρέσει. Δεν έπρεπε να το κάνουν αυτό». 

Γιανόφσκι (Ουκρανός συγγραφέας, δημιουργός των «Καβαλάρηδων»): «Η περίπτωση με τον Σοστακόβιτς είναι αναίδεια. Πιστεύω πως ύστερα από δέκα χρόνια θα κοκκινίζουμε μπροστά στην Ευρώπη για αυτή την ιστορία». 

Α. Λέζνεφ (πεζογράφος): «Η φρίκη κάθε δικτατορίας έγκειται στο ότι ο δικτάτορας κάνει ό,τι θέλει το αριστερό του πόδι. Εμείς, σαν Δον Κιχώτες, όλη την ώρα ονειρευόμαστε, μα η πραγματικότητα μας διδάσκει την αλήθεια. Το περιστατικό με τον Σοστακόβιτς το αντιμετωπίζω ως φαινόμενο ίδιο με το κάψιμο των βιβλίων στην Γερμανία. Τι είναι καλύτερο; Το γεγονός αυτό για άλλη μία φορά επιβεβαίωσε ό,τι έλεγα παλιότερα, πως έχουμε πολλά κοινά με τους Γερμανούς, αν και ντρεπόμαστε για αυτή μας την ομοιότητα». 

Σ. Γκοροντένσκι (ποιητής): Αν κι έγραψαν πως ο Σοστακόβιτς έγραψε μία ανοησία, σε όλους και στον καθένα χωριστά λέω πως η «Λαίδη Μάκβεθ» είναι το καλύτερο έργο της σοβιετικής μουσική. Είναι απαράδεκτο να γράφεις πως υπαγορεύει ο νόμος, όπως θέλει το αριστερό σου πόδι. Και, είναι φρικτά θλιβερά αυτά που κάνουν με τους ανθρώπους». 

Π. Ζενκέβιτς (ποιητής και μεταφραστής): «Τα πράγματα είναι απλά. Η ηγεσία του Π.Κ.Κ. (Μπ.) δεν άρεσε η όπερα του Σοστακόβιτς. Μίσθαρνοι κοντυλοφόροι αμέσως εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία και έγραψαν αυτό το άρθρο. 

Το άρθρο, όμως, πέρα από την αναίδειά, είναι ψευδές πέρα για πέρα, αποδίδει στον Σοστακόβιτς ιδιότητες που κάθε άλλο παρά έχει. Εκτός από αυτό, είναι προφανές πως το άρθρο το έγραψε άνθρωπος, ο οποίος δεν καταλαβαίνει τίποτα στην μουσική. Και γενικά, τι πράγματα είναι αυτά; Σήμερα καθαρίζουν τον Σοστακοβίτς, αύριο, με τον ίδιο τρόπο θα καθαρίσουν τον Μπάμπελ, τον Παστερνάκ και τον Μέγιερχολντ. Σε τελική ανάλυση, όμως κανείς δεν σκέφτεται πως στην Κ.Ε. δεν υπάρχουν γνώστες της μουσικής κι αν μία τυχαία γνώμη του ενός ή του άλλου ηγέτη σήμερα θεοποιηθεί, τότε ένας διάβολος ξέρει πού θα καταλήξουμε. Αν αυτό είχε δημοσιευτεί, όχι στην «Πράβντα» θα μπορούσαμε να φέρουμε αντιρρήσεις, τώρα αυτό απαγορεύεται. Το πιο κωμικό απ’ όλα είναι  πως σε αυτή την περίπτωση η γνώμη της ηγεσίας συνέπεσε με την γνώμη όλων των αντεπαναστατών στην τέχνη που απορρίπτουν τον Σοστακόβιτς».

Α. Στέινμπεργκ (ποιητής): «Δεν μπορούμε παρά να το αποκαλέσουμε αλητεία και μάλιστα φρικτή, επειδή δεν μπορείς καν να υπερασπιστείς τον εαυτό σου. Να ποια είναι η περιβόητη ελευθερία μας. Μας φτύνουν στο πρόσωπο όλους εμάς τους έντιμους εργάτες της τέχνης κι εμείς πρέπει να σωπαίνουμε». 

