8ος χρόνος, ημέρα 2433η
Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2022

Νίκος Παργινός: Τα απότοκα του πολέμου επηρεάζουν με τη δίνη τους όλη την ανθρωπότητα

Νίκος Παργινός: Τα απότοκα του πολέμου επηρεάζουν με τη δίνη τους όλη την ανθρωπότητα

«Ετούτη η εμπόλεμη διαμάχη στην Ευρώπη φαίνεται ότι δεν αφορά δυο μόνο κράτη, αλλά έχει τρομερές προεκτάσεις που ακόμα δεν έχουμε βιώσει. Πλέον τα πεδία των μαχών έχουν αλλάξει, πέρα από τους νεκρούς και τους τραυματίες, τις ερειπωμένες πόλεις και τις ορδές των προσφύγων, τα απότοκα του πολέμου επηρεάζουν με τη δίνη τους όλη την ανθρωπότητα, ενώ είναι ορατός ο κίνδυνος να οδηγηθούμε σε μια νέα παγκόσμια σύρραξη με ανεξέλεγκτες προεκτάσεις που όλοι απευχόμαστε.»

Υποστηρίζει ο Κερκυραίος συγγραφέας Νίκος Παργινός, γνωστός μας από τα βιβλία του «Κρεμάλα», «Τάγμα της ελπίδας», «Ο κανόνας της ορθής γωνίας», «Ο σκαλιστής των μπαστουνιών», «Το σταυροδρόμι των ηρώων», για την κατάσταση στην Ουκρανία σήμερα, και μας παραδίδει το καινούργιο του ιστορικό μυθιστόρημα που μας υπενθυμίζει αυτούς τους κύκλους της ιστορίας:

«Με ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ επιχειρώ μια επιστροφή στο παρελθόν του νησιού, αναδεικνύοντας μια άγνωστη ιστορία για το ευρύ κοινό, την άφιξη στο νησί της Κέρκυρας χιλιάδων Σέρβων στρατιωτών και προσφύγων κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ένα γεγονός πάνω στο οποίο δομήθηκε αυτή η ιδιαίτερη σχέση των δυο λαών μας.» Μας λέει στο Liberal.gr ο συγγραφέας, υπογραμμίζοντας πώς «το βιβλίο είναι επίκαιρο όσο ποτέ, καθώς επαναφέρει μνήμες πολέμου – που δυστυχώς βιώνουμε ξανά στις μέρες μας στην Ευρώπη – αλλά και μνήμες επιδημιών που κόστισαν σε ανθρώπινες ζωές εκείνη την περίοδο, θυμίζοντάς μας όσα ζήσαμε με την πανδημία δυο χρόνια τώρα.»

Αναφερόμενος στην πικρή αλήθεια που όλοι γνωρίζουμε ότι «η ιστορία, ως γνωστόν, κάνει κύκλους, επαναλαμβάνεται και συνήθως το κάνει με τραγικό τρόπο», μας υπενθυμίζει εκείνο που όλοι ψυχανεμιζόμαστε, πώς «Μέσα μας, τελικά, κερδίζονται ή χάνονται οι όποιες μάχες, από μέσα μας αντλούμε τη δύναμη και αντιμετωπίζουμε κάθε δυσκολία.»

Ας μεταβούμε για την ώρα νοερώς στο υπέροχο νησί του κατά το παρελθόν.

Συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα

-Κύριε Παργινέ, «Το νησί της Σωτηρίας» δεν είναι το πρώτο ιστορικό σας βιβλίο, ούτε και το μοναδικό που αναφέρεται στην Κέρκυρα. Εν τούτοις, τι έχει «Το νησί της Σωτηρίας» που δεν το είχε κανένα άλλο σας βιβλίο;

