Μπορεί η Ελλάδα να καταστεί ενεργειακός κόμβος;

Μπορεί η Ελλάδα να καταστεί ενεργειακός κόμβος;

Του Τζώρτζ Χ. Μενεσιάν*

Η Ελλάδα, δια στόματος της ανώτατης πολιτικής της ηγεσίας, επιδιώκει την εξέλιξή της σε κύριο περιφερειακό πυλώνα σταθερότητας. Η προσπάθεια αυτή είναι δύσκολη, αφενός διότι η χώρα βρίσκεται σε μια περιοχή η οποία χαρακτηρίζεται από αστάθεια, αφετέρου δε διότι υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες. 

Η πηγή της γενικότερης αυτής αστάθειας βρίσκεται στην Ανατολή. Ο πόλεμος στην Συρία, η εύθραυστη κατάσταση σε Ιράκ και Λίβανο, το μεσανατολικό ζήτημα, το Ιράν, η αναθεωρητική Τουρκία και οι ροές προσφύγων και μεταναστών, αποτελούν μερικούς από τους κυριότερους παράγοντες της αστάθειας αυτής. 

Στον Βορρά υπάρχει η «μαύρη τρύπα» των Βαλκανίων με την ενδυνάμωση των εθνικισμών, τα άλυτα διακρατικά ζητήματα (π.χ. Κόσοβο – Σερβία) και τα κοινωνικο-οικονομικά προβλήματα. 

Στον Νότο, ο πόλεμος στην Λιβύη και η κατάσταση που επικρατεί εκεί δίνει περιθώρια σε κράτη όπως η Τουρκία να δράσουν στην περιοχή, ενώ η απουσία μιας αποτελεσματικής πολιτικής οργάνωσης τού κράτους της Λιβύης αποτελεί από μόνη της μορφή αστάθειας. 

Η Αθήνα, γνωρίζοντας ότι η προσοχή της παγκόσμιας Κοινότητας έχει επικεντρωθεί στην γειτονιά μας, επιδιώκει να καταστεί πυλώνας περιφερειακής σταθερότητας. Ενισχύει και αναβαθμίζει τις στρατηγικές της σχέσεις με τις ΗΠΑ, προχωράει σε πολυμερείς συνεργασίες με περιφερειακές δυνάμεις (με κατεξοχήν παραδείγματα τις τριμερείς με Κύπρο και Ισραήλ, καθώς και με Κύπρο και Αίγυπτο) και πρωτοστατεί εκ νέου στην ευρω-ατλαντική προοπτική των Δυτικών Βαλκανίων, γεγονός που ενισχύει την προοπτική σταθερότητας στην περιοχή. Οι δράσεις αυτές αρχίζουν και λαμβάνουν, ευτυχώς, την μορφή εθνικής στρατηγικής. 

Στην ευρύτερη περιοχή υπάρχουν και σημαντικές εξελίξεις στον τομέα της ενέργειας - και κυρίως στο θέμα του φυσικού αερίου. Κατά τα τελευταία έτη, η Ευρώπη στοχεύει στην μείωση της εξάρτησής της από το ρωσικό φυσικό αέριο. Η Νοτιοανατολική Ευρώπη είναι μια σημαντική περιοχή για την πραγμάτωση του στόχου αυτού, ιδίως μετά την ανακάλυψη των κοιτασμάτων στην Νοτιοανατολική Μεσόγειο. 

Η Ελλάδα επιδιώκει την μετατροπή της σε ενεργειακό κόμβο, καθώς και σε εγγυήτρια δύναμη για την ενεργειακή ασφάλεια στα Βαλκάνια, γεγονός που θα την βοηθούσε να καταστεί κύριος πυλώνας σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή. Έχει ωστόσο την δυνατότητα να πραγματοποιήσει τον στόχο αυτό; Κάποιες εξελίξεις την ευνοούν: 

Αγωγοί 

Την περασμένη δεκαετία υπήρξε από την Ευρώπη μια απόπειρα προμήθειας φυσικού αερίου από την Κασπία Θάλασσα και τη Μέση Ανατολή. Το εγχείρημα αυτό ονομάστηκε “Southern Gas Corridor” και στο πλαίσιο του εγχειρήματος αυτού η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστήριξε την κατασκευή ενός δικτύου αγωγών που θα οδηγήσουν στην διαφοροποίηση των πηγών προέλευσης του φυσικού αερίου στην Γηραιά Ήπειρο. 