Β. Καντορόβιτς (πεζογράφος): «Θεωρώ πως το άρθρο για τον Σοστακόβιτς, είναι πολύ απειλητική ένδειξη. Από την στιγμή που σ’ αυτό υπάρχουν υπαινιγμοί και για τον «Μέγιερχολντ και την νοοτροπία του» και για τα αριστερά κόλπα στην ποίηση, νομίζω πως είναι ένδειξη επιστροφής στην εποχή της ΡΡΑΠ. Κάτω από την σημαία του αγώνα για την απλότητα, θα δημιουργηθεί μία άτυπη λογοκρισία, χειρότερη από της ΡΡΑΠ. 

Αν η κριτική σε εμάς ήταν πάντα τρομαγμένη, τώρα θα φοβούνται ακόμη περισσότερο να εγκωμιάσουν κάποιον. Ο τρόμος θα είναι μεγάλος. Το άρθρο αυτό θα προκαλέσει μεγάλη ζημιά». 

Α. Γκάτοφ (ποιητής και μεταφραστής): «Όταν υπάρχει μία ολόκληρη ορδή τυχάρπαστων, και όταν ατάλαντοι άνθρωποι, ανάξιοι ακόμη και ως υποσημείωση του Σοστακόβιτς, παίρνουν βραβεία Λένιν, αντιμετωπίζω αυτή την πράξη κατά του Σοστακόβιτς ως πογκρόμ. Το γεγονός ότι ταυτόχρονα δημοσιεύτηκαν έγγραφα: η αποκαθήλωση του μεγαλοφυούς τεχνίτη Σοστακόβιτς και η βράβευση αυτών των ασήμαντων όπως ο Βουργκούν και ο Λαχουτί, μαρτυρούν μια πού θλιβερή κατάσταση. 

 Ο Λαχουτί πήρε το βραβείο γιατί είναι αυλικός ποιητής, αλλά δεν είναι πιο ατάλαντος από όλους τους αυλικούς ποιητές των παλαιότερων εποχών.

Τώρα, θα το διορίσουν επιμελητή και θα αρχίσουν να βλέπει παντού επικίνδυνες καινοτομίες. Στην λογοτεχνία και στην τέχνη θα ανθίσει ο νατουραλισμός, η ανόητη προσέγιση του Πανφέροφ. Οι της ΡΡΑΠ όλων των επιπέδων τρίβουν τα χέρια τους από χαρά που επιτέλους θα μπει τέλος στην ελευθερία των συγγραφέων και των ζωγράφων». 

Αντρέι Πλατόνοφ (πεζογράφος): «Στο πεδίο της τέχνης, εντελώς τυχαία συμβαίνουν όλα, μερικές φορές σε προσωπικό επίπεδο. Παράδειγμα: η κριτική στην «Πράβντα» για την όπερα του Σοστακόβιτς «Λαίδη Μάκβεθ». Το έργο αυτό παρουσιάζεται εδώ και ένα χρόνο, το εγκωμίαζαν διαρκώς και ξαφνικά με τέτοια ανώνυμη επίθεση. Είναι ξεκάθαρο πως κάποιος από τους ιδιαίτερα ισχυρούς, πήγε τυχαία στο θέατρο, άκουσε, χωρίς να καταλαβαίνει τίποτα από μουσική και ξέσπασε. Όντως, είναι άγριο, ο Σοστακόβιτς από καιρό συνθέτει, είναι αναγνωρισμένος, τον εγκωμίαζαν και τον εξύψωναν στα ουράνια και ξαφνικά τώρα μόλις τον κατάλαβαν. Γενικά, η τέχνη μας είναι σε πτώση. Κακώς σκέφτονται πως αν μεταφράζουν και διαβάζουν τους συγγραφείς μας στο εξωτερικό, αυτό γίνεται γιατί είναι ταλαντούχοι ή για κάποιες άλλες αιτίες. Όχι, απλά εκεί αρέσκονται κατά διαστήματα να διαβάζουν εξωτικά πράγματα. Μεταφράζουν και εκδίδουν Ινδούς συγγραφείς, Κινέζους, Ιάπωνες, αλλά όλους αυτούς γιατί είναι εξωτικοί. Σε εμάς, βέβαια, θριαμβεύουν». 