Η Κέρκυρα είναι ένας τόπος που βρίθει από παράδοση, ιστορία, λαϊκές δοξασίες και μύθους. Όλη αυτή η τεράστια πολιτιστική κληρονομιά σαγηνεύει όποιον γίνεται κοινωνός της, πόσο μάλλον όταν κάποιος καταπιαστεί διεξοδικά μαζί της και την αναμοχλεύσει. Όσες φορές το έχω επιχειρήσει, νιώθω να ολοκληρώνω το ταξίδι της συγγραφής αναγεννημένος, καθώς φέρνω στο φως της δημοσιότητας άγνωστες πτυχές της τοπικής πολιτιστικής κληρονομιάς μέσα από τα βιβλία μου. Με τούτο εδώ, το τελευταίο, ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ επιχειρώ μια επιστροφή στο παρελθόν του νησιού με μεγαλύτερες ιστορικές προεκτάσεις που ξεφεύγουν από τα στενά όριά του, αναδεικνύοντας μια άγνωστη ιστορία για το ευρύ κοινό, την άφιξη στο νησί της Κέρκυρας χιλιάδων Σέρβων στρατιωτών και προσφύγων κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ένα γεγονός πάνω στο οποίο δομήθηκε αυτή η ιδιαίτερη σχέση των δυο λαών μας. Παράλληλα, επιτρέψτε μου, πραγματοποιώ και μια ενδότερη ματιά στο κοινωνικό γίγνεσθαι της εποχής, ξεδιπλώνοντας ήθη και έθιμα. Σε τούτο το βιβλίο δίνεται μεγάλο βάρος στη γλώσσα της εποχής, τους τοπικούς ιδιωματισμούς, αλλά και τις διαφορές και τις ανισότητες της ιδιαίτερης τοπικής κοινωνίας.

-Με ποιον τρόπο αναπλάθεις την Κέρκυρα του 1916;

Για τα ιστορικά στοιχεία και την τεκμηρίωσή τους απαιτήθηκε πολύς χρόνος και κοπιαστική έρευνα. Επιχείρησα να αντλήσω στοιχεία από διάφορες ιστορικές πηγές και εργασίες καταξιωμένων ιστορικών που αναφέρονται στα γεγονότα, τόσο από την Ελλάδα όσο και από την Σερβία. Όσο αναφορά την Κέρκυρα και τα δικά της κοινωνιολογικά και λαογραφικά στοιχεία απαιτήθηκε κι εδώ κοπιαστική έρευνα μέσα από διάφορες μελέτες και εργασίες αλλά και επιμέρους στοιχεία που άντλησα από μαρτυρίες.

Το νησί στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, ειδικά στα μεσογειακά του χωριά, αποτελούσε μια κλειστή κοινωνία δομημένη πάνω σ’ ένα διαφορετικό κοινωνικό πλαίσιο που προσπαθώ να αναδείξω μέσα από το βιβλίο. Ειδικά η θέση της γυναίκας σε τούτο το κοινωνικό μοντέλο αποτελούσε για μένα μια τεράστια συγγραφική πρόκληση που έπρεπε να αποτυπώσω και να αποδώσω όσο το δυνατόν πιο παραστατικά, επιχειρώντας να τοποθετήσω τον αναγνώστη στη διαδικασία της αναπόφευκτης σύγκρισης με το σήμερα. Η Κέρκυρα εκείνης της εποχής ξεδιπλώνεται μέσα στο βιβλίο, καθώς παρακολουθούμε την καθημερινότητα των πρωταγωνιστών του.

Η ιστορία περιλαμβάνει διαφορετικούς χαρακτήρες στις σελίδες της, όπως ξεπεσμένους άρχοντες, δουλοπρεπείς χωρικούς της περιφέρειας, αλλά και φωτεινές προσωπικότητες που μέσα στη δίνη του πολέμου και των επιδημιών λάμπρυναν με τη στάση και τη συμπεριφορά τους ολόκληρη την κοινωνία, όπως πρωτοπόρους επιχειρηματίες, ιατρούς, αλλά και απλούς χαρακτήρες που στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων και στο πλευρό των δοκιμαζόμενων συνανθρώπων τους.

-Να πούμε πώς γεννήθηκε «Το νησί της Σωτηρίας»; Και τι σημαίνει ειδικά αυτό το βιβλίο για σας; Έχω την εντύπωση ότι όλα αυτά δεν είναι και μια πολύ γνωστή πτυχή της ιστορίας.