Έτσι κατασκευάστηκε το πρώτο τμήμα του Συνδετήριου Αγωγού Φυσικού Αερίου Τουρκίας - Ελλάδας – Ιταλίας (ITGI). Με την κατασκευή ωστόσο του TurkStream θα αντικατασταθεί το αζερικό με ρωσικό φυσικό αέριο, όπως συμφωνήθηκε το 2017, εξουδετερώνοντας την αιτία κατασκευής του αγωγού. Ως εκ τούτου καθίσταται προβληματική και η κατασκευή του τμήματος Ελλάδας – Ιταλίας ( Αγωγός Poseidon) τού οποίου άλλωστε η κατασκευή έχει αναβληθεί. 

Ένας άλλος αγωγός που υποστηρίχθηκε από την ΕΕ είναι ο Διαδριατικός Αγωγός Φυσικού Αερίου (TAP) ο οποίος θα μεταφέρει φυσικό αέριο από το Αζερμπαϊτζάν προς δυσμάς. Για την ακρίβεια, ο εν λόγω αγωγός αποτελεί το τελευταίο κομμάτι του εγχειρήματος. Το αζερικό φυσικό αέριο θα ξεκινάει από την Κασπία Θάλασσα και μέσω του “South Caucasus Pipeline” θα φθάνει στο Ερζερούμ (Τουρκία). Από εκεί θα συνεχιστεί η μεταφορά του αερίου με τον TANAP ο οποίος καταλήγει στην ελληνοτουρκική μεθόριο. Εκεί ξεκινάει ο TAP και διασχίζοντας την Βόρεια Ελλάδα θα περνά στην Αλβανία και στην συνέχεια, υποθαλασσίως μέσω της Αδριατικής Θάλασσας, στην Ιταλία. Από την διαδρομή του αγωγού προκύπτει ανταγωνιστική σχέση με τον ITGI. 

Σημαντικό βήμα για την ενεργειακή ασφάλεια τής περιοχής αποτελεί και ο Διασυνδετικός Αγωγός Ελλάδας – Βουλγαρίας (IGB). Ο αγωγός αυτός, αν και είχε σχεδιαστεί αρχικά να συνδέεται με τον ITGI, θα συνδέεται εν τέλει με τον TAP, δείχνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την επιθυμία της ΕΕ και των βαλκανικών κρατών για μείωση της εξάρτησης της περιοχής από το ρωσικό φυσικό αέριο. 

Ακολουθώντας την συνταγή του IGB, η ελληνική πλευρά οφείλει να σκεφτεί σοβαρά την πρόταση των γειτόνων μας της Βόρειας Μακεδονίας και να προχωρήσει στην κατασκευή ενός διασυνδετικού αγωγού με την χώρα αυτή. Έτσι η Αθήνα θα ενισχύσει την θέση της στα ενεργειακά τεκταινόμενα, ενώ ταυτόχρονα θα πετύχει και περαιτέρω εμβάθυνση των σχέσεων με τα Σκόπια. 

Ποικίλες αντιδράσεις έχει δημιουργήσει ο σχεδιασμός του EastMed ο οποίος θα κατασκευαστεί ως αγωγός μεταφοράς φυσικού από την Ανατολική Μεσόγειο (Κύπρος, Ισραήλ) και θα φθάνει στην Ευρώπη μέσω της Ελλάδας και της Ιταλίας. Τεχνικά, η κατασκευή τού αγωγού είναι εφικτή. Το πρόβλημα είναι ότι το κόστος του είναι εξαιρετικά μεγάλο και οι ποσότητες αερίου που θεωρητικώς θα μεταφέρει δεν είναι επί του παρόντος επαρκείς για να αξίζει οικονομικώς η κατασκευή του. Τα πράγματα θα είναι διαφορετικά αν ανακαλυφθεί νέο κοίτασμα στην κυπριακή ΑΟΖ 

