Ιφιγένεια Θεοδώρου: «Κάθε καλός χαρακτήρας κρύβει έναν κακό εαυτό μέσα του»

«Κάθε καλός χαρακτήρας κρύβει έναν κακό εαυτό μέσα του»

«Την εποχή που μεγάλωσα τα βιβλία ήταν μια άσκηση της φαντασίας , τώρα οι εικόνες είναι έτοιμες και φανταχτερές, όμως η αφήγηση εξακολουθεί να είναι η αφορμή  ενός εσωτερικού ταξιδιού, γιατί με ιστορίες που γεννάει κάποιος άλλος  ανακαλύπτεις  τον δικό σου κόσμο. Σ’ αυτή την περίπτωση έχει συντελεστεί και η μαγεία της λογοτεχνίας. Η μοναξιά του συγγραφέα συναντάει την μοναξιά του αναγνώστη.»

Η συγγραφέας Ιφιγένεια Θεοδώρου γράφει… περιπλανώμενα βιβλία: «Την 'Μελέκ' την έγραψα πάνω σ’ ένα μαρμάρινο τραπέζι στην Θάσο, μπροστά στη θάλασσα, την «Γεύση της ερήμου» σ’ ένα κήπο στην Δαμασκό, ανάμεσα σε ανθισμένες γαρδένιες και ορτανσίες. Ένας παράδεισος ήταν η Δαμασκός τότε…. Την «Γλώσσα από μάρμαρο» μπροστά σ’ ένα παράθυρο. Είχα κολλήσει πάνω στο τζάμι μια φωτογραφία από την θάλασσα της Αλυκής, για να έχω φως στην συννεφιά του Λονδίνου.»

Ως γυναίκα διπλωμάτη χρειάζεται να αλλάζει συχνά πατρίδα. Οι ιστορίες της, όμως, και οι ήρωές της, οι συγγραφικές εμμονές της παντού την ακολουθούν. Στο liberal αποκαλύπτει τα πάντα:

Συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα

- Κυρία Θεοδώρου, υπάρχει τελετουργία γραφής [συγκεκριμένος χώρος, χρόνος, συνήθειες] ή παντού μπορείτε να γράψετε εσείς;

Όπως η γάτα λίγο πριν να γεννήσει, ετοιμάζω τον χώρο μου. Μια γωνιά στο σπίτι που ποτέ δεν είναι η ίδια, εξαρτάται από το πού ζω …Την «Μελέκ» την έγραψα πάνω σ’ ένα μαρμάρινο τραπέζι στην Θάσο, μπροστά στη θάλασσα, την «Γεύση της ερήμου» σ’ ένα κήπο στην Δαμασκό, ανάμεσα σε ανθισμένες γαρδένιες και ορτανσίες. Ένας παράδεισος ήταν η Δαμασκός τότε….Την «Γλώσσα από μάρμαρο» μπροστά σ’ ένα παράθυρο. Είχα κολλήσει πάνω στο τζάμι μια φωτογραφία από την θάλασσα της Αλυκής, για να έχω φως στην συννεφιά του Λονδίνου. Την ιστορία την κυοφορώ καιρό μέσα στο μυαλό μου, τα βράδια πριν να κοιμηθώ αφήνω  στην άκρη την καθημερινότητα που μοιράζομαι με τους δικούς μου και δραπετεύω στην άλλη πλευρά, στην πραγματικότητα που ζω με τους χαρακτήρες του βιβλίου.  

- Για να ξεκινήσετε μια ιστορία, χρειάζεστε πλάνο, να ξέρετε και την αρχή και το τέλος της, ή αρκούν μια εικόνα ή η αρχική φράση;

Μια λέξη ή μια φράση, μια εικόνα είναι αρκετή. Στην Παλμύρα ο ξενοδόχος μας ρώτησε, θέλετε το δωμάτιο της Λαίδης Ντιγκμπυ; Ποια είναι αυτή; ρώτησα. Η Κυρία του Σείχη Αλ Μέζραμπ. Αυτό μου έφτασε. Η παραμονή μου στην Συρία για τρία χρόνια έγινε ένα αδιάκοπο ταξίδι, θέλησα να μοιραστώ με τους αναγνώστες το οδοιπορικό αυτό, στην έρημο της Ταντμόρ, στις ελληνιστικές πόλεις και στις νεκρές πολιτείες με τις πρωτοχριστιανικές βασιλικές. Η ιστορία της λαίδης με συντρόφευε πάντα. Στην Σμύρνη είχε έρθει ο Μάνος Χατζιδάκις για μια συναυλία στο θέατρο της Εφέσου, πήγα στα παρασκήνια μετά το τέλος της συναυλίας για να τον συγχαρώ. Υπέγραψε  πάνω στο ένθετο από τον δίσκο Ρωμαική Αγορά, «Στην Ιφιγένεια της Εφέσου…»  κι εκείνη η υπογραφή ήταν η αφορμή για το ομώνυμο διήγημα στην συλλογή «Χρυσός, Λιβάνι και Σμύρνη». 