Όχι, ειδικά πέρα από τα στενά όρια της Κέρκυρας, τα γεγονότα αυτά δεν είναι γνωστά, καθώς δεν αναφέρονται στα ιστορικά σχολικά εγχειρίδια και τούτο το κομμάτι της ιστορίας δεν διδάσκεται στα παιδιά μας. Αυτός ήταν και ο πρωταρχικός λόγος που με ώθησε στη συγγραφή του συγκεκριμένου ιστορικού βιβλίου. Ήθελα να καταπιαστώ μ’ ένα ιστορικό γεγονός, να το αναδείξω, αλλά και να αφήσω κι ένα ισχυρό λογοτεχνικό αποτύπωμα γράφοντας για μια ιστορική περίοδο που δεν έχει αναδειχθεί όσο θα έπρεπε. Εκτός από το εξαιρετικό μυθιστόρημα του αείμνηστου Κώστα Ασημακόπουλου, το «Εκείνοι που δεν έφυγαν…» δεν υπάρχουν λογοτεχνικά πονήματα που να καταπιάνονται μ’ αυτό το μεγάλο, και άγνωστο για τους πολλούς, ιστορικό γεγονός, παρά τις μεγάλες προεκτάσεις του.

Επίσης, ήθελα στο πλευρό των μεγάλων αυτών των ιστορικών γεγονότων να αναδείξω μικρές ανθρώπινες ιστορίες που πέρασαν από γενιά σε γενιά, ιστορίες που αναδύουν ένα υπέροχο άρωμα λαϊκών δοξασιών, να αναδείξω προσωπικότητες εκείνης της περιόδου που έχουμε ξεχάσει, αλλά και να υφάνω τον ιστό της μυθοπλασίας μου με τέτοιο τρόπο, ώστε όλα ετούτα να αποτελούν το ιστορικό σκηνικό που θα έδινε την απαραίτητη αίγλη στην μυθιστορηματική πλοκή του αφηγήματός μου.

-Η ιστορία αγάπης μεταξύ του Ντιμίτρι και της Σωτηρίας είναι δική σας επινόηση ή υπήρξε πραγματικό γεγονός;

Οι δυο αυτοί ήρωες του βιβλίου είναι φανταστικοί, μα θα η ιστορία τους, πιστέψτε με, θα μπορούσε άνετα να αποτελεί κομμάτι της ιστορίας. Δεν απέχει και πολύ το κεντρικό αφήγημα του βιβλίου από την πραγματικότητα, καθώς υπήρξαν πολλές τέτοιες σχέσεις μεταξύ των Σέρβων και του ντόπιου πληθυσμού. Ακόμα και σήμερα συναντάς ανθρώπους, είτε στο νησί, είτε και στη Σερβία, που είναι απόγονοι τέτοιων σχέσεων που καρποφόρησαν. Υπάρχουν πολλά σερβικά επίθετα και ονόματα στο νησί, ενώ η σερβική παροικία στην Κέρκυρα εξακολουθεί να υφίσταται και να λαμβάνει πρωτοβουλίες, ώστε να αναθερμάνει ετούτη την ιδιαίτερη σχέση του νησιού με τον Σερβικό λαό.

-Βρίσκετε κοινές συνισταμένες εκείνης της εποχής με τη δική μας; Δίπλα μας υπάρχει και πάλι πόλεμος, υπάρχουν πανδημίες και επιδημίες… Τίποτε δεν μαθαίνουμε από το παρελθόν;

Το βιβλίο είναι επίκαιρο όσο ποτέ, καθώς επαναφέρει μνήμες πολέμου – που δυστυχώς βιώνουμε ξανά στις μέρες μας στην Ευρώπη – αλλά και μνήμες επιδημιών που κόστισαν σε ανθρώπινες ζωές εκείνη την περίοδο, θυμίζοντάς μας όσα ζήσαμε με την πανδημία δυο χρόνια τώρα. Η διαχείριση εκείνη της επιδημικής κρίσης στην Κέρκυρα έχει πολλές ομοιότητες και διαφορές μ’ όσα βιώσαμε στις μέρες μας και η σύγκρισή τους αποτελεί ένα καλό ερευνητικό αντικείμενο που αξίζει να στρέψουμε την προσοχή μας. Η ιστορία, ως γνωστόν, κάνει κύκλους, επαναλαμβάνεται και συνήθως το κάνει με τραγικό τρόπο. Αρκεί να μπορούμε να τη μελετάμε, να αξιολογούμε τις όποιες αλήθειες της, να μαθαίνουμε από τα λάθη και τις παραλείψεις μας, ώστε να γίνεται και διδακτική συνάμα.