και αν συμμετάσχει η Αίγυπτος. Επίσης, η προοπτική κατασκευής τού εν λόγω αγωγού θα αποκτήσει πολύ ευρύτερο έρεισμα εάν ανακαλυφθούν υδρογονάνθρακες στα τεμάχια που έχει παραχωρήσει η Ελλάδα για έρευνα νοτιοδυτικά της Κρήτης, νοτίως της Πελοποννήσου και στο Ιόνιο Πέλαγος. Σε κάθε περίπτωση η πιθανή κατασκευή του EastMed εξυπηρετεί κυρίως πολιτικά και δευτερευόντως οικονομικά συμφέροντα. Πιο συγκεκριμένα, ο εν λόγω αγωγός μπορεί προς το παρόν να θεωρηθεί κυρίως ως απάντηση στην τουρκική προκλητικότητα και ως εγγραφή υποθήκης για κατασκευή του στο μέλλον όταν οι οικονομικές προϋποθέσεις βελτιωθούν. Γι’ αυτό είδαμε και την υπογραφή του προσυμφώνου για την κατασκευή του μετά την παράνομη οριοθέτηση ΑΟΖ μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης. 

Ανακάλυψη Υδρογονανθράκων 

Ασφαλώς, οι αγωγοί δεν αρκούν για να καταστεί η χώρα μας ενεργειακός κόμβος. Ένα σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση αυτή θα ήτανε η δική της παραγωγή ενέργειας, που σημαίνει και μείωση της ενεργειακής της εξάρτησης. Η Ελλάδα εισάγει το 98% του πετρελαίου και το 100% του φυσικού αερίου που καταναλώνει. 

Ορθώς λοιπόν έχουν δοθεί για έρευνα τα τεμάχια στο Ιόνιο και στις θαλάσσιες εκτάσεις νοτίως τής Πελοποννήσου και νοτιοδυτικά της Κρήτης. Σύμφωνα με την ΕΕΔΥ, το υπέδαφος της θαλάσσιας έκτασης στις ανωτέρω περιοχές έχει ομοιότητες με τα πετρώματα στην Νοτιοανατολική Μεσόγειο. Επομένως υπάρχουν πιθανότητες για την ανακάλυψη κοιτασμάτων. 

LNG 

Ένα από τα σημαντικότερα θέματα, κατά την γνώμη μου, είναι το ότι η Ελλάδα πρέπει να επενδύσει στο υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) και να προσπαθήσει να καταστεί ένα από τα σημαντικότερα κέντρα υγροποίησης και αποθήκευσης υγροποιημένου αερίου στην περιοχή. 

Το LNG πρέπει να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στο μέλλον για τους εξής λόγους: πρώτον, η τεχνολογία η σχετική με την υγροποίηση του αερίου και της συντήρησής του στη νέα του μορφή εξελίσσεται με ταχύτατους ρυθμούς, με αποτέλεσμα η διαδικασία να καθίσταται πιο εύκολη και οικονομική. Δεύτερον, με το LNG δεν χρειάζεται η κατασκευή μεγάλων και δαπανηρών αγωγών – όπως είναι ο EastMed – καθώς μεταφέρεται με πλοία. Τρίτον, δεν νοείται η χώρα με τον μεγαλύτερο εμπορικό στόλο στον κόσμο να μην χρησιμοποιεί το συγκριτικό της πλεονέκτημα για να ενισχύσει και να αυξήσει τις υποδομές υγροποίησης φυσικού αερίου, εφόσον έχει την δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τον στόλο της για να το μεταφέρει. Τέλος, το LNG είναι πιο φιλικό προς το περιβάλλον, καθώς, σε περίπτωση ατυχήματος, δεν θα ρυπανθεί η θάλασσα όπως με το πετρέλαιο, ενώ σίγουρα οι 

εγκαταστάσεις υγροποίησης αερίου δεν έχουν σοβαρές περιβαλλοντικές επιπτώσεις όπως έχει η κατασκευή των αγωγών. 

Η Ελλάδα έχει κάνει τα πρώτα σωστά, κατ ́εμέ, βήματα: Έχει επεκτείνει, εδώ και δύο χρόνια, τις δυνατότητες του κέντρου υγροποίησης αερίου στην Ρεβυθούσα προσθέτοντας μια τρίτη μεγάλη δεξαμενή στο νησί και μετατρέποντάς το σε κέντρο εξαγωγής φυσικού αερίου, πέρα από σταθμό αποθήκευσης και μεταφοράς. Σημαντική είναι και η επικείμενη κατασκευή του πλωτού σταθμού αποθήκευσης, αεριοποίησης και μεταφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου στην Αλεξανδρούπολη, ενώ θα ξεκινήσουν μελέτες για την εγκατάσταση μίας πλωτής μονάδας επαναεριοποίησης LNG στις εγκαταστάσεις της Motor Oil στους Αγίους Θεοδώρους, καθώς και στην Κρήτη. 