Σ. Βασένιεφ (συγγραφέας): «Το άρθρο είναι η διατύπωση της άποψης του Πολιτικού Γραφείου, το οποίο πρόσφατα παρακολούθησε την παράσταση και καταδίκασε έντονα την όπερα. Θεωρώ πως το άρθρο στην «Πράβντα», είναι απαράδεκτο ως προς το ύφος του». 

Γ. Χοχλόφ (κριτικός): «Μετά από αυτό το άρθρο, στεναχωρήθηκε. Δεν είναι σωστό να μιλάμε κατ’ αυτόν τον τρόπο για τα έργα τέχνης». 

Γ. Μουνμπλίτ (κριτικός): Το άρθρο, είναι σωστό κατ’ ουσίαν. Πολλοί μουσικοί πολύ νωρίτερα έλεγαν τα ίδια για τον Σοστακόβιτς. Δεν μου άρεσε καθόλου όμως, πως στο άρθρο αυτό άνθρωποι με ιδιαίτερο ζήλο, καταλήγουν σε οργανωτικά συμπεράσματα. Τα έργα του Σοστακόβιτς, αφαιρούνται από τα προγράμματα των συναυλιών. Νομίζω πως στην Κ.Ε. δεν ήθελαν «τέτοια συμπεράσματα». Σε λίγο θα αρχίσουν να παίρνουν τα έπιπλα από το διαμέρισμα του Σοστακόβιτς, μόνο που είναι άνθρωπος διάσημος στην Ευρώπη. Ιδιαίτερα δυσάρεστη είναι στο άρθρο, η παραπομπή στο γεγονός ότι ο Σοστακόβιτς αρέσει στην ξένη μπουρζουαζία. Αυτό δεν είναι επιχείρημα». 

Β. Γκρόσσμαν (πεζογράφος): «Κατά την γνώμη μου, δεν πρέπει να γράφονται τέτοια άρθρα. Ο Σοστακόβιτς, κατά τις πληροφορίες μου, θα συνέλθει, πολύ περισσότερο που τον στηρίζει η Ευρώπη. Παρ’ όλα αυτά, δεν του άξιζε τέτοια μοίρα». 

Α. Μιτροφάνοφ (συγγραφέας): «Εγώ δεν συμφωνώ με την «Πράβντα» σε αυτό το ζήτημα και ευθέως θα πω πως το έκανα ήδη μία φορά στην σύσκεψη της Κ.Ε. αναφορικά με την ποίηση του Μπεζιμένσκι. Στα ζητήματα τέχνης μπορώ να έχω την δική μου άποψη, είναι θέμα γούστου και το γούστο των άλλων δεν είναι υποχρεωτικό για μένα. Το άρθρο στην «Πράβντα» είναι χυδαίο, πρόστυχο και άδικο». 

Αμπράμ Εφρός (ιστορικός της τέχνης): «Η κρυφή πλευρά του άρθρου ίσως και να ήταν κατανοητή, αλλά το ύφος ήταν παντελώς απαράδεκτο, ανάλογο της ΡΡΑΠ, που θέλησα να γράψω επιστολή στην εφημερίδα. Δεν πρέπει να επιτίθεται κανείς έτσι σε ένα μεγάλο εργάτη της τέχνης»

Κ. Ντομπονίτσκι (μέλος του Π.Κ.Κ. (Μπ.), λογοτέχνης): «Το άρθρο δημοσιεύτηκε από τον Μέχλις αφού προηγήθηκε τηλεφώνημα από την Κ.Ε. Είναι άμεση διαταγή, να πολεμήσουν τις φορμαλιστικές στρεβλώσεις. Δεν είμαι θαυμαστής του Σοστακόβιτς, μα ψάχνει το καινούργιο. Τώρα όλοι οι συνθέτες θα γράφουν τραγουδάκια για τον λαό. Αν σ’ εμάς από πάνω πουν «α», τότε από κάτω θα αρχίσουν να λένε την αλφαβήτα». 