Αν με ρωτάτε, ολοκληρώνοντας ένα κοπιαστικό ταξίδι συγγραφής με ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ, αυτό που αποκόμισα είναι, πως ακόμα και στις πιο δύσκολες καταστάσεις, ακόμα και μέσα στις στάχτες του πολέμου και τη σήψη του θανάτου, μπορεί να ευδοκιμήσει και να αναδυθεί στο προσκήνιο η ελπίδα για την αναγέννηση μέσα από την ανάδειξη των συγκριτικών πλεονεκτημάτων μας, των διαχρονικών αξιών του ανθρωπισμού, του αλτρουϊσμού, της αλληλεγγύης που έχουν αποδείξει, πως αποτελούν τον απαραίτητο καταλύτη για να στεριώσει η ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο. Και φυσικά, πέρα και πάνω από όλα η αγάπη. Η αγάπη που όλα τα νικά και μπορεί ακόμα και κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες να διατρανώσει τη δύναμή της και να αλλάξει το σκηνικό.

-Στο βιβλίο σας πού δώσατε έμφαση: στην εποχή, στον πόλεμο και τα απότοκά του, στους ήρωες και τις σχέσεις τους…

Θέλησα τα ιστορικά γεγονότα, όσο τραγικά κι αν φαίνονται στα μάτια μας σήμερα, να περάσουν σε δεύτερη μοίρα στο βιβλίο. Επιχείρησα να δώσω έμφαση στην αντανάκλασή τους πάνω στη ζωή των ηρώων μου, σαν να κοιτάς μέσα από έναν καθρέπτη όσα συμβαίνουν γύρω σου. Με τούτον τον τρόπο θέλησα να αναδείξω τις προσωπικότητες τους, να δώσω μεγαλύτερη έμφαση στα χειροπιαστά και καθημερινά που βίωναν, καθώς το πέρασμα των ιστορικών γεγονότων άλλαζε το φόντο του καθρέπτη απέναντί τους. Άλλωστε, κάπως έτσι θεωρώ πως βιώνουμε κι εμείς το διάβα της ιστορίας πάνω μας. Πριν το πέρασμα της πανδημίας από τη ζωή μας, όσα βλέπαμε κι ακούγονταν να συμβαίνουν σε άλλες χώρες μοιάζανε με σενάριο επιστημονικής φαντασίας, με ταινία ή σειρά στην τηλεόραση.

Όταν όμως βιώσαμε τη σκληρή καθημερινότητα της καραντίνας, τη μοναξιά, τη μάσκα στο πρόσωπό μας, τότε νιώσαμε στο πετσί μας όλα όσα η ιστορία είχε ήδη προδιαγράψει για εμάς. Ήθελα, πέρα και πάνω από όλα, το βιβλίο να μιλά μέσα από τους χαρακτήρες των ηρώων του, να σε κερδίσει με την ανάδειξη και την ενδοσκόπησή του στα ενδότερά τους. Και τα γεγονότα, ακόμα κι ο πόλεμος, να περάσει σε δεύτερη μοίρα, για να φανεί ότι μέσα μας τελικά κερδίζονται ή χάνονται οι όποιες μάχες, από μέσα μας αντλούμε τη δύναμη και αντιμετωπίζουμε κάθε δυσκολία.

-Σας τρομάζει η εποχή μας όπου χώρες αλλάζουν σύνορα, η Γιουγκοσλαβία είναι πρώην, ο πόλεμος της Ουκρανίας μαίνεται δίπλα μας…

Ο πόλεμος αποτελούσε ανέκαθεν και συνεχίζει να αποτελεί μια μάστιγα και απειλή για την ανθρωπότητα. Δεν υπάρχει χρονική περίοδος της ιστορίας που να μην υπήρξαν πολεμικές συρράξεις σε κάποιο σημείο του πλανήτη. Κανείς όμως δεν φανταζόταν μερικούς μήνες πριν, πως ο πόλεμος θα χτυπούσε και πάλι τη γηραιά ήπειρο. Ετούτη η εμπόλεμη διαμάχη στην Ευρώπη φαίνεται ότι δεν αφορά δυο μόνο κράτη, αλλά έχει τρομερές προεκτάσεις που ακόμα δεν έχουμε βιώσει.