Προκλήσεις 

Παρά την αισιοδοξία η Ελλάδα έχει να αντιμετωπίσει αρκετές προκλήσεις αναφορικά με τα ανωτέρω σχέδια: 

1. Υπάρχουν αντικρουόμενα συμφέροντα μεταξύ των αγωγών ITGI και TAP, με 

αποτέλεσμα να πρέπει ουσιαστικά η Ελλάδα και οι υπόλοιποι εμπλεκόμενοι να διαλέξουν έναν από τους δύο. 2. Γίνονται συνομιλίες μεταξύ Ρωσίας και Αζερμπαϊτζάν για διέλευση του 

ρωσικού αερίου μέσω του αγωγού TAP. Αν η Ρωσία τα καταφέρει τότε θα καταρρεύσει το ευρωπαϊκό εγχείρημα για την διαφοροποίηση προέλευσης του φυσικού αερίου. 3. Η αναβολή της κατασκευής του αγωγού Ελλάδας – Ιταλίας (Poseidon) θα 

σταθεί εμπόδιο στην ανάδειξη της Ελλάδας σε ενεργειακό κόμβο, καθώς το αέριο του ITGI θα καταλήγει στην χώρα και δεν θα προωθείται προς δυσμάς. 4. Αν δεν ανακαλυφθούν επαρκή κοιτάσματα στα τεμάχια του Ιονίου και του 

Λιβυκού Πελάγους, τότε ο EastMed θα καταστεί ένας μάλλον αχρείαστος αγωγός. 5. Αυξάνεται σημαντικά η ενεργειακή εξάρτηση της Ελλάδας από την Τουρκία με την κατασκευή τού TurkStream. Έτσι, λαμβάνοντας υπόψη ότι και οι αγωγοί TAP και ITGI φθάνουν στην Ελλάδα μέσω Τουρκίας, γίνεται κατανοητός ο προαναφερθείς προβληματισμός. Με αυτά τα δεδομένα, η Ελλάδα θα καταλήξει να προμηθεύεται σχεδόν το 80% του φυσικού αερίου μέσω Τουρκίας. 6. Τέλος, από τον Ιανουάριο του 2021, η ΕΕ θα σταματήσει να χρηματοδοτεί την 

κατασκευή αγωγών φυσικού αερίου, μετά από απόφαση τής νέας προεδρίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Είναι γνωστό ότι η απόφαση αυτή οφείλεται στις περιβαλλοντικές απόψεις της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Είναι επίσης σαφές ότι χωρίς την χρηματοδότηση από την ΕΕ ο αγωγός EastMed μάλλον δεν θα μπορέσει να κατασκευαστεί. 

Επομένως, η Ελλάδα θα πρέπει να δράσει βάσει σχεδίου. Να πολλαπλασιάσει τις υποδομές που σχετίζονται με το LNG και να αναλάβει δράση με σκοπό να εγκαθιδρύσει ένα ειδικό καθεστώς για τα Δυτικά Βαλκάνια, ώστε να εξαιρεθούν από την απόφαση τής Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Πρέπει επίσης να σκεφτεί σοβαρά πώς θα αντιμετωπίσει τον υψηλό βαθμό ενεργειακής εξάρτησης που έχει από την Τουρκία, αν μπορεί να τον αντιμετωπίσει. 

Συνοψίζοντας, το όραμα της Ελλάδας να καταστεί ενεργειακός κόμβος για την ευρύτερη περιοχή παρουσιάζει εξαιρετικές δυσκολίες υλοποίησης. Εντούτοις, με την υιοθέτηση κατάλληλων πολιτικών υπάρχει πάντα περιθώριο για την εξέλιξη της χώρας σε έναν σημαντικό ενεργειακό σταθμό, κυρίως αναφορικά με το υγροποιημένο φυσικό αέριο. 

*Ο κ. Τζώρτζ Χ. Μενεσιάν είναι Διεθνολόγος.