- Ποιο βιβλίο σας γράφτηκε με πιο παράξενο και αλλόκοτο τρόπο;

Η «Γλώσσα από μάρμαρο». Πέρασα πέντε καλοκαίρια σ’ ένα μικρό σπίτι μπροστά σε μια πανέμορφη παραλία, ξυπνούσα κι έμπαινα στην θάλασσα, ίσως τα ωραιότερα καλοκαίρια, κι όμως εκείνος ο τόπος, γεμάτος ομορφιές και ιστορία, γέννησε ένα βιβλίο όλο πόνο, που μιλάει για την ενδοοικογενειακή βία και την βία στο φυσικό περιβάλλον. Η βίαιη τουριστική αξιοποίηση που απειλεί τους επίγειους μικρούς παραδείσους μας ήταν η αφορμή να εκφράσω μέσα από την ιστορία της Αλυκής και των αρχαίων λατομείων της, τον φόβο μου για την αλλοτρίωση και την άμετρη εκμετάλλευση του φυσικού τοπίου.

- Υπάρχουν συγγραφικές εμμονές; Θέματα στα οποία επανέρχεστε, τεχνικές που χρησιμοποιείτε και ξαναχρησιμοποιείτε, γρίφους κι αινίγματα που προσπαθείτε μια ζωή γράφοντας να επιλύσετε;

Στα βιβλία  μου η δύναμη της μνήμης επανέρχεται συχνά. Αναγκασμένη να «εξορίζομαι» αναζητώ σημεία αναφοράς πάντα, η μνήμη με κυνηγάει και με συντρέχει συγχρόνως. Ιδιαίτερα τον δύσκολο καιρό της προσαρμογής στον άλλο τόπο. Δεν λέω ξένο, γιατί πάντα αντιμετώπισα τον καινούργιο τόπο σαν μια ευκαιρία να ζήσω κάτι άλλο, πέρα από αυτό που άρμοζε στην γυναίκα ενός διπλωμάτη. Το θέμα της διπλής ταυτότητας με γοητεύει πολύ, θαύμαζα πάντα τους ανθρώπους που κουβαλούσαν πάνω τους δυο πολιτισμούς, μιλούσαν δυο γλώσσες, πατούσαν σε δυο πατρίδες… Ο Ρωμανός στην «Γεύση της ερήμου» είναι ο αγαπημένος μου. Ελληνοσύριος «… με την χαρά της αφθαρσίας μες τα μάτια… κι αν ήταν Έλλην της Συρίας ή ξένος» όπως γράφει ο Καβάφης. Διχασμένος ανάμεσα σε δυο πατρίδες, στην Αθήνα στο σχολείο τον φώναζαν Σύριο και όταν πήγαινε στην Δαμασκό γινόταν ο  Έλληνας. Η διαφορετικότητα είναι ένα θέμα που με απασχολεί ίσως γιατί πολλές φορές χρειάστηκε να διαχειριστώ την διαφορά μου. Όταν είσαι από αλλού, αυτό το αλλού σε καθορίζει, γίνεσαι ο Άλλος, κι έτσι μαθητεύεις στη θέση του διπλανού, μαθαίνεις να λειαίνεις τις γωνίες, να αποδέχεσαι τις διαφορές. Η μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης είναι ο πρωταγωνιστής το βιβλίο «Μελέκ θα πει άγγελος». Ο Άλλος, ο διαφορετικός με τον οποίο καλείσαι να συμβιώσεις, να μπεις στα παπούτσια του, θα σταθείς δίπλα του κι όχι απέναντί του.  