Πλέον τα πεδία των μαχών έχουν αλλάξει, πέρα από τους νεκρούς και τους τραυματίες, τις ερειπωμένες πόλεις και τις ορδές των προσφύγων, τα απότοκα του πολέμου επηρεάζουν με τη δίνη τους όλη την ανθρωπότητα, ενώ είναι ορατός ο κίνδυνος να οδηγηθούμε σε μια νέα παγκόσμια σύρραξη με ανεξέλεγκτες προεκτάσεις που όλοι απευχόμαστε. Ας ελπίσουμε, ότι στο τέλος θα πρυτανεύσει η λογική και δεν θα οδηγηθούμε σε άσχημα μονοπάτια που θέτουν σε κίνδυνο ολόκληρη την ανθρωπότητα, η σύρραξη θα λήξει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα και θα επανέλθουμε σε καθεστώς ειρήνης.

-Το βιβλίο σας σήμερα τι έχει να μας διδάξει;

Θεωρώ πως κεντρικό μήνυμα του βιβλίου είναι πως δεν έχει σημασία τι καλείσαι να αντιμετωπίσεις, σημασία έχει να αγωνιστείς, να παλέψεις με νύχια και με δόντια για τη δικαίωσή σου. Οι ήρωές μου παλεύουν με τα θεριά της δικής του κόλασης, με την αγριότητα του πολέμου, τις αρρώστιες και τον θάνατο, μαρτυρούν και βιώνουν δοκιμασίες σκληρές και απάνθρωπες, αλλά καταφέρνουν να ανταπεξέλθουν και να ονειρευτούν. Ο έρωτάς τους, καλείται να γεφυρώσει τεράστια χάσματα για να ευοδωθεί, τις διαφορετικές κουλτούρες των δυο λαών, τη διαφορετική γλώσσα, τα διαφορετικά ήθη και τα έθιμα, μα κυρίως τους διαφορετικούς κόσμους που μοιάζουν τόσο παράταιροι, μα ριζώνει τελικά, σε συνθήκες που μοιάζουν ακατάλληλες για κάτι τέτοιο, βρίσκει εν τέλει γόνιμο έδαφος μέσα από τις αξίες της αλληλεγγύης και του ανθρωπισμού, και τελικά δικαιώνεται όσο δύσκολο κι αν φαντάζει αυτό.

-Κύριε Παργινέ, τι είναι εκείνο που σας θέλγει στο Ιστορικό μυθιστόρημα;

Το άρωμα που αναδύουν οι ιστορίες του παρελθόντος δεν μπορείς να το συναντήσεις στο σήμερα. Όχι μόνο τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα, αλλά και οι μικρές λαϊκές δοξασίες που περνούν από γενιά σε γενιά και που δυστυχώς χάνονται αν δεν καταγραφούν και δεν τις αναζητήσεις. Τέτοιες μικρές ιστορίες φροντίζω και περνώ μέσα στα βιβλία μου, με ήρωες καθημερινούς ανθρώπους που στοίχειωσαν τις επιμέρους τοπικές κοινωνίες του νησιού. Νιώθω μια ακαταμάχητη έλξη ως λογοτέχνης να συνδέσω το ιστορικό παρελθόν με το μέλλον μας.

Τα βιβλία μου, παρότι αναφέρονται κυρίως σε ιστορικά γεγονότα, έχουν κεφάλαια αλλά και μέρος της πλοκής τους που διαδραματίζεται στο σήμερα, που μοιάζει να καθορίζεται ουσιαστικά μέσα από τα ερωτηματικά που γεννιούνται κι απαντά το χθες. Επιθυμώ, τελειώνοντας κάθε βιβλίο μου, μέσω της παράθεσης της όποιας ιστορίας μου, να αλλάζω το παρόν με τη βοήθεια του παρελθόντος, προσβλέποντας σ’ ένα καλύτερο μέλλον.

-Πώς αντιδρά η Κέρκυρα και οι Κερκυραίοι στην έκδοσή του;

Το βιβλίο παρουσιάστηκε πριν μερικές μέρες στην Κέρκυρα, σε μια πανέμορφη εκδήλωση στην κατάμεστη αίθουσα της Ιονίου Βουλής, δίπλα από το Σερβικό Μουσείο. Φίλοι, γνωστοί, άτομα προσφιλή και αγαπητά, αλλά και άγνωστος κόσμος που δεν είχα την τύχη να γνωρίσω μέχρι τώρα, ήρθε να με συγχαρεί για την προσπάθειά μου και να αγκαλιάσει το νέο μου βιβλίο. Μια νέα εκδήλωση ετοιμάζεται για το βόρειο τμήμα του νησιού, ενώ το βιβλίο αγκαλιάστηκε και από τα τοπικά μέσα μαζικής ενημέρωσης, που είτε με συνεντεύξεις, είτε με αφιερώματα στέκονται στο βιβλίο και την προσπάθειά μου να αναδείξω αυτές τις άγνωστες για το ευρύ κοινό ιστορικές πτυχές.