Γκρενσίφερ (κριτικός): «Είναι απαράδεκτο απέναντι σε ένα τόσο μεγάλο εργάτη της τέχνης, σαν τον Σοστακόβιτς, το ύφος που υιοθέτησε η «Πράβντα». Όπως και να το κάνουμε είναι ότι μεγαλύτερο έχουμε τώρα στον τομέα της μουσικής. Μπορεί να του ασκηθεί κριτική, δεν πρέπει όμως η κριτική αυτή να περάσει στην διαπόμπευση. 

Είναι δύσκολο να πιστέψεις πως όλα αυτά έγιναν με την εκ των προτέρων γνώση της ανώτατης κομματικής ηγεσίας, είναι δουλειά των ανθρώπων της «Πράβντα» που επέδειξαν υπερβάλοντα ζήλο και οι οποίοι θα τιμωρηθούν γι’ αυτό». 

Ι. Πριμπλούντι (ποιητή): «Απλά η όπερα δεν άρεσε σε κάποιον και τώρα χτυπούν αναιδώς τον άνθρωπο, χωρίς διακριτικότητα. Πώς μπόρεσαν να επιστρέψουν αυτό τον όρο «Μεγιερχολντισμός». 

Ο. Λιτόφσκι (διευθυντής του περιοδικού «Σοβιετική τέχνη»: «Ξεπέρασαν τα όρια και τώρα δύσκολα μαζεύεται. Αν και ήμουν ένας από εκείνους που πήρα την πρωτοβουλία για την διάλυση της όπερας, παρ’ όλα αυτά, να πολεμάς με αυτό το ύφος είναι απαράδεκτο». 

Βσ.. Μέγιερχολοντ (σκηνοθέτης): Ο Παστερνάκ δεν πήγε στην ολομέλεια της Κ.Ε. παρ’ όλο που τον κάλεσαν. Είχε στεναχωρηθεί πολύ με την δημοσίευση του άρθρου για τον Σοστακόβιτς, κι έτσι εξέλαβε πως τον αφορά η άποψη περί κατανόησης. Τα ποιήματά του, φυσικά, είναι ακατανόητα και το γνωρίζει αυτό. 

Η κριτική στον Σοστακόβιτς θα έπρεπε να αφορά το γεγονός πως αντί να κάνει την δουλειά του, άρχισα να γράφει ό,τι του τύγχαινε. Τον χτύπησαν πολύ δυνατά. Τώρα δεν θα ξέρει τι να γράψει. Τι θα έκανε ο Μαγιακόφκι αν του έλεγαν: γράψε, για παράδειγμα, όπως ο Τουργκένιεφ. 

Το άρθρο «Το ψέμα του μπαλέτου» κακώς τιτλοφορήθηκε έτσι, θα πρέπει να είναι ως τίτλο «Μπαλέτο-ψέμα». Είναι ψεύτικη τέχνη, στην σκηνή εξίσου ψεύτικοι δείχνουν τα μέλη του κολχόζ στο «Φωτεινό ποταμάκι» και οι ναύτες στο «Κόκκινη παπαρούνα». Θα πρέπει να ανεβάζουμε στην σκηνή ερασιτεχνική τέχνη και όχι να δείχνουμε την γυναίκα του κολχόζ να φοράει κουστούμι μπαλαρίνες και να έχει φτερά. 

Ο Σοστακόβιτς βρίσκεται τώρα σε πολύ δύσκολη θέση. Του τηλεφώνησαν από το θέατρό μου για να γράψει νέα μουσική για τον «Κοριό» αλλά είπε πως δεν μπορεί να κάτι τίποτα. 

Κι εγώ είμαι σε δύσκολη θέση. Δουλεύω τώρα πάνω στην παράσταση του «Κοριού» κι έπιασα αρκετές φορές τον εαυτό μου να σκέφεται: όχι, θα είναι «μεγιερχολντισμός», πρέπει να το κάνω αλλιώς». 

Καθ. Γκολοβάνοφ (διευθυντής της κρατικής ορχήστρας του Θεάτρου Μπολσόι): Ο Σοστακόβιτς είναι πιο ταλαντούχος σοβιετικός συνθέτης, αλλά έχει πάρει λάθος καλλιτεχνικό δρόμο».