- Τι πρέπει να έχει μια ιστορία για να γίνει ιστορία σας;

Πίσω από κάθε ιστορία-βιβλίο υπάρχει ένα τόπος. Η Σμύρνη στο τέλος του εικοστού αιώνα στο «Χρυσός ,Λιβάνι και Σμύρνη» η Θράκη και η μουσουλμανική μειονότητα στο «Μελέκ θα πει άγγελος», η Αλυκή της Θάσου στο «Γλώσσα από μάρμαρο», η Συρία λίγο πριν ξεσπάσει ο καταστροφικός εμφύλιος στην «Γεύση της ερήμου». Μου αρέσει η ιστορική έρευνα, δουλεύω πολύ ανατρέχοντας σε βιβλία, χάρτες, μαρτυρίες. Συνηθίζω να ρωτάω ανθρώπους που ζουν ή έζησαν στον τόπο, μου αρέσει η αληθοφάνεια όσο και η πρωτοτυπία στην ιστορία μου. Χρησιμοποιώ ονόματά τους ή τα παραλλάζω, αλλά ποτέ δεν «δανείζομαι» πραγματικές ιστορίες για να δέσω την πλοκή μου. Τα θέματά μου αφορούν τους άλλους φιλτραρισμένα μέσα από τον δικό μου φακό, έτσι το προσωπικό γίνεται καθολικό. Πέρα από τον τόπο, ο έρωτας και ο θάνατος έχουν πάντοτε καθοριστικό ρόλο στις ιστορίες μου.  

- Ένας ήρωας ή μια ηρωίδα για να γίνει ήρωάς σας ή ηρωίδα σας;

Μου αρέσουν οι αντιθέσεις, αγαπάω τους χαρακτήρες που μου ξεφεύγουν, που είναι ατίθασοι και δημιουργούν τον δικό τους δρόμο. Κάθε καλός χαρακτήρας κρύβει έναν κακό εαυτό μέσα του. Έμαθα να δικαιολογώ τις ανθρώπινες αδυναμίες, με γοητεύουν τα πάθη των ανθρώπων. Το περιβάλλον διαμορφώνει τους ανθρώπους, αλλά πιστεύω και στις συμπτώσεις, άρα οι ήρωές μου και οι πράξεις τους γεννιούνται από αυτό το παιχνίδι τόπου, συνθηκών και συμπτώσεων. Στην «Γλώσσα από μάρμαρο» ο Σάββας ζει σαν ερημίτης στην μικρή παραλία του μένοντας ασυγκίνητος στις σειρήνες της τουριστικής ανάπτυξης, περιμένει την Ελένη, τον ανεκπλήρωτο νεανικό του έρωτα σκαλίζοντας μορφές, πουλιά και ψάρια πάνω στα μάρμαρα της Αλυκής. Η αφοσίωση και η δοτικότητά του σ’ αυτή την γυναίκα τον διαφοροποιούν από την εικόνα που δείχνει στον εξωτερικό του περίγυρο, αφού για όλους είναι ένας μισάνθρωπος, ο φονιάς που έλιωσε με ένα μάρμαρο το κεφάλι του άντρα της Ελένης. 

- Ποιος ήρωας ή ποια ηρωίδα σας έφτασαν ως εσάς με τον πιο αλλόκοτο τρόπο;

Μια ηλικιωμένη κυρία που κολυμπούσε σαν έφηβη ήταν η απαρχή για να χτιστεί η Ελένη, ένα κορίτσι γεννημένο στη θάλασσα που ο ατίθασος χαρακτήρας και ο εγωισμός της την εγκλώβισαν στον φαύλο κύκλο της ενδοοικογενειακής κακοποίησης. Στην «Γλώσσα από μάρμαρο» ο περίγυρος μένει σιωπηλός, θύτης κι αυτός μαζί με τον βάναυσο σύζυγο, παριστάνοντας υποκριτικά ότι δεν γνωρίζει… Στη Δαμασκό γνώρισα έναν Σύριο επιχειρηματία, λάτρη της Ελλάδας που είχε ζήσει στην Αθήνα την δεκαετία του πενήντα. Όταν ήταν μικρός είχε φοιτήσει στην ελληνογαλλική σχολή των καλογραιών… Γέλασα όταν το άκουσα… Κι όμως η μητέρα μου τον θυμόταν στο σχολείο της, μαθητή -επισκέπτη στο γαλλικό τμήμα. Στην «Γεύση της ερήμου» ο Ναντίμ είναι ο κοσμοπολίτης ταξιδευτής που επιστρέφει στην γενέθλια γη, ακολουθώντας ένα όραμα για μια πατρίδα χωρίς ανισότητες και πολιτικά πάθη. Καίγεται όμως από το καλοκαίρι που ρήμαξε την χώρα του.Φεύγει όρθιος όπως ήθελε. Σε εμφύλιο πόλεμο όπως φοβόταν.