-Αλήθεια, έχετε απαντήσει στο ερώτημα «γιατί γράφετε»;

Η συγγραφή αποτελεί, για μένα τουλάχιστον, μια λυτρωτική διαδικασία. Μπροστά στις λευκές σελίδες βιώνω μια διαδικασία που με εξαγνίζει και πιστέψτε με, ούτε η φήμη, αλλά ούτε και το οικονομικό όφελος φαντάζουν ικανοί λόγοι για να με κάνουν να καταπιαστώ μαζί της. Η ανάγκη πηγάζει κυρίαρχα από τα εσώτερα, καθώς νιώθω πως κάθε βιβλίο αποτελεί και μια μαρτυρία ζωής που επιθυμώ να μοιραστώ με τους αναγνώστες μου, ένας δίαυλος επικοινωνίας με το παρελθόν και το μέλλον, μια κατάθεση ψυχής που δημιουργείται και παραμένει εσαεί.

-Τι μπορεί να κάνει η λογοτεχνία στους καιρούς μας;

Η ανάγνωση και η λογοτεχνία αποτελεί την τέλεια έξοδο διαφυγής από την καθημερινότητα και την ρουτίνα. Ένα βιβλίο μπορεί να σε ταξιδέψει παντού, στο παρόν, στο παρελθόν, στο μέλλον, σε κάθε σημείο και κάθε κατάσταση. Μπορείς να βιώσεις εκπληκτικά πράγματα διαβάζοντας, να ανοίξεις τους ορίζοντές σου και να ταξιδέψεις. Η ανάγνωση αποτελεί μια απασχόληση που με ηρεμεί και με ξεκουράζει. Θυμάμαι τον εαυτό μου από παιδί να χάνομαι μέσα στα βιβλία ανακαλύπτοντας υπέροχους κόσμους μέσω του Ιουλίου Βέρν, του Αλέξανδρου Δουμά, του Νίκου Καζαντζάκη.

Η εποχή μας, δυστυχώς, σημαδεύεται από την επέλαση της εικόνας, όπου η τηλεόραση, το διαδίκτυο, οι ηλεκτρονικές πλατφόρμες έχουν σαρώσει τα πάντα στο πέρασμά τους. Το βιβλίο πρέπει να επιστρέψει στη ζωή μας, στη ζωή των παιδιών μας. Η απουσία του είναι κρίσιμη, καθώς σηματοδοτεί τον ευτελισμό της γλώσσας μας αλλά και την αποξένωση της κοινωνίας μας από το κύτταρο της δημιουργίας που είναι ο γραπτός λόγος, η λογοτεχνία και η ποίηση.

Παράλληλα, νιώθω πως η λογοτεχνία μπορεί και πρέπει να «ανοίγει δρόμους» ειδικά στις μέρες μας, να αποτελεί ένα ακόμα πνευματικό επιχείρημα στην εποχή που βιώνουμε που τόσο πολύ έχουμε ανάγκη. Τα λογοτεχνικά μυθιστορήματα είναι ένα ακόμα εργαλείο που πρέπει να αξιοποιήσουμε στη μάχη να διατηρήσουμε ζωντανό το παρελθόν μας, να ξαναγυρίσουμε στις ρίζες μας χωρίς να χρειάζεται να μπούμε στη διαδικασία να γίνουμε ιστορικοί ή να διαβάσουμε τεκμηριωμένες διατριβές για τα γεγονότα που μας ενδιαφέρουν. Σ’ αυτό το πλαίσιο, με τέτοια διάθεση, επιχειρείται κι από μέρους μου αυτή η προσπάθεια. Το αναγνωστικό κοινό, πέρα από μια μυθιστορηματική πλοκή που θα το συνεγείρει και θα τον σαγηνέψει, να ανακαλύψει και ιστορικές αλήθειες που δεν θα μπορούσε με άλλον τρόπο να γνωρίσει.