Διαρκώς ήμασταν ενθουσιασμένοι μααζί του και η απουσία αντικειμενικής, σωστής καθοδήγησης, τον οδήγησε να γίνει ταραξίας και χουλιγκάνος στην μουσική περιγραφή. 

Ο Σοστακόβιτς θα έπρεπε να προσεγγιστεί διαφορετικά. Τα πράγμα του έπρεπε να τα δείχνει νωρίτερα και να αμέσως να του υποδείκνυαν τα λάθη.  

Είναι απαίσιο να του βάζουμε τις φωνές και να τον θεωρούμε άχρηστο συνθέτη. 

Αυτή την στιγμή πρέπει να βοηθήσουμε τον Σοστακόβιτς και να του σταθούμε ηθικά. 

Φοβάμαι πως αυτή την στιγμή μπορεί οποιοδήποτε κάθαρμα να την εκμεταλλευτεί και αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα να βγουν στην επιφάνεια λιγότερο ταλαντούχοι συνθέτες της Ρωσικής Ακαδημίας Προλετάριων Συνθετών, οι οποίοι έχουν την ικανότητα να προσαρμόζονται γρήγορα στις απαιτήσεις της «στιγμής». 

Συνθέτης Ντερζανόφσκι: «Ο λαός γελάει δυνατά, από την στιγμή που φάνηκε πως οι κομματικοί δεν ξέρουν τι να πουν για τους συνθέτες. Καλά θα ήταν, μετά από αυτή την άνωθεν κομματική γραμμή, να μην βρεθούμε σε καμιά ξεχασμένη επαρχία, στο λίκνο του 19ου αιώνα». 

Συνθέτης Σαπόριν: «Αυτό το άρθρο είναι χειρότερο από την κριτική της Ρωσικής Ακαδημίας Προλετάριων Συνθετών. Αν κατά την εποχή της Ρωσικής Ακαδημίας Προλετάριων Συνθετών, μπορούσαμε να παραπονεθούμε, για παράδειγμα, στην Κ.Ε. του κόμματος, σήμερα δεν έχουμε πού να απευθυνθούμε. Η άποψη «ενός» ανθρώπου, δεν είναι κάτι που μπορεί να καθορίσει την πορεία της δημιουργίας. Θα οδηγήσουν τον Σοστακόβιτς στην αυτοκτονία∙ λένε πως απαγόρευσαν να παίζονται τα έργα του στο ραδιόφωνο. 

Συνθέτης Μιασκόφσκι: «Φοβάμαι πως τώρα στην μουσική θα κυριαρχήσει ο πρωτογονισμός και η αθλιότητα». 

Συνθέτης: Γιουρόφσκι: «Τώρα θα αρχίσει ο διωγμός του Σοστακόβιτς, άκουσα πως απαγορεύτηκε ήδη η όπερά του». 

Συνθέτης Κοτσέτοφ Β. Ν: «Ξεπέρασαν ρα όρια, αυτό το άρθρο θα σκοτώσει τον Σοστακόβιτς. Τέτοια κριτική βοηθάει τα «δεξιά στοιχεία». 

Συνθέτης Σινιάβερ Λ. Σ.: «Το άρθρο είναι ένα χτύπημα με ρόπαλο στο κρανίο του Σοστακόβιτς. Η όπερα του γενικά ήταν εξαιρετικά ταλαντούχα». 

Ο Διευθυντής του Μυστικού-Πολιτικού Τμήματος 

Της Γενικής Διεύθυνσης Κρατικής Ασφάλειας

Κομισάριος κρατικής ασφάλειας 

Γ. Μολτσάνοφ 

Στο σημείωμα υπάρχει η σημείωση: Ο σ. Γιάγκοντα έχει ενημερωθεί. 

Γ. Μολτσάνοφ 

11/2/1936

Κεντρικό Αρχείο της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Ασφαλείας της Ρωσικής Ομοσπονδίας

Κιβώτιο 3, Κατάλογος 3, Φάκελος 121, Σελίδες 31-38. Πρωτότυπο. Δαχτυλόγραφο. 

To πρώτο μέρος μπορείτε να το δείτε εδώ