- Το πρώτο βιβλίο που διαβάσατε και σας εντυπωσίασε;

Ο πατέρας μου αγαπούσε το διάβασμα, είχα την ευκαιρία από πολύ μικρή να διαβάσω κλασικά βιβλία «Τα σταφύλια της οργής», το «Για ποιον χτυπάει η καμπάνα», τον «Κίτρινο φάκελο». Θυμάμαι όμως πόσο πολύ αγαπούσα την Τζο στις «Μικρές κυρίες», λαχταρούσα να ζήσω την προσδοκία της περιμένοντας απάντηση από τον εκδότη, να γράψω κι εγώ ένα βιβλίο…

- Υπάρχει βιβλίο που μπορείτε να πείτε ότι σας άλλαξε τη ζωή ή βιβλίο στο οποίο συχνά επιστρέφετε;

Τα βιβλία διαμορφώνουν κατά κάποιο τρόπο τον χαρακτήρα και την στάση μας στη ζωή. Κάθε βιβλίο με άλλο τρόπο γιατί μπαίνοντας στις ζωές των άλλων αντιλαμβάνεσαι ότι εκεί έξω υπάρχει ένας άλλος ρυθμός, δοκιμάζεις, ταλαντεύεσαι, επιλέγεις… Την εποχή που μεγάλωσα τα βιβλία ήταν μια άσκηση της φαντασίας , τώρα οι εικόνες είναι έτοιμες και φανταχτερές, όμως η αφήγηση εξακολουθεί να είναι η αφορμή  ενός εσωτερικού ταξιδιού, γιατί με ιστορίες που γεννάει κάποιος άλλος  ανακαλύπτεις  τον δικό σου κόσμο. Σ’ αυτή την περίπτωση έχει συντελεστεί και η μαγεία της λογοτεχνίας. Η μοναξιά του συγγραφέα συναντάει την μοναξιά του αναγνώστη.

- Αγαπημένοι σας συγγραφείς και ποιητές;

Δεν ξεχωρίζω κανένα. Όλοι μου προσέφεραν κάτι που γράφτηκε μέσα μου, έγινε δικό μου.

- Κατά την διαδικασία της συγγραφής, ακούτε μουσική, έχετε ανάγκη από απόλυτη σιωπή, διαβάζετε άλλα βιβλία ή ποιητές, καταφεύγετε σε εικαστικά έργα;

Η διαδικασία γραφής είναι ένα εσωτερικό ταξίδι, έχει την δική του μουσική, σιωπές εκεί που χρειάζεται, σαν τις στάσεις που αναγκάζεσαι να κάνεις μετά από μεγάλη απόσταση. Η απόλυτη σιωπή που επιβάλλεις στον χώρο σου διακόπτεται από φωνές που αναδύονται από μέσα σου, η μνήμη λειτουργεί στο ακέραιο, ανοίγει πόρτες ή ασφαλίζει παράθυρα, συνωμοτεί μαζί σου και βγάζεις στο χαρτί χρώματα και εικόνες και όλοι οι στίχοι οι αγαπημένοι, φωτογραφίες και πίνακες ή άλλα παλιά διαβάσματα κατακάθονται σαν λίπασμα στον κήπο που ετοιμάζεις.. Τον καιρό που γράφω μένω μακριά από κάθε τι καινούργιο. Μου φτάνει  το φορτίο που έχει μαζευτεί στο κεφάλι μου.

- Να αναφερθούμε σε εκείνο που γράφετε σήμερα;

Τώρα στην Αθήνα έχω μια γωνιά όπου  μπορώ να απομονώνομαι κυρίως τα πρωινά, έξω από το παράθυρο βλέπω ένα γηραιό πεύκο… Στα κλαδιά του έρχονται μικροί παπαγάλοι! Μετανάστες  κι αυτοί, ποιος ξέρει από πού… Αυτό μου επιβεβαιώνει ότι όλα ανατρέπονται, τίποτα δεν είναι δεδομένο. Το βίωσα έντονα με τον εμφύλιο της Συρίας, οι άνθρωποι εκεί έχασαν τις ζωές τους, την καθημερινότητά τους, τον εαυτό τους. Η απώλεια είναι το θέμα που πραγματεύομαι σήμερα, όχι μόνο λόγω αρρώστιας ή θανάτου. Οι σχέσεις που διαλύονται, οι φιλίες που παραγράφονται, η προδοσία, η νιότη και η μνήμη που φθίνουν, όλοι χάνουμε πια κάτι και καλούμαστε να διαχειριστούμε, ο καθένας με τον τρόπο του, τον φόβο μπροστά σ’ αυτή την απώλεια. Ο τίτλος του βιβλίου είναι «Δυο σφαίρες στην καρδιά» και θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Πατάκη. Για πρώτη φορά εγκαταλείπω τον τόπο και τις ιστορικές διαδρομές του, καταδύομαι σε ένα εσωτερικό τοπίο χωρίς καταγραφές με μόνη αναφορά την Χρόνο. Ο χρόνος που χάνουμε είναι ό,τι πολυτιμότερο έχουμε…